π. Ἀθανάσιος Παραβάντσος
Ὅταν γραφόταν ἱστορία: ἡ ἀλληλογραφία
μεταξύ Φρόυντ καί (πάστορα) Ὄσκαρ Πφίστερ
Πυλαία, Μάρτιος 2015
Εἰσαγωγή
Ἡ στενή καί μακροχρόνια σχέση τοῦ Φρόυντ μέ τόν προτεστάντη πάστορα Ὄσκαρ Πφίστερ παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τήν θεματολογία ἑνός περιοδικοῦ ὅπως τό “Ψυχῆς Δρόμοι”. Ἐκ πρώτης ὄψεως οἱ δύο ἄνδρες δέν θά μποροῦσαν νά εἶναι περισσότερο διαφορετικοί. Ὁ Φρόυντ, μαχητικός ἐκπρόσωπος τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τοῦ μεταφυσικοῦ μηδενισμοῦ, τῆς μεθοδικῆς διερεύνησης καί τῆς αἰτιοκρατικῆς λογικῆς, ἀπέρριπτε ἀπερίφραστα τήν “θρησκεία”, ἐνδιαφερόμενος μόνο γιά τήν ψυχαναλυτική διερεύνηση τῆς θρησκευτικότητας καί τῆς σημασίας της γιά τόν ψυχισμό. Ὁ Πφίστερ, διαμαρτυρόμενος ἑλβετός πάστορας, ἀνῆκε στόν φιλελεύθερο προτεσταντισμό, πού κήρυσσε ἕναν “ἀδογμάτιστο” χριστιανισμό. Οἱ σπουδές του περιλάμβαναν, ἐκτός τῆς θεολογίας, τήν ψυχολογία καί ἀργότερα τήν ψυχαναλυτική ἐκπαίδευση.
Θά περίμενε κανείς ὅτι θά ἦταν ἰδιαίτερα δύσκολο νά ἐναρμονιστοῦν οἱ ἀπόψεις καί οἱ προσωπικότητες ἑνός θρησκευτικοῦ λειτουργοῦ καί ἑνός μαχητικοῦ “ἀθέου” πάνω στό θέμα τῆς θρησκείας γενικότερα καί τῆς ψυχανάλυσης εἰδικότερα. Καί μάλιστα κατά τά πρῶτα (πολλά) χρόνια πού ἡ ψυχανάλυση ἀμφισβητήθηκε καί κατηγορήθηκε ἰδιαίτερα. Ἡ σχέση τῶν δύο ἀνδρῶν ὅμως ἐξελίχθηκε τελείως διαφορετικά. Παρ’ ὅλη τήν διαφωνία τους στόν πυρήνα τοῦ μεταφυσικοῦ ἐρωτήματος, ὁ μελετητής τῆς ἀλληλογραφίας τους διαπιστώνει διαρκῶς τήν μεταξύ τους ἀλληλοεκτίμηση, τόν ἀλληλοσεβασμό, τόν βαθύ θαυμασμό τοῦ Πφίστερ γιά τόν μεγάλο δάσκαλο τῆς ψυχανάλυσης, ἀλλά καί τήν δυνατότητά του νά διαφωνεῖ μέ ὁρισμένα βασικά σημεῖα τῆς ψυχαναλυτικῆς θεωρίας, ὅπως θέσεις τῆς θεωρίας τῆς σεξουαλικότητας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὁ Φρόυντ ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα τήν φιλομάθεια, φιλοπονία, ἀκεραιότητα καί εὐρύτητα πνεύματος τοῦ συνομιλητῆ του. Ἡ φιλία καί συνεργασία τους συνεχίστηκε μέχρι τόν θάνατο τοῦ Φρόυντ (1939).
Ὁ Πφίστερ ἦρθε σέ ἐπαφή μέ τό ἔργο τοῦ Φρόυντ τό 1908 καί σύντομα διέκρινε στήν ψυχανάλυση ἕνα πολύτιμο ἐργαλεῖο γιά τήν ποιμαντική του δράση. Ἀπό τό 1909 καί μέχρι τόν θάνατό του (1956) ἐξέδωσε διάφορα βιβλία καί ἄρθρα σχετικά μέ τήν ψυχαναλυτική τεχνική, τήν θρησκεία καί τήν ὑστερία, τήν ψυχολογία τῆς τέχνης, τόν ρόλο τῆς ψυχανάλυσης στήν ποιμαντική, τήν σχέση χριστιανισμοῦ καί ἄγχους καί ἄλλα συναφῆ θέματα. Ἰδιαίτερη βαρύτητα ἔδωσε στίς ἐφαρμογές τῆς ψυχανάλυσης στήν ἐκπαίδευση. Πρός ἀπάντηση τοῦ γνωστοῦ ἔργου τοῦ Φρόυντ περί θρησκείας “Τό μέλλον μιᾶς αὐταπάτης”, ὁ Πφίστερ ἔγραψε τό βιβλίο “Ἡ αὐταπάτη ἑνός μέλλοντος”. Ὅπως ἔχει γραφτεῖ, “Ἡ διαφωνία μέ τόν Φρόυντ δέν σήμαινε καί ρήξη μαζί του…Οἱ δύο ἄνδρες βασίζονταν στήν ἀγάπη τῆς ἀλήθειας, στήν ἀγάπη καθαυτήν, ὡς τόν κεντρικό συντελεστή γιά τήν κατανόηση τῆς ἀνθρωπότητας, στήν πλήρη ἀπουσία συμβιβασμοῦ σχετικά μέ τίς ἔσχατες καί ὕψιστες ἀξίες, καθώς καί στό ἀδιάφθορο τοῦ χαρακτήρα τους ἀπό ἐπαίνους ἤ κατηγορίες”.
Στό πλαίσιο πού ἐξετάζουμε ἔχει ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ Φρόυντ ἀποκαλοῦσε τόν ἑαυτό του ἐγκόσμιο “φροντιστή ψυχῶν” (γερμανικά: seelsorger). “Ὅταν ἀναφερόταν στήν ἀλληλογραφία του μέ τόν Φρόυντ, ὁ Πφίστερ ἦταν γεμάτος εὐγνωμοσύνη, καμάρι καί εὐχαρίστηση γιά τό οἰκοδόμημα, πάνω στό ὁποῖο οἱ δύο ‘ἀρχιτέκτονες’ ἐργάστηκαν ἐπί χρόνια”.
Ἡ ἀλληλογραφία τῶν δύο ἀνδρῶν διήρκεσε ἀπό τό 1909 ἕως τό 1938. Οἱ ἐπιστολές τῆς περιόδου ἀπό τόν Μάρτιο 1913 μέχρι τόν Σεπτέμβριο 1918 ἔχουν χαθεῖ.
Ἀποσπάσματα τῶν ἐπιστολῶν
Φρόυντ πρός Πφίστερ: “Θά πρέπει νά ἐκφράσω ἐπίσης τήν ἱκανοποίησή μου πού ἕνας λειτουργός τῆς θρησκείας ἀνέλαβε τήν ψυχιατρική ἐργασία μας καί ὁ ὁποῖος ἔχει πρόσβαση στόν ψυχισμό τόσων πολλῶν καί ὑγειῶν ἀτόμων..(18-1-1909) Ἐσεῖς εἶστε στήν καλότυχη θέση νά μπορεῖτε νά τούς ὁδηγήσετε στόν Θεό καί νά ἐπιφέρετε αὐτό πού ἀντίστοιχα ἀποτελοῦσε τήν εὐτυχῆ κατάσταση παλαιότερων ἐποχῶν, ὅταν ἡ θρησκευτική πίστη κατέπνιγε τίς νευρώσεις.. Τό κοινό μας ἀσχέτως φυλετικῆς καταγωγῆς εἶναι ἄθρησκο, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι γενικά εἴμαστε ὁλοκληρωτικά ἄθρησκοι.. Γνωρίζετε πώς γιά μᾶς ὁ ὅρος σέξ περιλαμβάνει αὐτό πού ἐσεῖς στήν ποιμαντική ἐργασία σας ἀποκαλεῖτε ἀγάπη καί σίγουρα δέν περιορίζεται στήν ὠμή εὐχαρίστηση τῶν αἰσθήσεων.. Ἡ ψυχανάλυση καθαυτήν δέν εἶναι οὔτε θρησκευτική οὔτε ἄθρησκη, ἀλλά ἀποτελεῖ ἕνα ἀμερόληπτο ἐργαλεῖο, τό ὁποῖο καί ὁ ἱερέας (priest) καί ὁ λαϊκός μποροῦν νά χρησιμοποιήσουν στήν ὑπηρεσία τοῦ πάσχοντος. Ἐκπλήσσομαι ἰδιαίτερα ἀπό τό γεγονός ὅτι οὐδέποτε μοῦ πέρασε ἀπό τόν νοῦ πόσο ἐξαιρετικά χρήσιμη θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ ψυχαναλυτική μέθοδος γιά τό ποιμαντικό ἔργο, ἀλλά αὐτό σίγουρα ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι γιά μένα, ἕναν φαῦλο παγανιστή (wicked pagan), τό ὅλο σύστημα (σ.τ.μ. θρησκευτικῶν) ἰδεῶν εἶναι πολύ ἀπόμακρο..” (9-2-1909).
Πολλά μπορεῖ νά ἐπισημάνει κανείς ἀπό αὐτά τά πρώιμα ἀποσπάσματα τῆς ἀλληλογραφίας τῶν δύο ἀνδρῶν. Παρ’ ὅλο τόν ἀμετακίνητο μεταφυσικό μηδενισμό του, ὁ πατέρας τῆς ψυχανάλυσης ἔχει τήν ἑτοιμότητα καί τήν εὐρύτητα πνεύματος νά παραδεχτεῖ ὅτι ἡ μέθοδός του μπορεῖ νά ἀποβεῖ ἰδιαίτερα χρήσιμη στήν ποιμαντική. Ὁμολογεῖ εἰλικρινά ὅτι αὐτή ἡ διαπίστωση δέν τοῦ εἶχε περάσει ἀπό τόν νοῦ πρίν τήν γνωριμία του μέ τόν Πφίστερ καί πώς ὁ ἴδιος ὡς “ἄπιστος” εἶναι ἄσχετος στά θέματα τῆς θρησκείας. Ἐπίσης ἀποδίδει εὔσημα στήν θρησκεία γιά τόν εὐεργετικό-σταθεροποιητικό ρόλο της ὡς πρός τόν ἀνθρώπινο ψυχισμό σέ παλαιότερες ἱστορικές περιόδους. Ἐμμέσως πλήν σαφῶς ἐννοεῖ πώς ἡ ἐποχή τῶν δύο συνομιλητῶν ἀντιστοιχοῦσε πλέον σέ πολύ πιό ἐκκοσμικευμένη κοινωνία στήν κεντρική καί δυτική Εὐρώπη, ἄρα ἀπαιτοῦσε καί διαφορετική μέθοδο θεραπείας τοῦ ψυχισμοῦ. Ἡ “θρησκευτική μέθοδος”, κατά τόν Φρόυντ, ἀφοροῦσε πλέον περιορισμένα στρώματα τοῦ πληθυσμοῦ.
Πφίστερ πρός Φρόυντ: “Ἡ (ἠθική) διαφορά ἀνάμεσα στήν δική σας καί στήν δική μου θεώρηση ἴσως δέν εἶναι τόσο μεγάλη, ὅσο θά ὑπέθετε κανείς ἀπό τό σχῆμα μου.. Ἐπειδή ἡ Μεταρρύθμιση οὐσιαστικά δέν ὑπῆρξε τίποτε ἄλλο παρά μιά ἀνάλυση τῆς ρωμαιοκαθολικῆς σεξουαλικῆς καταπίεσης, δυστυχῶς ὅμως ἐντελῶς ἀνεπαρκής, ἐξ οὗ ἡ ἀγχώδης νεύρωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς καθιερωμένης ἄποψης (orthodoxy).. Στά ἠθικά ζητήματα μποροῦμε (σ.τ.μ. οἱ “εὐαγγελικοί” πάστορες τῆς Ζυρίχης) νά εἴμαστε ἐλευθερόφρονες χωρίς νά εἴμαστε ἥρωες.. Τό ἰδεῶδες τοῦ ἐλεύθερου ἔρωτα λάμπει καί στόν δικό μας ἐσωτερικό κόσμο. Ἀλλά αὐτό πού δέν κατανοοῦμε εἶναι πῶς ἀλήθεια μπορεῖ νά συνδυαστεῖ ὁ ἐλεύθερος ἔρωτας μέ τόν γάμο. Εἶναι πολύ δύσκολο νά τραβήξουμε τήν διαχωριστική γραμμή ἀνάμεσα στόν “ἐλεύθερο” καί στόν “ξέφρενο” (wild) ἔρωτα..” (18-2-1909).
Ὁ Πφίστερ εἶναι γεμάτος ἐνθουσιασμό γιά τήν ψυχανάλυση καί σέ ὁλόκληρη τήν πολυετῆ ἀλληλογραφία του μέ τόν Φρόυντ φαίνεται νά τήν ἀσπάζεται σάν τήν “νέα Σιών” του. Ἴσως λόγω τοῦ ὅτι τό 1909 ἦταν ἀρχάριος στά ψυχαναλυτικά θέματα, φτάνει νά ἑρμηνεύει τήν Μεταρρύθμιση κατεξοχήν ἀπό σεξουαλική ἄποψη, ὡς ἀντίδραση στήν καταπίεση τοῦ ἔρωτα ἀπό τόν ρωμαιοκαθολικισμό. Πρόκειται γιά κλασσική περίπτωση ἑρμηνευτικῆς μονομέρειας, πολύ συνηθισμένης κατά τήν ἀνάδυση τῶν μεγάλων κοσμοθεωρητικῶν ρευμάτων τοῦ δυτικοῦ κόσμου στή διάρκεια τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰώνα. Ἀδημονώντας νά δείξει στόν μεγάλο διδάσκαλο ὅτι οἱ διαφορές τους εἶναι περιορισμένες, ἐμφανίζεται οἱονεί θιασώτης τοῦ ἐλεύθερου ἔρωτα, θέση ἐξαιρετικά προχωρημένη γιά τά ἤθη τῆς ἐποχῆς του καί μάλιστα προερχόμενη ἀπό προτεστάντη πάστορα, ἔστω καί φιλελεύθερο. Φαίνεται νά συνειδητοποιεῖ ὅμως τούς τεράστιους ἠθικούς καί κοινωνικούς κινδύνους πού ἐγκυμονεῖ ὁ ἐλεύθερος ἔρωτας, καθώς καί τό ἀσυμβίβαστό του μέ τόν θεσμό τοῦ γάμου καί ὄχι μόνον τοῦ χριστιανικοῦ. Δείχνει ἔντονα προβληματισμένος μπροστά στόν κίνδυνο νά ἀνοίξουν οἱ ἀσκοί τοῦ αἰόλου..
Ὁ Φρόυντ, μεταξύ ἄλλων, τοῦ ἀπάντησε: “..Μέ τήν ἱστορική ἔννοια, στήν ὁποία ἀναφέρεστε, κι ἐγώ ἐπίσης μπορῶ νά ὀνομάσω τόν ἑαυτό μου προτεστάντη καί στή συνάφεια αὐτή θυμᾶμαι πώς ὁ φίλος μου καθηγητής von Ehrenfels ἐπινόησε τόν ὅρο ‘σεξουαλικοί προτεστάντες’ καί γιά τούς δυό μας” (20-2-1909).
Στό γενικότερο θέμα τῆς ἐξιδανίκευσης τοῦ Φρόυντ ἀπό τούς μαθητές καί θαυμαστές του (ἐν οἷς καί ὁ Πφίστερ), ἀλλά καί στίς ἔντονες ἀντιδράσεις καί κατηγορίες τῶν ἀντιφρονούντων, ὁ Φρόυντ παρουσιάζεται στίς ἐπιστολές του προσεκτικός καί ὥριμος.
Φρόυντ πρός Πφίστερ: “..Δέν ἔχω τήν πρόθεση νά ὑπερασπιστῶ τόν ἑαυτό μου. Toποθέτησα ἐσκεμμένα τόν ἑαυτό μου μόνον ὡς παράδειγμα, ἀλλά ποτέ ὡς πρότυπο, οὔτε λόγος νά γίνω ἀντικείμενο εὐλάβειας (object of veneration).. Ἐνθυμοῦμαι ἕναν ξεχωριστό ἄνθρωπο πού μιά μέρα ἦρθε νά μέ ἐπισκεφτεῖ, ἕναν ἀληθινό δοῦλο τοῦ Θεοῦ, ἕναν ἄνθρωπο πού θά δυσκολευόμουν νά πιστέψω ὅτι ὑπάρχει ἐπειδή αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ὠφελήσει πνευματικά τόν καθένα πού συναντάει. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ὠφελήσατε ἀκόμα κι ἐμένα. Mετά τήν προτροπή σας ἀναρωτήθηκα γιατί δέν ἔνιωσα στ’ ἀλήθεια χαρούμενος καί σύντομα βρῆκα τήν ἀπάντηση. Ἀπαρνήθηκα τήν ἀνέφικτη ἰδέα νά πλουτίσω ἔντιμα, ἀποφάσισα μετά τήν ἀπώλεια ἑνός ἀσθενοῦς νά μήν δεχθῶ μιά ἀντικατάσταση αὐτῆς τῆς ἀπώλειας καί ἔκτοτε ἔνιωσα ὄμορφα καί χαρούμενα καί παραδέχομαι ὅτι εἴχατε δίκιο.. Ἀλλά ἄν δέν εἶχε προηγηθεῖ ἡ ἐπίσκεψή σας καί ἡ ἐπιρροή σας ποτέ δέν θά εἶχα καταφέρει κάτι τέτοιο..” (10-5-1909).
Ἡ εὐθύτητα καί ἡ σεμνότητα τοῦ Φρόυντ ἀπέναντι στόν Πφίστερ ἐντυπωσιάζουν. Ἄς μήν ξεχνοῦμε πώς ἀπευθύνεται σέ χριστιανό κληρικό, ὁ ὁποῖος ἐξ ὁρισμοῦ ἀποτελοῦσε εἰδική περίπτωση μεταξύ τῶν μαθητῶν τοῦ Φρόυντ: “Στό ὁλοκληρωτικά ἄθρησκο σπιτικό τῶν Φρόυντ, ὁ Πφίστερ μέ τήν ἀμφίεση τοῦ κληρικοῦ καί μέ τούς τρόπους ἑνός πάστορα ἦταν κάτι σάν ἐπισκέπτης ἀπό ἄλλο πλανήτη”. Βεβαίως θά μποροῦσε νά ἐπισημάνει κανείς ὅτι ἡ ἐκ μέρους τοῦ Πφίστερ ἐξιδανίκευση τοῦ Φρόυντ ἔπαιξε τόν ψυχοδυναμικό ρόλο της στήν διάδραση τῶν δύο ἀνδρῶν, ὅπως συμβαίνει πάντα ἄλλωστε. Ὅμως ἡ ἐξιδανίκευση αὐτή μετριάστηκε κατά πολύ ἀπό τήν κλινική πείρα τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῆς ψυχανάλυσης, ἀπό τήν ἐντιμότητα τοῦ Πφίστερ, καθώς καί ἐπειδή δοκιμάστηκε στόν χρόνο ἀπό τίς διαφωνίες τῶν δύο ἀνδρῶν, ὅπως θά δοῦμε εὐθύς ἀμέσως.
Φρόυντ πρός Πφίστερ: “Ἀγαπητέ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, μιά ἐπιστολή ἀπό ἐσᾶς ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά καλύτερα δυνατά πράγματα πού θά μποροῦσαν νά ἀναμένουν κάποιον κατά τήν ἐπιστροφή του. Ἀλλά μήν νομίζετε ὅτι πιστεύω ὅλα ἤ ἀκόμη καί μεγάλο μέρος ἀπό ὅσα πολύ εὐχάριστα λέτε σέ μένα καί γιά μένα, δηλαδή τά πιστεύω γιά σᾶς καί ὄχι γιά μένα. Δέν ἀρνοῦμαι ὅτι μοῦ κάνει καλό νά ἀκούω τέτοια λόγια, ἀλλά μετά ἀπό λίγο ἀνακαλῶ τήν δική μου αὐτογνωσία καί γίνομαι πολύ σεμνότερος.. Αὐτό πού θά μοῦ ἄρεζε εἶναι νά κερδίσουμε περισσότερους ἀνθρώπους σάν κι ἐσᾶς, σάν τόν Γιούνγκ.., ἀλλά δέν ὑπάρχουν πολλοί” (4-10-1909).
Ὁ Φρόυντ διαχειρίζεται ἐπιδέξια τήν μεταβίβαση τοῦ Πφίστερ. Δέν εἶναι πουριτανός ὥστε νά ἀρνηθεῖ τήν εὐχαρίστηση πού προκαλεῖ στόν δάσκαλο ὁ θαυμασμός καί ὁ ἐνθουσιασμός τῶν μαθητῶν του γι’ αὐτόν, συγχρόνως ὅμως ἀντιλαμβάνεται τούς μεγάλους κινδύνους πού τά παραπάνω ἐγκυμονοῦν γιά τήν εὐθυκρισία καί ἀμεροληψία του καί προφυλάσσει τόν ἑαυτό του στοχαζόμενος τίς ἐλλείψεις καί ἀδυναμίες του. Ἐπειδή σκοπός τῆς ζωῆς του εἶναι νά προαγάγει καί νά διαδώσει τήν ψυχανάλυση, παραδέχεται ἀπερίφραστα ὅτι θά ἦταν εὐχῆς ἔργον καί ἄλλοι ἀξιόλογοι ἄνθρωποι σάν τούς Πφίστερ καί Γιούνγκ νά πυκνώσουν τίς τάξεις τῶν ψυχαναλυτῶν. Σέ μεταγενέστερο στάδιο τῆς συνεργασίας τους, ὁ Πφίστερ ἐξέδωσε τό σύγγραμα “Ψυχαναλυτική μέθοδος”, ὅπου παρέθεσε καί κάποια βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ Φρόυντ. Ὁ τελευταῖος τόν διορθώνει εὐγενικά, ἐπειδή στό βιογραφικό του ἀναφέρεται ὡς καθηγητής: “Στήν πραγματικότητα δέν ὑπῆρξα ποτέ τακτικός καθηγητής τῆς νευρολογίας καί δέν ἤμουν παρά λέκτορας” (9-6-1924).
Ἄς δοῦμε μιά περίπτωση ἔντονης διαφωνίας μεταξύ τους.
Φρόυντ πρός Πφίστερ: “..ὁ ἔπαινος πρέπει πάντα νά εἶναι σύντομος, ἀλλά ἡ κριτική ὀφείλει νά εἶναι πιό μακροσκελής. Ἕνα πράγμα πού ἀντιπαθῶ εἶναι ἡ ἔνστασή σας γιά τήν ‘σεξουαλική θεωρία μου καί γιά τήν ἠθική μου’. Τήν τελευταία σᾶς τήν χαρίζω· ἡ ἠθική (ethics) εἶναι κάτι ξένο πρός ἐμένα καί ἐσεῖς εἶστε θρησκευτικός λειτουργός. Δέν πονοκεφαλιάζω καί πολύ σχετικά μέ τό καλό καί τό κακό, ἀλλά ἔχω βρεῖ περιορισμένο ‘καλό’ στά ἀνθρώπινα πλάσματα γενικά. Σύμφωνα μέ τήν ἐμπειρία μου οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι εἶναι σκουπίδια (trash), ἀσχέτως ἄν ὑποστηρίζουν δημοσίως ἐκεῖνο ἤ τό ἄλλο σύστημα ἠθικῆς ἤ κανένα ἀπολύτως. Αὐτό εἶναι κάτι πού ἐσεῖς δέν μπορεῖτε νά δηλώσετε δημόσια ἤ ἴσως οὔτε κἄν νά σκεφτεῖτε, ἄν καί οἱ ἐμπειρίες τῆς ζωῆς σας δύσκολα θά διαφέρουν ἀπό τίς δικές μου.. Ὅσο γιά τήν δυνατότητα τῆς μετουσίωσης μέσω τῆς θρησκείας, ἀπό θεραπευτική ἄποψη μπορῶ μόνον νά σᾶς ζηλεύω. Ἀλλά ἡ ὁμορφιά τῆς θρησκείας σίγουρα δέν ἀνήκει στήν ψυχανάλυση. Εἶναι φυσικό οἱ δρόμοι μας νά χωρίζουν σ’ αὐτό τό σημεῖο τῆς θεραπείας (σ.τ.μ. ἀφορᾶ τίς ἐνορμήσεις) καί αὐτό ἄς παραμείνει ἔτσι. Παρεμπιπτόντως, πῶς ἔγινε κανείς ποτέ ἀπό ὅλους τούς εὐλαβεῖς νά μήν ἔχει ἀνακαλύψει τήν ψυχανάλυση; Γιατί χρειάστηκε ἡ ἀνακάλυψη νά περιμένει ἕναν ἐντελῶς ἄθεο ἑβραῖο;” (9-10-1918).
Ὁ Πφίστερ ἀμφισβητώντας ὁρισμένα θεμελιώδη στοιχεῖα τῆς θεωρίας τῆς σεξουαλικότητας, φαίνεται πώς ἔθιξε τά “ἅγια τῶν ἁγίων” τοῦ Φρόυντ. Ὁ τόνος τῆς ἐπιστολῆς τοῦ τελευταίου εἶναι σέ ὁρισμένα σημεῖα κοφτός (“τήν ἠθική σᾶς τήν χαρίζω”) καί αὐστηρός (“οἱ ἄνθρωποι στήν πλειονότητά τους εἶναι σκουπίδια”), ὄχι ὅμως ἀπορριπτικός ἤ ἀγενής πρός τόν συνομιλητή του.
Ἡ δημιουργικότητα τοῦ Φρόυντ ἦταν ἀπολύτως ἀφοσιωμένη στόν κύριο στόχο ζωῆς του πού ὑπῆρξε ἡ ψυχανάλυση. Ὁλοκληρώνοντας μεταγενέστερη ἐπιστολή του πρός τόν Πφίστερ, ὁ Φρόυντ γράφει: “Παρακαλῶ, δεχθεῖτε τίς θερμές εὐχαριστίες μου γι’ αὐτόν τόν ἐμπλουτισμό τοῦ ψυχαναλυτικοῦ μου θησαυροῦ” (21-6-1920). Τά πρόσωπα καί ἡ καταστάσεις κρίνονται μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς στάσης τους πρός τόν “θησαυρό” τοῦ διδασκάλου, φαινόμενο πολύ συνηθισμένο στήν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ. Θεωρεῖ τίς ἀνακαλύψεις του ὡς ἀνθρωπολογικῆς σημασίας καί πολύ βαθύτερες ἀπό τά σχολαστικά καί αὐτοαναιρούμενα συστήματα ἠθικῆς τῆς δυτικῆς σκέψης. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι προκειμένου νά ἐκφράσει τήν σαφῶς ἀπαισιόδοξη θέασή του περί ἀνθρώπου ἐπικαλεῖται τίς ἐμπειρίες του καί ὄχι ἀπόψεις ἤ θεωρητικά ἐπιχειρήματα. Τό κοσμοθεωρητικό ὑπόβαθρο τοῦ Φρόυντ εἶναι ὀρθολογικό ἀλλά καί ἐμπειριοκεντρικό, κάτι πού τοῦ ἐπιτρέπει ἐν μέρει νά ὑπερβεῖ τά στενά ὅρια τῆς ἐργαλειακῆς (αἰτιοκρατικῆς) λογικῆς (instrumental reason), ἀλλιῶς ἡ ἐμβάθυνση στό ἀσυνείδητο θά ἦταν ἴσως ἀκατόρθωτη. Ταυτόχρονα προτάσσει τήν ἐμπειρία ἀπέναντι σ’ αὐτό πού θεωρεῖ ἠθικισμό ἤ ἀφηρημένες θεωρίες πού δέν βασίζονται στήν πραγματικότητα. Μοιάζει σάν ἰδιότυπη περίπτωση ἐφαρμογῆς τοῦ πατερικοῦ, “πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις”. Γιά τόν Φρόυντ ἡ μόνη πραγματικότητα καί τό ἐπίκεντρο τῆς προσοχῆς του εἶναι ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος. Ἡ ψυχαναλυτική καταβύθιση τοῦ διδασκάλου στά ἄδυτα τοῦ ψυχισμοῦ τόν ἔφεραν σέ διαρκή ἐπαφή μέ τά πάθη καί τήν ὀσμή θανάτου πού ἀποπνέει στόν ὑπαρξιακό πυρήνα του ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος. Ὁ Φρόυντ φαίνεται νά ἀντιλαμβάνεται ὀρθά ὅτι στόν ἐσώτατο πυρήνα της ἡ ὑπαρξιακή ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀμετάθετη καί λόγω τοῦ μεταφυσικοῦ μηδενισμοῦ του ἡ τελική συνισταμένη τῶν ἀναζητήσεών του εἶναι ἡ ἀπαισιόδοξη ἀνθρωπολογία καί ἡ ὑποτίμηση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ὄχι ὅμως καί τοῦ κάθε συγκεκριμένου ἀτόμου πού μπαίνει σέ ψυχανάλυση. Μόνη διέξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν δυνητικά ἐπικίνδυνη κυριαρχία τῶν ἐνστίκτων (λίμπιντο καί ἐπιθετικότητας) εἶναι ἡ μετουσίωση (sublimation). Ἡ γνωριμία τοῦ Φρόυντ μέ τόν Πφίστερ βοηθάει τόν πρῶτο νά συνειδητοποιήσει πληρέστερα ὅτι, ἐκτός ἀπό τίς Καλές Τέχνες καί τίς ἐπιστῆμες, ἡ θρησκευτικότητα ἐπίσης ἀποτελεῖ σπουδαῖο δυνητικό πεδίο μετουσίωσης τῶν ἐνορμήσεων. Γιαυτό καί ἀπευθυνόμενος στόν Πφίστερ τοῦ λέει εὐγενικά πώς “τόν ζηλεύει” γιά αὐτήν τήν δυνατότητα μετουσίωσης πού ὁ ἴδιος ὁ Φρόυντ, ὡς “ἄθεος”, δέν διαθέτει.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Πφίστερ εἶναι ἐνδεικτική τῆς ἐκ μέρους του ἔντονης ἐξιδανίκευσης τοῦ διδασκάλου.
Πφίστερ πρός Φρόυντ: “..Στό τέλος διερωτᾶστε γιατί ἡ ψυχανάλυση δέν ἀνακαλύφθηκε ἀπό κανέναν εὐλαβή, παρά ἀπό ἕναν ἄθεο ἑβραῖο. Προφανῶς ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἡ εὐλάβεια δέν ταυτίζεται μέ τήν ἰδιοφυΐα γιά ἀνακαλύψεις καί πώς οἱ πλεῖστοι τῶν θεοφοβούμενων δέν τό ‘χαν μέσα τους (did not have it in them) νά κάνουν τέτοιες ἀνακαλύψεις. Ἐπιπλέον, πρῶτον δέν εἶστε ἰουδαῖος (σ.τ.μ. ἐνεργά θρησκευόμενος)… καί δεύτερον δέν εἶστε χωρίς θεό (godless), ἐπειδή ἐκεῖνος πού βιώνει τήν ἀλήθεια ζεῖ ἐν τῷ Θεῷ… θά ἔλεγα γιά σᾶς: δέν ὑπῆρξε ποτέ καλύτερος χριστιανός” (29-10-1918).
Ὁ θαυμασμός τοῦ Πφίστερ γιά τόν Φρόυντ τόν κάνει νά παραβλέπει πρός στιγμήν ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν ἐπιστημονικῶν καί τεχνικῶν ἀνακαλύψεων τῆς νεωτερικότητας ἔγινε ἀπό κοινωνίες πού παρέμειναν ὡς ἕνα βαθμό χριστιανικές (παρ’ ὅλη τήν σταδιακή ἐκκοσμίκευση), καί νά μιλᾶ ὑποτιμητικά γιά τούς “εὐλαβεῖς”. Σέ ἄλλη ἐπιστολή ὅμως ἀναφέρει πλειάδα σημαντικῶν προσωπικοτήτων πού ἦσαν χριστιανοί. Προχωρώντας τολμηρά ὁ πάστοράς μας χαρακτηρίζει τόν Φρόυντ ἄνθρωπο τῆς ἀλήθειας καί συνεπῶς ἐκ Θεοῦ, παραβλέποντας ὅτι ὁ διδάσκαλος ἀδιαφοροῦσε γιά τέτοιες θρησκευτικές συσχετίσεις καί ἀναφορές, ἄν δέν ἐνοχλεῖτο κιόλας. Καταλήγει μέ τήν βαρύγδουπη δήλωση ὅτι δέν ὑπῆρξε ποτέ καλύτερος “χριστιανός” ἀπό τόν Φρόυντ…
Οὐσιαστικά πρόκειται γιά τήν πολυετή ἀγωνία τοῦ Πφίστερ νά δείξει στόν Φρόυντ ὅτι οἱ μεταξύ τους διαφορές κοσμοθεωρίας εἶναι δευτερεύουσες καί ἐπουσιώδεις. Ἀνάλογη ἀγωνία δέν διαπιστώνουμε στόν Φρόυντ, μόνο διάθεση σύγκλισης. Ἡ ἐξήγηση τοῦ φαινομένου αὐτοῦ νομίζω πώς εἶναι ἀρκετά ἁπλή. Ὁ Πφίστερ αἰσθάνεται τήν πίεση τῆς νεωτερικότητας καί τήν δυσκολία τοῦ θρησκειοποιημένου χριστιανισμοῦ νά ἐπιβιώσει μακροπρόθεσμα στά πλαίσια τοῦ νεωτερικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀπό αὐτήν τήν ἀγωνία προκύπτει καί ὁ “φιλελεύθερος καί ἀδογμάτιστος” προτεσταντισμός τοῦ Πφίστερ, τόν ὁποῖο ἐπιδεικνύει σέ κάθε εὐκαιρία: πρέπει νά ἀποδείξει ὅτι ἡ δική του ἐκδοχή περί χριστιανισμοῦ δέν εἶναι ἄσχετη μέ τήν περιρρέουσα πραγματικότητα, ἀλλά χρήσιμη. Χαλαρώνει ἔντονα τήν διάκριση μεταξύ τοῦ βιβλικοῦ νοήματος τῆς ἀλήθειας καί τοῦ νεωτερικοῦ, σέ βαθμό νά τά ταυτίζει προκειμένου νά “χωρέσει” καί ἡ ψυχανάλυση στό πλαίσιο αὐτό. Δέν ὑποψιάζεται ὅτι ἡ κεντρική συνισταμένη τῶν ἀπόψεών του εἶναι ἕνας χριστιανισμός ἀποχρωματισμένος καί ταυτισμένος μέ τίς τρέχουσες κοινωνιολογικές καί ψυχαναλυτικές θεωρίες. Τό ἐντυπωσιακό ὅμως εἶναι πώς αὐτό τό ἄδειασμα τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπό τήν οὐσία του τό ὑποψιάζεται ὁ Φρόυντ!
Σέ μεταγενέστερη ἐπιστολή του ὁ Πφίστερ ὁμολογεῖ: “Ἡ διαφορά μας προκύπτει κυρίως ἀπό τό γεγονός ὅτι ἐσεῖς μεγαλώσατε κοντά σέ παθολογικές μορφές θρησκείας καί θεωρεῖτε πώς αὐτή εἶναι γενικά ἡ ‘θρησκεία’, ἐνῶ ἐγώ εἶχα τήν τύχη νά μπορῶ νά στραφῶ σέ μιά ἐλεύθερη μορφή θρησκείας, ἡ ὁποία σέ σᾶς φαίνεται νά εἶναι ἕνα ἄδειασμα τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπό τό περιεχόμενό του, ἐνῶ ἐγώ τήν θεωρῶ ὡς τόν πυρήνα καί τήν οὐσία τοῦ εὐαγγελισμοῦ” (20-2-1928). Δύο χρόνια πρίν, ὁ Πφίστερ εἶχε γράψει στόν Φρόυντ: “Ἀναμφίβολα ἡ θεραπεία τῶν ψυχῶν θά γίνει κάποτε ἕνα ἀναγνωρισμένο μή-ἐκκλησιαστικό κι ἀκόμη μή-θρησκευτικό ἐπάγγελμα. Mόνο νά μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι νά γίνουν καλοί καί εὐτυχισμένοι, μέ ἤ χωρίς τήν θρησκεία, τότε ὁ Κύριος θά χαμογελάσει ἐπιδοκιμαστικά γιά τό ἔργο αὐτό… Μοῦ προξενεῖ μεγάλη θλίψη τό ὅτι οἱ θεολόγοι εἶναι τόσο ὀπισθοδρομικοί καί ἐλλειματικοί.., παραείναι ἀπασχολημένοι μέ βλακώδεις καβγάδες γύρω ἀπό θεωρητικές ἀρχές καί ἀδυνατοῦν νά νοιάζονται ἔντονα γιά τήν ψυχολογική ὑγεία τῶν λαϊκῶν ἤ τήν δική τους” (10-9-1926).
Διαπιστώνουμε ὅτι ὁ Φρόυντ ἀντί νά παρασυρθεῖ ἀπό τήν ἐξιδανίκευση καί τόν διαχρονικό θαυμασμό τοῦ Πφίστερ πρός τό πρόσωπό του, ὄχι μόνο προσέχει νά μή χάσει τήν εὐθυκρισία του ἀπό αὐτά, ἀλλά καί ἐπισημαίνει πώς τά χαλαρά θεολογικά κριτήρια τοῦ Πφίστερ ὁδηγοῦν σέ ἕναν ἀλλοιωμένο χριστιανισμό, σέ μιά ἐκκοσμικευμένη ἀντίληψη περί ἀλήθειας καί εὐαγγελισμοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά διατυπώνεται ἀνάγλυφος ὁ πυρήνας τῆς ἐκκοσμίκευσης τοῦ Πφίστερ, πού ἀντανακλᾶ σέ μεγάλο βαθμό καί τήν ἐξελικτική βίωση τῆς νεωτερικότητας ἀπό τά μορφωμένα κοινωνικά στρώματα τῆς Δύσης. Πρόκειται γιά τήν μεγάλη παράδοση πού ξεκίνησε ἀπό τόν Καρτέσιο καί “τοποθετεῖ τήν ἀλήθεια στόν χῶρο τῆς ὑποκειμενικότητας.. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτό τό ὁποῖο ἐγώ σκέπτομαι, αὐτό τό ὁποῖο ἐγώ μπορῶ νά προσδιορίσω ὡς παράγωγο τῆς νόησής μου. Ἀκόμη κι ὁ Θεός, ἤ ὁποιαδήποτε ἐξωτερική ἀλήθεια, ὑπάρχει διότι μπορῶ νά τήν σκεφτῶ ἐγώ.. Αὐτό δημιουργεῖ μίαν ἐπανάσταση, διότι γιά πρώτη φορά ἀποσυνδέει τό ὑποκείμενο ἀπό τίς κεκτημένες παραδόσεις.. Εἶναι ἕνα ψυχικό ὑποκείμενο (καί τό ἐγώ τό φροϋδικό κατάγεται ἀπό τέτοιου εἴδους ‘ψυχικότητα’), μία ἀπόλυτη ψυχική ὕπαρξη, ἡ ὁποία θέτει ὑπό τήν κρίση της ὁποιεσδήποτε παραδόσεις καί ἀλήθειες καί εἶναι ἀποσυνδεδεμένη ἀπο ὁτιδήποτε δέν εἶναι σκέψη, προσωπική της, ἀτομική σκέψη”. Ὁ Πφίστερ μέ τίς συγκεκριμένες ἀπόψεις ἀλλά καί τή γενικότερη νοοτροπία του ἐκφράζει αὐθόρμητα τήν καρτεσιανή παράδοση, μέ τήν ὁποία ὑποκαθιστᾶ τήν βιβλική ἔννοια τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀλήθεια παύει νά ἔχει ὀντολογικό χαρακτήρα (στήν χριστιανική ἐκδοχή: κοινωνία τριῶν ἄκτιστων ὑποστάσεων) καί γίνεται νοησιαρχία καί ψυχολογισμός. Νοησιαρχία ἐφόσον ταυτίζεται μέ τήν ἐπιστημονική-φιλοσοφική σκέψη καί ψυχολογισμός ἀφοῦ θέτει ὡς στόχο τῆς ὕπαρξης νά γίνουν οἱ ἄνθρωποι “καλοί καί εὐτυχισμένοι”, ἀδιαφορώντας γιά τήν ἀναζήτηση νοήματος. Μέ τέτοιες φιλοσοφικές προϋποθέσεις δέν ἐκπλήσσει ἡ (ὀρθή) πρόβλεψη τοῦ Πφίστερ ὅτι ἡ “θεραπεία ψυχῶν” θά γίνει ἕνα κοσμικό-ἐπιστημονικό ἐπάγγελμα καί πώς ὁ στόχος τῆς “εὐτυχίας” καθιστᾶ τήν θρησκεία οὐσιαστικά ἄσχετη μέ τόν ἀνθρώπινο βίο. Ἡ πρόβλεψη αὐτή τοῦ πάστορά μας ἐπαληθεύτηκε ἐντυπωσιακά στόν δυτικό κόσμο, ἰδίως μετά τόν Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, μέ τήν διάχυτη ἀναγωγή ὅλων τῶν προβλημάτων σέ ψυχολογικά καί τήν ἀποκλειστικά ἐνδοκόσμια θέασή τους.
Γιά τό ζήτημα τῶν μεγάλων ἀντιπαραθέσεων γύρω ἀπό τήν ψυχανάλυση, οἱ ὁποῖες ξέφυγαν ἀπό τό στενό ἰατρικό πλαίσιο καί προκάλεσαν εὐρύτερη ἀναστάτωση στήν κοινή γνώμη, ὁ Φρόυντ γράφει στόν Πφίστερ: “Κατανοῶ πλήρως τό ὅτι ἀποδίδουμε πολύ μικρή σημασία στήν τυπική παρουσία (appearances) στά (γενικά ψυχιατρικά) συνέδρια. Ἡ δημόσια ἀντιπαράθεση γύρω ἀπό τήν ψυχανάλυση εἶναι ἀδύνατη· δέν ἔχουμε τήν ἴδια θεωρητική θεμελίωση καί τίποτα δέν μπορεῖ νά γίνει ἀπέναντι στόν συναισθηματισμό πού ἐλλοχεύει. Ἡ ψυχανάλυση εἶναι ἕνα κίνημα μέ βαθιές ρίζες καί οἱ δημόσιες ἀντιπαραθέσεις σίγουρα θά εἶναι ἐξίσου ἄχρηστες μέ τίς θεολογικές διαμάχες τῆς ἐποχῆς τῆς Μεταρρύθμισης…, σέ συζητήσεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἁπλῶς κάνετε παράλληλους μονόλογους (you merely talk past each other)..” (28-5-1911).
Ἄς δοῦμε ἕνα σημαντικό ἀπόσπασμα ἐπιστημολογικῆς κριτικῆς τοῦ Πφίστερ σέ βασικές θέσεις τοῦ Φρόυντ.
Πφίστερ πρός Φρόυντ: “Πάντοτε τόνισα πώς ἡ ψυχανάλυση εἶναι τό γονιμότερο μέρος τῆς ψυχολογίας, ἀλλά δέν ἀποτελεῖ τό σύνολο τῆς ἐπιστήμης τοῦ ψυχισμοῦ καί εἶναι ἀκόμη λιγότερο φιλοσοφία περί ζωῆς καί κόσμου.. Ἡ “καθαρή” ἐμπειρία κατά τήν ἄποψή μου ἀποτελεῖ μύθο ὅπως καί νά’ χει καί ἄν δοῦμε τήν ἱστορία τῶν ἐπιστημῶν διαπιστώνουμε πόσο ἀμφίβολη εἶναι ἡ πραγματικότητα πού κρύβεται πίσω ἀπό τήν ἀποκαλούμενη ἐμπειρία μας.. Κατά τή γνώμη μου δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καθαρός ἐμπειριοκράτης καί ἕνας ἄνθρωπος πού προσκολλᾶται ἄκαμπτα στά (ἐμπειρικά) δεδομένα εἶναι σάν τόν καρδιολόγο πού παραβλέπει τόν σύνολο ὀργανισμό.. Ἔτσι, πρέπει νά ἐντάξω τό ἀσυνείδητο στό σύνολο τῆς ψυχικῆς ζωῆς καί τήν τελευταία στήν κοινωνία, στό σύμπαν..
Τό ὑποκατάστατό σας γιά τήν θρησκεία εἶναι κατά βάση ἡ ἀντίληψη τοῦ Διαφωτισμοῦ τοῦ 18ου αἰώνα μέ ὑπερήφανo σύγχρονo ἔνδυμα. Πρέπει νά ὁμολογήσω πώς, παρ’ ὅλη τήν εὐχαρίστησή μου ἀπό τήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης καί τεχνικῆς, δέν πιστεύω στήν ἐπάρκεια αὐτῆς τῆς λύσης τοῦ προβλήματος τῆς ζωῆς. Εἶναι πολύ ἀμφίβολο ἐάν, συνυπολογίζοντας τά πάντα, ἡ ἐπιστημονική πρόοδος ἔκανε τούς ἀνθρώπους εὐτυχέστερους ἤ καλύτερους.. Δέν καταλαβαίνω σωστά τήν ἄποψή σας γιά τήν ζωή. Eἶναι ἀδύνατον αὐτό πού ἀπορρίπτετε ὡς τό τέλος μιᾶς αὐταπάτης (σ.τ.μ. θρησκεία) καί αὐτό πού ἐκτιμᾶτε ὡς τήν μόνη ἀλήθεια (σ.τ.μ. θετικιστική-ἐμπειριοκρατική μέθοδος) νά εἶναι τό πᾶν. Ἕνας κόσμος χωρίς ναούς, χωρίς καλές τέχνες, ποίηση, θρησκεία, κατά τή γνώμη μου θά ἦταν κόλαση.. Ἄν ἀποτελοῦσε μέρος τῆς ψυχαναλυτικῆς θεραπείας νά παρουσιάσουμε στούς ἀσθενεῖς μας αὐτό τό ἐρημωμένο σύμπαν ὡς τήν ἀλήθεια, τότε θά εἶχα μεγάλη κατανόηση ἄν οἱ φουκαράδες (poor devils) προτιμοῦσαν νά παραμείνουν περιχαρακωμένοι στήν ἀσθένειά τους παρά νά εἰσέλθουν σ’ αὐτήν τήν τρομακτική παγερή ἐρήμωση.. Συνεπῶς, παραμένει ἀνάμεσά μας ἡ μεγάλη διαφορά ὅτι ἐγώ ἀσκῶ τήν ἀνάλυση στό πλαίσιο ἑνός σχεδίου γιά τήν ζωή, τό ὁποῖο ἐσεῖς ἀντιμετωπίζετε μέ ἐπιείκια ὡς σκλαβιά στήν (θρησκευτική) κλήση μου, ἐνῶ ἐγώ θεωρῶ αὐτή τήν φιλοσοφία ζωῆς ὄχι μόνο ὡς ἰσχυρό βοήθημα τῆς θεραπείας.., ἀλλά ἐπίσης καί ὡς τήν λογική συνέπεια μιᾶς φιλοσοφίας πού ὑπερβαίνει τόν νατουραλισμό καί τόν θετικισμό, βασίζεται στέρεα στήν ἠθική καί κοινωνική ὑγιεινή καί ἐναρμονίζεται μέ τήν φύση τῆς ἀνθρωπότητας καί τοῦ κόσμου” (24-11-1927).
Ὁ Πφίστερ διαβλέπει τόν κίνδυνο ἀπολυτοποίησης τῆς ψυχαναλυτικῆς θέασης τοῦ κόσμου, τῆς τέχνης, τῆς ἱστορίας. Ἀντιλαμβάνεται ὀρθά ὅτι ἡ ψυχανάλυση δέν ἀποτελεῖ κοσμοθεωρία οὔτε φιλοσοφία, ἀλλά μέθοδο μέ συγκεκριμένη στόχευση. Καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά διαβλέπει ὅτι θά πρέπει ἡ ψυχολογία τοῦ βάθους νά ἐνταχθεῖ ἡ ἴδια σέ μιά εὐρύτερη θεώρηση τῆς ζωῆς, ἀπό τήν ὁποία νά ἀναζωογονεῖται καί νά ὑποστηρίζεται. Συνεπής ὁ ἴδιος μέ τίς ὠφελιμιστικές θεολογικές καί λοιπές καταβολές του μιλᾶ γιά “κοινωνική καί ἠθική ὑγιεινή”. Κατανοεῖ διανοητικά καί βιωματικά πώς ἡ θετικιστική-ἐμπειριοκρατική ἀναγωγή τῶν μεγάλων ἐκδηλώσεων τῆς ζωῆς στίς ἐνορμήσεις (λίμπιντο καί ἐπιθετικότητα), ἀφαιρεῖ ἀπό τίς πρῶτες τό δικό τους βαθύ καί διαχρονικό νόημα. Αὐτό κατά τόν Πφίστερ ὠθεῖ τά πράγματα σέ μιά ἐφιαλτική ἀπογύμνωση ἀπό τήν αὐταξία καί τήν ὀμορφιά τους, σέ μιά τρομακτική ἐρήμωση. Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ἐδῶ ὁ ἐπιστολογράφος διαβλέπει τήν ἀλαζονεία καί τό ἀσφυκτικό πλαίσιο τοῦ ἀκραίου θετικισμοῦ-ἐμπειρισμοῦ, ἔστω κι ἄν αὐτή ἔρχεται μέ “ἐπιστημονικό” ἔνδυμα καί ὄχι ἰδεολογικό ἤ ἠθικό. Ἴσως αὐτή ἡ κριτική του νά ἀποτελεῖ καί πρόδρομη ἀνησυχία γιά τόν ὁλοκληρωτισμό τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νά ἐμφανιστεῖ ἐλάχιστα χρόνια μετά τίς γραμμές αὐτές πού ἔγραψε ὁ ἑλβετός πάστορας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἶναι ἀλήθεια πώς παρ’ ὅλη τήν δημόσια διακήρυξη πίστης τοῦ Φρόυντ στόν ὀρθό λόγο καί στά πρωτεῖα τῆς αἰτιοκρατικά ἐπαληθευόμενης ἐμπειρίας, οἱ ἐρευνητές τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου του ἔχουν ἀνακαλύψει πλῆθος ἐνδιαφερόντων καί δραστηριοτήτων του πού εἶναι ἀντίθετες στό στενό αὐτό πλαίσιο.
Ὁλοκληρώνοντας κάποια ἐπιστολή του ὁ Φρόυντ γράφει στόν Πφίστερ: “Ἀρκετά μέ ὅλα αὐτά τά βαθυστόχαστα (πού συζητήσαμε). Γυρίζω πίσω στό ἀπερίγραπτα βλακῶδες ἀλλά οἰκουμενικό ἀξίωμα τῆς παντοδυναμίας τῶν σκέψεων..” (24-2-1928). Ἐκ πρώτης ὄψεως κανείς δέν θά περίμενε ἀπό τόν Φρόυντ νά ἐκφραστεῖ τόσο περιφρονητικά γιά τήν καρτεσιανή ὑπερέξαρση τῆς ὑποκειμενικῆς σκέψης..!
Σχετικά μέ τό ζήτημα ἐάν τήν ψυχανάλυση θά ἀσκοῦν μόνο γιατροί ἤ ποιοί πρέπει νά ἀποκλειστοῦν, ὁ Φρόυντ γράφει: “Δέν ξέρω ἄν ἔχετε ἀνακαλύψει τόν μυστικό σύνδεσμο ἀνάμεσα στό βιβλίο μου γιά τήν μή ἰατρική ἀνάλυση (Lay Analysis) καί σ’ ἐκεῖνο σχετικά μέ τήν θρησκεία (“Τό μέλλον μιᾶς αὐταπάτης”). Στό πρῶτο ἐπιθυμῶ νά προστατεύσω τήν ἀνάλυση ἀπό τούς γιατρούς καί στό δεύτερο ἀπό τούς ἱερεῖς. Θά ἤθελα νά παραδώσω τήν ἀνάλυση σέ ἕνα ἐπάγγελμα πού ἀκόμη δέν ὑπάρχει, ἕνα ἐπάγγελμα λαϊκῶν φροντιστῶν τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖοι δέν χρειάζεται νά εἶναι γιατροί καί δέν θά πρέπει νά εἶναι ἱερεῖς” (25-11-1928).
Πφίστερ πρός Φρόυντ: “Ὅπως ὁ προτεσταντισμός κατήργησε τήν διαφορά μεταξύ λαϊκῶν καί κληρικῶν, ἔτσι πρέπει καί ἡ θεραπεία τῶν ψυχῶν νά ἐκλαϊκευτεῖ καί νά ἐκκοσμικευθεῖ. Ἀκόμα καί οἱ πλέον μισαλλόδοξοι ὀφείλουν νά παραδεχτοῦν πώς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν περιορίζεται ἀπό τήν ὀσμή τοῦ θυμιάματος. Ἐντούτοις, μοῦ φαίνεται πώς ὄχι μόνον τά παιδιά ἀλλά καί οἱ ἐνήλικοι ἔχουν πολύ συχνά μιά ἐσωτερική ἀνάγκη θετικῶν ἀξιῶν πνευματικῆς φύσεως, ἀνάγκη ἠθικῆς καί μιᾶς φιλοσοφίας ζωῆς, καί αὐτά δέν μπορεῖ νά τά προσφέρει ἡ ψυχανάλυση.. Ἄν κανείς ἱερέας δέν πρέπει νά ἀσκεῖ ψυχανάλυση, τότε δέν θά ἔπρεπε νά τήν ἀσκεῖ κανείς χριστιανός ἤ ὁποιοδήποτε θρησκευόμενο ἤ ἠθικά βαθυστόχαστο ἄτομο καί ἐσεῖς ὁ ἴδιος τονίζετε ὅτι ἡ ἀνάλυση εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό τήν κοσμοθεωρία. Στό κάτω-κάτω ἡ δυσπιστία δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ἀρνητική πεποίθηση. Δέν πιστεύω ὅτι ἡ ψυχανάλυση ἀποκλείει τήν τέχνη, τήν φιλοσοφία, τήν θρησκεία, ἀλλά ὅτι βοηθάει νά τίς ἀποκαθάρουμε καί νά τίς ἐκλεπτύνουμε. Συγχωρέστε ἕναν βετεράνο θαυμαστή τῆς τέχνης καί τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καί ἕναν παλαιό δοῦλο τοῦ Θεοῦ. Τό ἔργο τῆς θαυμαστῆς ζωῆς σας καί ἡ καλοσύνη καί εὐγένειά σας, οἱ ὁποῖες κατά κάποιο τρόπο ἀποτελοῦν τήν προσωποποίηση τοῦ νοήματος τῆς ὕπαρξης, μέ ὁδηγοῦν στίς βαθύτερες πηγές τῆς ζωῆς. Δέν μέ εὐχαριστεῖ νά ἐρευνήσω ἐπιστημονικά τίς ὄχθες αὐτῶν τῶν πηγῶν, ἀλλά πρέπει νά πιῶ καί νά ἀντλήσω δύναμη ἀπό αὐτές.. Κατά βάθος ὑπηρετεῖτε ἀκριβῶς τόν ἴδιο σκοπό ὅπως κι ἐγώ καί ἐνεργεῖτε ‘ὡς ἐάν’ νά ὑπῆρχε σκοπός καί νόημα στήν ζωή καί τό σύμπαν καί ἐγώ μέ τίς ἰσχνές δυνάμεις μου μπορῶ μόνον νά γεφυρώσω αὐτό τό κενό μέ τίς λαμπρές ἀναλυτικές ἀνακαλύψεις σας καί ἰαματικές δυνάμεις. Ἐπιθυμεῖτε πράγματι νά ἀποκλείσετε ἀπό τό ἀναλυτικό ἔργο μιά ‘ἱερωσύνη’ πού ἐννοεῖται μέ τόν τρόπο αὐτόν;” (9-2-1929).
Ὁ πάστορας διατυπώνει εὐγενικά τίς ἀντιρρήσεις του σχετικά μέ τόν προτεινόμενο ἀποκλεισμό τῶν κληρικῶν ἀπό τό ψυχαναλυτικό ἐπάγγελμα. Διαφαίνεται ἐκ μέρους του ἕνα ὁρισμένο ἄγχος νά πείσει τόν διδάσκαλο νά μήν ἐπιμείνει σέ μιά τόσο αὐστηρή τοποθέτηση.
Φρόυντ πρός Πφίστερ: “Παραδέχομαι ὅτι ἡ ἐπισήμανσή μου πώς οἱ ἀναλυτές, ὅπως τούς φαντάζομαι στό μέλλον, δέν θά πρέπει νά εἶναι ἱερεῖς δέν ἀκούγεται πολύ ἀνεκτική. Πρός τό παρόν ὑπομένω τούς γιατρούς, συνεπῶς γιατί ὄχι καί τούς ἱερεῖς; Ἔχετε ἀπόλυτο δίκιο νά τονίζετε πώς ἡ ἀνάλυση δέν ὁδηγεῖ σέ μιά νέα κοσμοθεωρία, ἀλλά δέν χρειάζεται κάτι τέτοιο ἐπειδή βασίζεται στή γενική ἐπιστημονική θεώρηση, μέ τήν ὁποία ἡ ἀντίστοιχη θρησκευτική εἶναι ἀσύμβατη. Ἀπό θρησκευτική ἄποψη εἶναι ἐπουσιῶδες ἄν ὁ Χριστός, ὁ Βούδδας ἤ ὁ Κομφούκιος θεωροῦνται ὡς τό ἰδεῶδες τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς καί σάν παράδειγμα πρός μίμηση. Ἡ οὐσία αὐτῆς τῆς θεώρησης εἶναι ἡ εὐλαβής αὐταπάτη τῆς θείας πρόνοιας καί τῆς ἠθικῆς οἰκουμενικῆς τάξης, οἱ ὁποῖες συγκρούονται μέ τήν λογική” (16-2-1929). Ἡ ἐπιμονή τοῦ Φρόυντ στήν συμβολική πατροκτονία ὑπῆρξε ἀμετακίνητη. Δέν βίωσε ποτέ στή διάρκεια τῆς πολυκύμαντης ζωῆς του αὐτό πού διατύπωσε ὁ μεγάλος φιλόσοφος Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν (περίπου τήν ἴδια ἐποχή), ὅτι τό ἔσχατο νόημα τῆς ζωῆς καί τοῦ σύμπαντος βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν ζωή καί τό σύμπαν, δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἐνδοκόσμιο.
Λίγο μετά τόν θάνατο τοῦ Φρόυντ στό Λονδίνο, ὁ Πφίστερ γράφει μεταξύ ἄλλων στήν σύζυγό του Μάρθα: “..Οἱ ἐπιστολές τοῦ συζύγου σας συγκαταλέγονται στά πιό προσφιλῆ ὑπάρχοντά μου. Ὅσο ζῶ θά τίς ἔχω πάντοτε μαζί μου” (12-12-1939).
Ἡ ἀλληλογραφία τῶν δύο ἀνδρῶν ἀποτελεῖ σημαντική πρωτογενῆ πηγή τῆς ἱστορίας τῆς ψυχανάλυσης γενικότερα καί τοῦ πρωτόλειου διαλόγου της μέ τήν θρησκεία εἰδικότερα.