Ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος Παραβάντσος
ΠΙΣΤΙΣ, ΕΛΠΙΖΟΜΕΝΩΝ ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ
Ἤ ΦΑΝΤΑΖΟΜΕΝΩΝ; ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ
ΤΗΣ ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2014
Τό ζήτημα τῆς πίστεως ἔχει πλῆθος ὄψεων καί παραλλαγῶν, μπορεῖ νά μετασχηματίζεται στίς πιό ἀπίθανες μορφές, ἀκόμη καί ὡς ψυχοπαθολογικό-κλινικό σύμπτωμα. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι τό ποῦ ἀναφέρει ὁ ἄνθρωπος τήν ἐσώτατη πίστη-ἐμπιστοσύνη του ἀποτελεῖ τό θεμελιῶδες ὑπαρξιακό ζήτημα, ἀσχέτως ἄν αὐτή ἡ (ὅποια) πίστη εἶναι συνειδητή ἤ ἀσυνείδητη, ἀνεπίγνωστη ἤ ὥριμη.
Στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ θά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν ἀλληλεπίδραση ψυχοπαθολογίας καί πίστεως. Στήν ἔννοια τῆς τελευταίας θά δώσουμε διευρυμένο περιεχόμενο, ὥστε νά συμπεριλάβει τόν πνευματικό ἀγώνα γιά τήν ὑπερνίκηση τῶν παθῶν καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἄλλωστε οἱ δύο αὐτές πλευρές τῆς ἔμπρακτης πίστεως εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες στήν Παράδοση. Δέν θά ἐπικεντρωθοῦμε στήν ἀπρόσωπη-γενική ὄψη τοῦ θέματος, ἀλλά θά μελετήσουμε συγκεκριμένη κλινική περίπτωση σοβαρῆς παθολογίας καί τό πῶς αὐτή σχετίζεται μέ τήν ἀγωνία καί τόν ἀγώνα τοῦ προσώπου αὐτοῦ νά πλησιάσει τόν Χριστό, νά ἑνωθεῖ μέ Ἐκεῖνον.
Στήν σύντομη παρουσίαση πού ἀκολουθεῖ ἔχουμε ἀλλάξει τά προσωπικά δεδομένα ὥστε νά διαφυλάξουμε τό ἀπόρρητο, ἀφήνοντας ἀναλλοίωτο τό κλινικό ὑλικό, πού προέρχεται κυρίως ἀπό τό προσωπικό ἡμερολόγιο τοῦ ἀτόμου αὐτοῦ.
Ἡ Ἐλπίδα εἶναι μιά ἄγαμη γυναίκα 30 ἐτῶν, πτυχιοῦχος πανεπιστημιακῆς σχολῆς. Εἶναι τό δεύτερο παιδί πολύτεκνων γονέων. Προέρχεται ἀπό θρησκευόμενη οἰκογένεια μέ ἐνεργό συμμετοχή ἀρκετῶν μελῶν της στήν ἐνοριακή ζωή καί δράση. Ἔχει τήν “τύχη” νά ἔχει δουλειά καί μάλιστα πάνω στό ἀντικείμενο τῶν σπουδῶν της. Ἐπί χρόνια βίωνε ἔντονη ψυχική δυσφορία (ἰδίως ἀπό τήν ἐνηλικίωσή της καί μετά), ἡ ὁποία ἐκδηλωνόταν μέ ἀδιάκοπο βασανιστικό αἴσθημα μοναξιᾶς, διάχυτο ἄγχος, χαμηλή αὐτοεκτίμηση, βαθιές ἐνοχές καί ψυχικές συγκρούσεις περί τήν σεξουαλικότητα, ἔλλειψη πρωτοβουλίας καί ἰσχυρές ἀναστολές γύρω ἀπ’ τήν κοινωνικότητα κ.ἄ. Τά τελευταῖα χρόνια εἶχε σκεφθεῖ νά ξεκινήσει θεραπεία, ἀλλά ἔντονες ἐπιφυλάξεις τήν ἐμπόδιζαν νά κάνει τό τελικό βῆμα. Ἄλλοτε σκεφτόταν ὅτι ὁ πνευματικός της δέν εὐνοοῦσε τέτοιες λύσεις, ἄλλοτε ὅτι ἡ ἔναρξη μιᾶς ψυχοθεραπείας ἀποτελοῦσε ἤττα της ἀφοῦ δέν κατόρθωσε νά ἀντιμετωπίσει μόνη της τά προβλήματά της καί ἄλλοτε πώς ἐφόσον ὁ Χριστός εἶναι ὁ “Ἰατρός ψυχῶν καί σωμάτων”, ἡ θεραπεία ἀποτελοῦσε ἔνδειξη ὀλιγοπιστίας.
Τελικά ἡ μακροχρόνια πίεση τῶν συμπτωμάτων καί τῆς δυσφορίας ἔγινε τόσο ἀφόρητη, ὥστε ἡ Ἐλπίδα ξεκίνησε ψυχολογική θεραπεία μέσα σέ αἰσθήματα αἰσχύνης καί ἤττας. Σύντομα ὁ θεραπευτής της διέγνωσε ὅτι ἡ Ἐλπίδα ὑποφέρει ἀπό μία σοβαρή διαταραχή τῆς προσωπικότητος, ἡ ὁποία ὀνομάζεται (μεθ-)ὁριακή διαταραχή. Ἀνήκει μάλιστα σέ μιά εἰδική ὑποκατηγορία τῆς ὁριακῆς διαταραχῆς, πού ὀνομάζεται ἀθόρυβη ὁριακή (quiet borderline personality) ἤ ὡς-ἐάν προσωπικότητα (as-if patient).
Ὁρισμένα ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικά τῆς διαταραχῆς αὐτῆς εἶναι τά ἑπόμενα:
- Ὁ ἀσθενής ἐμφανίζεται πολύ “φυσιολογικός καί συνεργάσιμος” στήν καθημερινότητά του ἐξαιτίας τοῦ ἄγχους του νά μήν ἔρθει σέ σύγκρουση μέ τό κοινωνικό περιβάλλον του
- Ἡ προσωπικότητά του ἔχει διαμορφωθεῖ ἀπό τήν παιδική ἡλικία εἰς τρόπον ὥστε νά μήν βιώνει (τά φυσιολογικά) αἰσθήματα ἀδυναμίας, ἐξάρτησης ἤ ἀναγκῶν τέτοιων πού συνήθως καλύπτονται μέσα ἀπό τίς διαπροσωπικές σχέσεις
- Ὑπερβολική παθητικότητα (ἀπουσία πρωτοβουλίας) καί προσαρμοστικότητα στίς (ἐξάρτηση ἀπό τίς) ἐπιθυμίες τῶν ἄλλων, ψευδής κοινωνικότητα καί ἀποφυγή τῆς ψυχικῆς ἐγγύτητας (intimacy) μέ τούς ἄλλους
- σοβαρά προβλήματα ψυχικῆς ταυτότητας τοῦ ἀσθενοῦς, ἰδιαίτερα ἡ ἀδυναμία του νά νιώσει ζωντανός καί πραγματικός ἄν δέν ἐπιτελέσει ρόλους πού τοῦ “ἀναθέτουν” οἱ ἄλλοι
Ἄς δοῦμε ὁρισμένα χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἀπό τό προσωπικό ἡμερολόγιο τῆς Ἐλπίδας, στό ὁποῖο γράφει ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια.
“Πέρασε ἄλλο ἕνα Σαββατοκύριακο! Κι ἐγώ τό πέρασα μέσα, μπροστά σ’ ἕναν Η/Υ. Δέν χτύπησε κἄν τό τηλέφωνό μου. Οὔτε μιά φορά.. Δέν χτύπησε Κ-Α-Μ-Μ-Ι-Α. Νομίζω πώς θά τρελαθῶ τώρα πού συνειδητοποιῶ τί γίνεται… Τούς ἔδιωξα ὅλους ἀπό κοντά μου. Δέν ξέρω τί νά κάνω. Ποῦ βρίσκομαι, τί θά ‘πρεπε νά σκέφτομαι.. Σέ ποιά κατηγορία ἀνθρώπων ἄραγε ἀνήκω; Ποιά εἶμαι; Ποιό εἶναι τό ποιόν μου; Νιώθω πώς εἶμαι αὐτό πού θέλουν οἱ ἄλλοι νά εἶμαι… Οὔτε ἐγώ δέν μέ ξέρω. Οὔτε ἐγώ”. Σέ αὐτό τό ἀπόσπασμα ἐκφράζεται ἀνάγλυφα ἡ ἀπόγνωση καί τό ἀδιέξοδο μιᾶς ψυχικῆς ταυτότητας ἰδιαίτερα ἀδύναμης καί συγκεχυμένης. Ὁ ψυχικός ἑαυτός της ὑστερεῖ πολύ στό θέμα τῆς συνοχῆς καί τῆς συγκρότησης. Καί δέν θά μποροῦσε νά συμβαίνει διαφορετικά ἐφόσον ἀπό μικρή “ἔμαθε” νά ἱκανοποιεῖ τίς ἀνάγκες τῶν σημαντικῶν ἄλλων, παραμερίζοντας τίς δικές της ἐπιθυμίες καί ἀνάγκες. Ἔτσι, ἀπώλεσε σταδιακά τόν αὐθεντικό ἑαυτό της, ὁ ὁποῖος δέν πρόλαβε κἄν νά διαμορφωθεῖ, παρέμεινε ἀτροφικός καί ὑπανάπτυκτος. Αὐτή ἡ μόνιμη-δομική πραγματικότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου τῆς προκαλεῖ ἐξίσου συχνή, καθημερινή, σύγχυση γύρω ἀπό τό τί ἐπιθυμεῖ καί πῶς πρέπει νά ἐνεργήσει. Ἡ Ἐλπίδα δυσκολεύεται ἰδιαίτερα νά ἀναλάβει πρωτοβουλίες, διότι θά πρέπει πρῶτα νά διαπιστώσει ἄν οἱ τελευταῖες ἔχουν τήν ἔγκριση τῶν ἄλλων, ρητή ἤ σιωπηρή. Νιώθει ἀνακούφιση ὅταν οἱ ἐπιθυμίες καί οἱ ἀνάγκες τῶν ἄλλων εἶναι σαφεῖς καί ξεκάθαρες, τό ἴδιο καί οἱ ρόλοι τούς ὁποίους “καλεῖται” νά παίξει. Μόνο τότε δρᾶ ταχύτερα καί ἀποφασιστικότερα. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἶναι σαφῶς θετικό ὅτι μπόρεσε νά συνειδητοποιήσει πώς ἡ ψυχική της ταυτότητα διαμορφώνεται ἀπό τίς ἐπιθυμίες τῶν ἄλλων καί πώς μέ τόν χαρακτήρα της τούς ἀπομακρύνει.
“Φοβᾶμαι τή μοναξιά. Ναί, τή φοβᾶμαι.. Δόξα τῷ Θεῷ, ἔχω τήν οἰκογένειά μου.. Ἀλλά στεναχωριέμαι πού δέν μπορῶ νά ἐκπληρώσω αὐτή τήν ἐπιθυμία τοῦ πατέρα μου (σσ. νά παντρευτεῖ)”. Τό σπουδαῖο ζήτημα τῆς δημιουργίας οἰκογένειας βιώνεται ἐνοχικά ὡς ἀδυναμία της νά ἱκανοποιήσει τήν ἐπιθυμία τοῦ πατέρα, ἀδυναμία νά ἐκπληρώσει ἕναν κρίσιμο ρόλο, πού νιώθει πώς τῆς ἀνατέθηκε..
“Δέν μ’ ἀρέσει νά εἶμαι ἔτσι. Ἀδιάφορη, βαρετή. Ἦταν ἡ Χ. (σσ. φίλη της) ἐδῶ, ἔμεινε μαζί μου, ἐγώ ἡ ἴδια βαρέθηκα ἐμένα. Ρέ σύ βαριόμουν. Δέν εἶχα τί νά τῆς πῶ γιά τή ζωή μου, τίποτα ὄμορφο καί σημαντικό. Φλάτ”. Ἡ ἐπίμονη καί ἐκτεταμένη πλήξη καί μάλιστα στήν πιό δυναμική καί δημιουργική περίοδο ἡλικίας ἀποτελεῖ κλινική ἔνδειξη ὅτι ἕνα τέτοιο πρόσωπο ἤδη ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἔζησε σέ περιβάλλον πού δέν ἦταν εὐνοϊκό γιά τήν διαμόρφωση συνεκτικῆς ταυτότητας, καταλήγοντας σ’ αὐτό πού ἡ σύγχρονη ψυχανάλυση ἀποκαλεῖ ὑπο-διεγερμένο ἑαυτό (understimulated self, σέ ἀντίθεση μέ τόν ὑπερ-διεγερμένο). Ἄνθρωποι πού ἀνήκουν σέ αὐτήν τήν κατηγορία “ὑστεροῦν σέ ζωτικότητα καί βιώνουν τόν ἑαυτό τους ὡς ἀνιαρό. Γιά νά ἀποκλείσουν τά ἐπώδυνα βιώματα ψυχικῆς νέκρωσης, χρειάζεται νά δημιουργήσουν ψευδοέξαψη χρησιμοποιώντας τό ὁποιοδήποτε διαθέσιμο ἐρέθισμα”. Τέτοια ἐρεθίσματα διέγερσης, ἀνάλογα μέ τήν ἡλικία, μπορεῖ νά εἶναι ἡ χρήση οἰνοπνεύματος καί ναρκωτικῶν, ἡ σεξουαλική ἀσυδοσία, ὁ φρενήρης ρυθμός τῆς ἐπαγγελματικῆς ἤ κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ ἀτόμου κ.ἄ. Στήν περίπτωση τῆς Ἐλπίδας ἡ μακροχρόνια ἐκκλησιαστική ζωή ἀναχαίτισε ἀποφασιστικά ὁρισμένους ἀπό τούς σοβαρότερους κινδύνους πού τήν ἀπειλοῦσαν ἐξαιτίας τῆς ψυχικῆς της δυσλειτουργίας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ χρόνια πλήξη, ἡ ἥπια κατάθλιψη καί ἡ καθημερινή προσπάθεια νά διαφύγει ἀπό τήν ψυχική παράλυση μέ κάθε τρόπο, εἶναι φανερά στό ἡμερολόγιο ἀλλά καί στή θεραπεία της. Πῶς ὅμως περιγράφει ἡ Ἐλπιδα τήν σχέση της μέ τόν Θεό;
“Νιώθω ὅτι ἁπλά πορεύομαι! Χωρίς ἰδανικά, ἀξίες καί ὁράματα.. Νιώθω πώς θέλω νά πάω στόν π. Χ. (σσ. πνευματικό της) νά καθαριστῶ ἀπό τή βρωμιά πού σίγουρα νιώθω.. Διαβάζω τώρα τήν Καινή Διαθήκη. Καί λέει ν’ ἀγαπᾶς τόν πλησίον σου. Αὐτό εἶναι τό ἀνώτερο ὅλων. Δέν μπορῶ νά τό κάνω. Νιώθω περίεργα… Δέν ξέρω ἄν εἶμαι θρησκόληπτη. Δέν βιώνω σωστά αὐτό πού λέμε ἀγάπη πρός τόν Θεό. Καί ποῦ ξέρω τί εἶναι ἀγάπη; Πῶς εἶναι αὐτή ἡ ἀγάπη; Δέν ξέρω, εἰλικρινά.. Ψευτιά, ὑποκρισία καί ἔλλειψη τοῦ βιώματος τῆς ἀγάπης.. Ἐγώ δέν ἔχω ἀγάπη καί ἴσως γι’ αὐτό δέν μπορῶ νά ἀγαπήσω κανέναν ἄνθρωπο.. Ἄρα.. εἶμαι δυστυχισμένη γιατί δέν μπορῶ νά ἀγαπήσω καί τόν Θεό εἰλικρινά.. Θά μοῦ πεῖς, δέν ἀγαπᾶς τήν οἰκογένειά σου; Ναί, ἀλλά πάλι εἶναι μέ βάση ἐμένα.. Μέσα μου τά πάντα περιστρέφονται γύρω ἀπό μένα“. Ἡ Ἐλπίδα, ἐνῶ ἐξωτερικά μοιάζει συνεργάσιμη, ἀκόμη καί κοινωνική, λόγω τῆς παθολογίας της δέν μπορεῖ νά συνδεθεῖ γνήσια καί βαθιά μέ κανέναν. Πρόκειται γιά τό στοιχεῖο τῆς ψευδοῦς κοινωνικότητας. Ἡ μακροχρόνια ψυχική δυσφορία καί ἡ ὀξυδέρκεια τήν ὁποία διαθέτει στήν παρατήρηση τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου, τήν κάνουν νά βιώνει ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει αὐθεντικά, πώς δέν γνωρίζει τί πραγματικά εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἀντιλαμβάνεται ὀρθά ὅτι οἱ δυσκολίες της αὐτές ἀποτελοῦν σοβαρό ἐμπόδιο γιά τήν πίστη καί ἀγάπη της πρός τόν Θεό. Ἀποδίδει τήν ὅλη κατάσταση σέ προσωπικό της φιλοτομαρισμό καί βιώνει ἐνοχές, ἐφόσον ἀγνοεῖ (πρίν ἀρχίσει τήν ψυχοθεραπεία της) ὅτι πρωτογενῶς ἡ κατάστασή της προέρχεται ἀπό μιά ἀνάπηρη καί δυσλειτουργική ψυχική ταυτότητα. Ἡ αἴσθησή της ὅτι τά πάντα περιστρέφονται γύρω ἀπό τόν ἑαυτό της εἶναι γενικά ὀρθή, ἀγνοεῖ ὅμως ὅτι ὁ ἰδιαίτερα εὐάλωτος ψυχισμός της αὐτοπροστατεύεται γιά νά ἐπιβιώσει. Τά θεμελιώδη αἰτήματα τοῦ ψυχικοῦ Ἑαυτοῦ, δηλ. ἡ ἀνάγκη ἐξιδανίκευσης τοῦ σημαντικοῦ Ἄλλου, ἡ ἀνάγκη κατοπτρισμοῦ (mirroring) στό βλέμμα τοῦ Ἄλλου καί ἡ ἀνάγκη ἐπιβεβαίωσης ὅτι εἶναι σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους (twinship), δέν ἱκανοποιήθηκαν στήν παιδική ἡλικία. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἡ Ἐλπίδα νά μήν μετουσιώσει τά πρωτογενῆ αὐτά αἰτήματα σέ ὥριμες ἀξίες καί ἰδανικά.
Περαιτέρω ἀποσπάσματα τοῦ ἡμερολογίου της. “Τό Σαββατοκύριακο ἔφυγε. Καί τί ἄφησε πίσω του; Ἐμένα νά ἐξακουλουθῶ νά εἶμαι στά χαμένα. Σήμερα δέν πῆγα ἐκκλησία, ἄν κι ἔνιωθα τήν ἀνάγκη νά κοινωνήσω. Τό θέμα εἶναι πώς μετά ἔνιωθα τύψεις, ἀπό φόβο μήν μοῦ συμβεῖ κάτι κακό.. Ὅμως δέν εἶναι αὐτό πίστη. Μέ τόν τρόπο πού πιστεύω νιώθω ἐγκλωβισμένη.. Ἡ πίστη μου δέν εἶναι σταθερή. Διάβαζα τόν “Πληγωμένο Ἀετό” γιά τόν ἅγ. Γρηγόριο καί ἔλεγε τή χαρά καί εὐφροσύνη τῆς μητέρας του ὅταν ὁ ἄντρας της ἔγινε χριστιανός καί δέν μπορῶ νά τό καταλάβω, δέν μπορῶ νά τό νιώσω.. Τρώω πολύ. Πάρα πολύ καί μετά δέν ἔχω ὄρεξη νά κάνω προσευχή.. Πόσο ἔχω βγάλει ἀπ’ τή ζωή μου τήν οὐσία τῆς προσευχῆς. Εἶμαι παρτάκιας, πρέπει νά τό ἀποβάλλω… Μοῦ ἀρέσει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Νιώθω ἀλλιώτικα καί δοξάζω τό Θεό γι’ αὐτό. Βέβαια μπορεῖ νά μήν τό νιώθω θεολογικά ἀλλά μόνο συναισθηματικά, ὅμως κάτι ἴσως εἶναι κι αὐτό. Ἐμεῖς ἀπό μικρά τή Μ. Ἑβδομάδα μέσα στήν ἐκκλησία τή βγάζαμε.. Δέν λέω μεγάλες κουβέντες γιατί ἄνθρωπος εἶμαι καί μπορεῖ (ἄν καί τό ἀπεύχομαι) αὔριο-μεθαύριο νά εἶμαι κι ἐγώ Μ. Ἑβδομάδα σέ μπάρ καί τά σχετικά, ἀντί τῆς ἐκκλησίας”.
Ἡ Ἐλπίδα νιώθει ἐγκλωβισμένη ἀπό τόν ἰδεοψυχαναγκαστικό τρόπο πού λειτουργεῖ ἡ πίστη της: ἐφόσον δέν πῆγε τήν Κυριακή στήν ἐκκλησία “κάτι κακό μπορεῖ νά τῆς συμβεῖ”. Παραδέχεται μέσα της μέ ὀδυνηρή εἰλικρίνεια ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι ἔτσι ἡ γνήσια πίστη. Ἔχει τήν διορατικότητα νά ἀντιληφθεῖ πώς ἡ ἔντονη βίωση τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας εἶναι περισσότερο συναισθηματική, παρά θεολογική (μιά ἀνάλογη διορατικότητα δέν εἶναι δεδομένη γιά τά ἄτομα τῆς ἡλικίας της). Διακρίνεται ὁ φόβος της μήπως κάποτε ἐγκαταλείψει τήν πίστη καί τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Αὐτό γενικά ὀφείλεται στήν ἔντονη συναισθηματική ἀστάθεια τῶν ὁριακῶν προσωπικοτήτων. Εἰδικότερα, ὁ φόβος αὐτός σηματοδοτεῖ τήν ρευστότητα, ἀσάφεια-διάχυση (diffusion) καί τρωτότητα τοῦ ψυχικοῦ της ἑαυτοῦ (ταυτότητας). Ἀντίστοιχα δυσλειτουργικά στοιχεῖα παρουσιάζει καί ἡ χριστιανική της ταυτότητα-πίστη.
“Μιά ὥριμη αἴσθηση ταυτότητας περιλαμβάνει πρῶτον, μιά βασική αἴσθηση ἐσωτερικῆς συνέχειας.. δεύτερον, τή θεμελιώδη αἴσθηση ἐπιβεβαίωσης.. ὄχι μέσω τῆς ἐπιφανειακῆς ἤ τυχαίας ἐνθάρρυνσης, ἀλλά μέσω τῆς αὐθεντικῆς ἀναγνώρισης ὅτι ὁ ‘προσωπικός τρόπος (σσ. τοῦ ἐφήβου) μέ τόν ὁποῖο χειρίζεται τήν ἐμπειρία ἀποτελεῖ ἐπιτυχημένη παραλλαγή τοῦ ἀνάλογου τρόπου ἄλλων ἀνθρώπων τοῦ περιβάλλοντός του’.. Ἡ συνέχεια καί ἡ ἐπιβεβαίωση ὡς σημαντικά στοιχεῖα στήν πάλη τοῦ ἐφήβου μέ τήν ταυτότητα τοῦ ἐγώ, δείχνουν ὅτι ἡ ἐφηβεία εἶναι περίοδος ὅπου τό κεντρικό ἐρώτημα γίνεται: ‘ποιός εἶμαι ἐγώ ἐν σχέσει μέ τόν ἄλλον;’.. πίσω ἀπό τόν ἀγώνα γιά τήν ταυτότητα τοῦ ἐγώ βρίσκεται ἡ σιωπηρή ἤ ρητή πάλη γιά τήν ὑπέρτατη ταυτότητα, δηλαδή τό ἐρώτημα ‘ποιός εἶμαι ἐγώ ἐν σχέσει μέ τόν Θεό;’ “. Τό βίωμα ἐσωτερικῆς συνέχειας καί ἐπιβεβαίωσης τῆς Ἐλπίδας ἔχει διαρραγεῖ ἐδῶ καί χρόνια. Τά δύο θεμελιώδη ἐρωτήματα τῆς ταυτότητας ἐν σχέσει μέ τόν Ἄλλο καί μέ τόν Θεό παρέμειναν ἀναπάντητα, ἔχασαν τήν δυναμική φορά καί ἐξέλιξή τους, παρέλυσαν ὑπό τό βάρος τῆς ἀναπτυξιακῆς ἐμπλοκῆς (developmental arrest) τοῦ Ἑαυτοῦ.
Ἡ πίστη προϋποθέτει τήν αὐταπάρνηση-αὐτοπαράδοση, δηλαδή τήν ἀπάρνηση τῆς ἐμπαθοῦς πλευρᾶς τοῦ Ἑαυτοῦ (παλαιός ἄνθρωπος). Πῶς ὅμως νά ἀπαρνηθεῖ κανείς κάτι τό ὁποῖο δέν διαθέτει ἤ καλύτερα δέν εἶναι; Στήν περίπτωση τῆς Ἐλπίδας βλέπουμε ὅτι σηκώνει τό τεράστιο βάρος μιᾶς παθολογίας, γιά τήν ὁποία ἡ ἴδια εἶναι ἐλάχιστα ὑπεύθυνη. Μπροστά της βρίσκεται τό πεδίο τοῦ σκληροῦ θεραπευτικοῦ ἀγώνα νά ἀνατάξει καί νά ἀπαρτιώσει τόν ἑαυτό της. Μόνον τότε, μέ δραστικά αὐξημένη αὐτεπίγνωση καί ἐλευθερία θά μπορεῖ νά στοχαστεῖ συνειδητά καί ὥριμα πάνω στό θέμα τῆς πίστεως. Κατά πόσον δηλαδή θά ἐμπιστευθεῖ τήν ὕπαρξή της στόν Θεό.
“Ἡ πίστη ὡς αὐτοπαράδοση εἶναι τό ἄμεσο ἀντίδοτο τῆς ἀποξένωσης ὡς (σσ.ναρκισιστικῆς) αὐτοεπικέντρωσης. Ἀποτελεῖ μιά πράξη στήν ὁποία τό ἄτομο μέ ὅλο του τό εἶναι στρέφεται πρός τόν Θεό καί ἀφοσιώνεται σ’ Αὐτόν ὡς τήν τελική πηγή ζωῆς καί νοήματος. Μποροῦμε ἀκόμη νά περιγράψουμε τήν αὐτοπαράδοση ὡς τήν ἀπώλεια τῆς ζωῆς ὥστε νά τήν ἐπανεύρουμε, ὄχι νά τήν ἀναιρέσουμε”. Μιά τέτοια ὥριμη πίστη ὡς αὐτοπαράδοση περιλαμβάνει τόν Σταυρό (ἀπώλεια ζωῆς) καί τήν Ἀνάσταση (ἐπανεύρεση τῆς καινῆς ζωῆς). Προηγεῖται ὅμως μιά ἄλλη “ἀπώλεια ζωῆς” καί αὐτή εἶναι ἡ σταδιακή ἀπώλεια τῶν παθολογικῶν στοιχείων τοῦ ψυχισμοῦ. Τά τελευταῖα αὐτά, παρόλη τήν δυσφορία πού προκαλοῦν, εἶναι ἡ μόνη οἰκεία βιωματική κατάσταση τοῦ ἀτόμου, γιαυτό καί ἡ σταδιακή ἀπέκδυσή τους στήν πορεία τῆς θεραπείας πολλές φορές εἶναι ἰδιαίτερα ὀδυνηρή, σάν ἕνας ψυχολογικός θάνατος. Στόν “θάνατο” αὐτόν συμπεριλαμβάνεται και ἡ ἀπέκδυση διαφόρων φαντασιώσεων περί Θεοῦ, ὅπως ἡ ἐνοχική ἀντίληψη περί Θεοῦ τιμωροῦ, διώκτη, ἀκριβοδίκαιου ἤ ἡ ψυχαναγκαστική βίωση τῆς ἀρετῆς ὡς ἀνέφικτης “τελειότητας” (στήν πραγματικότητα τελειομανίας) καί πολλά ἄλλα. Μόνο μέσα ἀπ’ τήν ἀπέκδυση αὐτή θά ἀρχίσει νά ἀναδύεται ἡ γνήσια ταυτότητα, ὁ αὐθεντικός Ἑαυτός, ὁ μεγάλος ἄγνωστος.
Ἡ πίστη “..ἀποτελεῖ μιά πράξη τῆς σύνολης προσωπικότητας, στήν ὁποία τό ἄτομο εἶναι σέ θέση νά βεβαιώσει καί τήν πεπερασμένη καί τήν αἰώνια ἀξία τῆς ζωῆς του, ὄχι ἐπειδή ἡ ζωή του εἶναι ἀξιέπαινη ἤ ἰδιαιτέρως παραδειγματική, ἀλλά ἐπειδή (σσ. ὁ ἄνθρωπος) εἶναι ἄνευ ὅρων ἀποδεκτός ἀπό τόν Θεό τῆς ἀγάπης καί ἔχει ἄπειρη σημασία γιά Ἐκεῖνον”. Τότε μποροῦμε νά ἀναφερθοῦμε σέ μιά πίστη πού εἶναι “ἐλπιζομένων ὑπόστασις” (Ἑβραίους, 11, 1) καί ὄχι φανταζομένων.
Παραπομπές
- Τό βίωμα τῆς ἤττας στό πλαίσιο αὐτό ἀποτελεῖ κλινικό σύμπτωμα, μέ συγκεκριμένο ψυχοδυναμικό ὑπόστρωμα. Ἀλλά τό ἴδιο ἰσχύει καί σέ διάφορες ἄλλες κλινικές περιπτώσεις.
- Ἡ παρουσίαση τοῦ θέματος στό κείμενό μας εἶναι φυσικά ἐκλαϊκευμένη καί δέν ὑπεισέρχεται στό πλῆθος τῶν θεμάτων κλινικῆς θεωρίας καί τεχνικῆς πού ἀφορᾶ στήν συγκεκριμένη διαταραχή. Ἡ ὡς-ἐάν διαταραχή θά πρέπει νά μήν συγχέεται μέ τόν “ψευδῆ ἑαυτό” τοῦ D. Winnicott (βλ. V. Sherwood & C. Cohen, Psychotherapy of the quiet borderline patient, Jason Aronson, Northvale-New Jersey, 1994, σσ. 48-50).
- Διαμόρφωση σημαίνει σύνθετες ἀσυνείδητες διεργασίες στόν σταδιακό σχηματισμό τοῦ ψυχισμοῦ.
- Ἀκριβῶς ἐδῶ ὀφείλεται τό βαθύ βίωμα τῆς ἤττας: ὁ ἀσθενής “πρέπει” νά μήν ἔχει ἀνάγκη τόν ψυχοθεραπευτή καί, εἰ δυνατόν, κανένα ἄνθρωπο.. Ἡ ὅροι “αἰσθήματα ἀδυναμίας, ἐξάρτησης” χρησιμοποιοῦνται μέ τό φυσιολογικό τους περιεχόμενο, ἀφοροῦν σέ πανθρώπινα βιώματα.
- Σέ ὅλα τά ἀποσπάσματα τοῦ ἡμερολογίου οἱ πλάγιοι χαρακτῆρες εἶναι πρόσθετοι.
- βλ. Ernest Wolf, Treating the Self. Elements of Clinical Self Psychology, Guilford Press, New York 1988, σ. 70.
- Γιά περαιτέρω ἀνάλυση τοῦ θέματος βλ. π. Ἀθανασίου Παραβάντσου, Οἱ ψυχές τῶν ἄλλων. Ἀναζητώντας τόν μεταμοντέρνο Ἑαυτό, Ἁρμός, Ἀθήνα 2010, σσ. 15-28 & 141-142, ὅπου καί βιβλιογραφία.
- βλ. LeRoy Aden, Πίστη καί ἀναπτυξιακός κύκλος, Ψυχῆς Δρόμοι, τεῦχος 5, σσ. 101 & 102, Ἁρμός, Μάϊος 2013. Πρόκειται γιά πυκνό καί ἐξειδικευμένο κείμενο, βασισμένο στήν συμβολή τοῦ E. Erikson.
- Πίστη καί ἀναπτυξιακός κύκλος, ὅ.π, σ. 104.
- Πίστη καί ἀναπτυξιακός κύκλος, ὅ.π, σ. 106.