Megalovrisos Monastery Blog

Μονή Μεγαλόβρυσου

Home ΑΡΘΡΑ

π. Ἀθανάσιος Παραβάντσος

Ὅταν γραφόταν ἱστορία: ἡ ἀλληλογραφία

μεταξύ Φρόυντ καί (πάστορα) Ὄσκαρ Πφίστερ

Πυλαία, Μάρτιος 2015

Εἰσαγωγή

Ἡ στενή καί μακροχρόνια σχέση τοῦ Φρόυντ μέ τόν προτεστάντη πάστορα Ὄσκαρ Πφίστερ παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τήν θεματολογία ἑνός περιοδικοῦ ὅπως τό “Ψυχῆς Δρόμοι”. Ἐκ πρώτης ὄψεως οἱ δύο ἄνδρες δέν θά μποροῦσαν νά εἶναι περισσότερο διαφορετικοί. Ὁ Φρόυντ, μαχητικός ἐκπρόσωπος τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τοῦ μεταφυσικοῦ μηδενισμοῦ, τῆς μεθοδικῆς διερεύνησης καί τῆς αἰτιοκρατικῆς λογικῆς, ἀπέρριπτε ἀπερίφραστα τήν “θρησκεία”, ἐνδιαφερόμενος μόνο γιά τήν ψυχαναλυτική διερεύνηση τῆς θρησκευτικότητας καί τῆς σημασίας της γιά τόν ψυχισμό. Ὁ Πφίστερ, διαμαρτυρόμενος ἑλβετός πάστορας, ἀνῆκε στόν φιλελεύθερο προτεσταντισμό, πού κήρυσσε ἕναν “ἀδογμάτιστο” χριστιανισμό. Οἱ σπουδές του περιλάμβαναν, ἐκτός τῆς θεολογίας, τήν ψυχολογία καί ἀργότερα τήν ψυχαναλυτική ἐκπαίδευση.

Θά περίμενε κανείς ὅτι θά ἦταν ἰδιαίτερα δύσκολο νά ἐναρμονιστοῦν οἱ ἀπόψεις καί οἱ προσωπικότητες ἑνός θρησκευτικοῦ λειτουργοῦ καί ἑνός μαχητικοῦ “ἀθέου” πάνω στό θέμα τῆς θρησκείας γενικότερα καί τῆς ψυχανάλυσης εἰδικότερα. Καί μάλιστα κατά τά πρῶτα (πολλά) χρόνια πού ἡ ψυχανάλυση ἀμφισβητήθηκε καί κατηγορήθηκε ἰδιαίτερα. Ἡ σχέση τῶν δύο ἀνδρῶν ὅμως ἐξελίχθηκε τελείως διαφορετικά. Παρ’ ὅλη τήν διαφωνία τους στόν πυρήνα τοῦ μεταφυσικοῦ ἐρωτήματος, ὁ μελετητής τῆς ἀλληλογραφίας τους διαπιστώνει διαρκῶς τήν μεταξύ τους ἀλληλοεκτίμηση, τόν ἀλληλοσεβασμό, τόν βαθύ θαυμασμό τοῦ Πφίστερ γιά τόν μεγάλο δάσκαλο τῆς ψυχανάλυσης, ἀλλά καί τήν δυνατότητά του νά διαφωνεῖ μέ ὁρισμένα βασικά σημεῖα τῆς ψυχαναλυτικῆς θεωρίας, ὅπως θέσεις τῆς θεωρίας τῆς σεξουαλικότητας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὁ Φρόυντ ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα τήν φιλομάθεια, φιλοπονία, ἀκεραιότητα καί εὐρύτητα πνεύματος τοῦ συνομιλητῆ του. Ἡ φιλία καί συνεργασία τους συνεχίστηκε μέχρι τόν θάνατο τοῦ Φρόυντ (1939).    

Ὁ Πφίστερ ἦρθε σέ ἐπαφή μέ τό ἔργο τοῦ Φρόυντ τό 1908 καί σύντομα διέκρινε στήν ψυχανάλυση ἕνα πολύτιμο ἐργαλεῖο γιά τήν ποιμαντική του δράση. Ἀπό τό 1909 καί μέχρι τόν θάνατό του (1956) ἐξέδωσε διάφορα βιβλία καί ἄρθρα σχετικά μέ τήν ψυχαναλυτική τεχνική, τήν θρησκεία καί τήν ὑστερία, τήν ψυχολογία τῆς τέχνης, τόν ρόλο τῆς ψυχανάλυσης στήν ποιμαντική, τήν σχέση χριστιανισμοῦ καί ἄγχους καί ἄλλα συναφῆ θέματα. Ἰδιαίτερη βαρύτητα ἔδωσε στίς ἐφαρμογές τῆς ψυχανάλυσης στήν ἐκπαίδευση. Πρός ἀπάντηση τοῦ γνωστοῦ ἔργου τοῦ Φρόυντ περί θρησκείας “Τό μέλλον μιᾶς αὐταπάτης”, ὁ Πφίστερ ἔγραψε τό βιβλίο “Ἡ αὐταπάτη ἑνός μέλλοντος”. Ὅπως ἔχει γραφτεῖ, “Ἡ διαφωνία μέ τόν Φρόυντ δέν σήμαινε καί ρήξη μαζί του…Οἱ δύο ἄνδρες βασίζονταν στήν ἀγάπη τῆς ἀλήθειας, στήν ἀγάπη καθαυτήν, ὡς τόν κεντρικό συντελεστή γιά τήν κατανόηση τῆς ἀνθρωπότητας, στήν πλήρη ἀπουσία συμβιβασμοῦ σχετικά μέ τίς ἔσχατες καί ὕψιστες ἀξίες, καθώς καί στό ἀδιάφθορο τοῦ χαρακτήρα τους ἀπό ἐπαίνους ἤ κατηγορίες”.

Στό πλαίσιο πού ἐξετάζουμε ἔχει ἐνδιαφέρον ὅτι ὁ Φρόυντ ἀποκαλοῦσε τόν ἑαυτό του ἐγκόσμιο “φροντιστή ψυχῶν” (γερμανικά: seelsorger). “Ὅταν ἀναφερόταν στήν ἀλληλογραφία του μέ τόν Φρόυντ, ὁ Πφίστερ ἦταν γεμάτος εὐγνωμοσύνη, καμάρι καί εὐχαρίστηση γιά τό οἰκοδόμημα, πάνω στό ὁποῖο οἱ δύο ‘ἀρχιτέκτονες’ ἐργάστηκαν ἐπί χρόνια”.

Ἡ ἀλληλογραφία τῶν δύο ἀνδρῶν διήρκεσε ἀπό τό 1909 ἕως τό 1938. Οἱ ἐπιστολές τῆς περιόδου ἀπό τόν Μάρτιο 1913 μέχρι τόν Σεπτέμβριο 1918 ἔχουν χαθεῖ.

Ἀποσπάσματα τῶν ἐπιστολῶν

Φρόυντ πρός Πφίστερ: “Θά πρέπει νά ἐκφράσω ἐπίσης τήν ἱκανοποίησή μου πού ἕνας λειτουργός τῆς θρησκείας ἀνέλαβε τήν ψυχιατρική ἐργασία μας καί ὁ ὁποῖος ἔχει πρόσβαση στόν ψυχισμό τόσων πολλῶν καί ὑγειῶν ἀτόμων..(18-1-1909) Ἐσεῖς εἶστε στήν καλότυχη θέση νά μπορεῖτε νά τούς ὁδηγήσετε στόν Θεό καί νά ἐπιφέρετε αὐτό πού ἀντίστοιχα ἀποτελοῦσε τήν εὐτυχῆ κατάσταση παλαιότερων ἐποχῶν, ὅταν ἡ θρησκευτική πίστη κατέπνιγε τίς νευρώσεις.. Τό κοινό μας ἀσχέτως φυλετικῆς καταγωγῆς εἶναι ἄθρησκο, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι γενικά εἴμαστε ὁλοκληρωτικά ἄθρησκοι.. Γνωρίζετε πώς γιά μᾶς ὁ ὅρος σέξ περιλαμβάνει αὐτό πού ἐσεῖς στήν ποιμαντική ἐργασία σας ἀποκαλεῖτε ἀγάπη καί σίγουρα δέν περιορίζεται στήν ὠμή εὐχαρίστηση τῶν αἰσθήσεων.. Ἡ ψυχανάλυση καθαυτήν δέν εἶναι οὔτε θρησκευτική οὔτε ἄθρησκη, ἀλλά ἀποτελεῖ ἕνα ἀμερόληπτο ἐργαλεῖο, τό ὁποῖο καί ὁ ἱερέας (priest) καί ὁ λαϊκός μποροῦν νά χρησιμοποιήσουν στήν ὑπηρεσία τοῦ πάσχοντος. Ἐκπλήσσομαι ἰδιαίτερα ἀπό τό γεγονός ὅτι οὐδέποτε μοῦ πέρασε ἀπό τόν νοῦ πόσο ἐξαιρετικά χρήσιμη θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ ψυχαναλυτική μέθοδος γιά τό ποιμαντικό ἔργο, ἀλλά αὐτό σίγουρα ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι γιά μένα, ἕναν φαῦλο παγανιστή (wicked pagan), τό ὅλο σύστημα (σ.τ.μ. θρησκευτικῶν) ἰδεῶν εἶναι πολύ ἀπόμακρο..” (9-2-1909).

Πολλά μπορεῖ νά ἐπισημάνει κανείς ἀπό αὐτά τά πρώιμα ἀποσπάσματα τῆς ἀλληλογραφίας τῶν δύο ἀνδρῶν. Παρ’ ὅλο τόν ἀμετακίνητο μεταφυσικό μηδενισμό του, ὁ πατέρας τῆς ψυχανάλυσης ἔχει τήν ἑτοιμότητα καί τήν εὐρύτητα πνεύματος νά παραδεχτεῖ ὅτι ἡ μέθοδός του μπορεῖ νά ἀποβεῖ ἰδιαίτερα χρήσιμη στήν ποιμαντική. Ὁμολογεῖ εἰλικρινά ὅτι αὐτή ἡ διαπίστωση δέν τοῦ εἶχε περάσει ἀπό τόν νοῦ πρίν τήν γνωριμία του μέ τόν Πφίστερ καί πώς ὁ ἴδιος ὡς “ἄπιστος” εἶναι ἄσχετος στά θέματα τῆς θρησκείας. Ἐπίσης ἀποδίδει εὔσημα στήν θρησκεία γιά τόν εὐεργετικό-σταθεροποιητικό ρόλο της ὡς πρός τόν ἀνθρώπινο ψυχισμό σέ παλαιότερες ἱστορικές περιόδους. Ἐμμέσως πλήν σαφῶς ἐννοεῖ πώς ἡ ἐποχή τῶν δύο συνομιλητῶν ἀντιστοιχοῦσε πλέον σέ πολύ πιό ἐκκοσμικευμένη κοινωνία στήν κεντρική καί δυτική Εὐρώπη, ἄρα ἀπαιτοῦσε καί διαφορετική μέθοδο θεραπείας τοῦ ψυχισμοῦ. Ἡ “θρησκευτική μέθοδος”, κατά τόν Φρόυντ, ἀφοροῦσε πλέον περιορισμένα στρώματα τοῦ πληθυσμοῦ.

Πφίστερ πρός Φρόυντ: “Ἡ (ἠθική) διαφορά ἀνάμεσα στήν δική σας καί στήν δική μου θεώρηση ἴσως δέν εἶναι τόσο μεγάλη, ὅσο θά ὑπέθετε κανείς ἀπό τό σχῆμα μου.. Ἐπειδή ἡ Μεταρρύθμιση οὐσιαστικά δέν ὑπῆρξε τίποτε ἄλλο παρά μιά ἀνάλυση τῆς ρωμαιοκαθολικῆς σεξουαλικῆς καταπίεσης, δυστυχῶς ὅμως ἐντελῶς ἀνεπαρκής, ἐξ οὗ ἡ ἀγχώδης νεύρωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς καθιερωμένης ἄποψης (orthodoxy).. Στά ἠθικά ζητήματα μποροῦμε (σ.τ.μ. οἱ “εὐαγγελικοί” πάστορες τῆς Ζυρίχης) νά εἴμαστε ἐλευθερόφρονες χωρίς νά εἴμαστε ἥρωες.. Τό ἰδεῶδες τοῦ ἐλεύθερου ἔρωτα λάμπει καί στόν δικό μας ἐσωτερικό κόσμο. Ἀλλά αὐτό πού δέν κατανοοῦμε εἶναι πῶς ἀλήθεια μπορεῖ νά συνδυαστεῖ ὁ ἐλεύθερος ἔρωτας μέ τόν γάμο. Εἶναι πολύ δύσκολο νά τραβήξουμε τήν διαχωριστική γραμμή ἀνάμεσα στόν “ἐλεύθερο” καί στόν “ξέφρενο” (wild) ἔρωτα..” (18-2-1909).

Ὁ Πφίστερ εἶναι γεμάτος ἐνθουσιασμό γιά τήν ψυχανάλυση καί σέ ὁλόκληρη τήν πολυετῆ ἀλληλογραφία του μέ τόν Φρόυντ φαίνεται νά τήν ἀσπάζεται σάν τήν “νέα Σιών” του. Ἴσως λόγω τοῦ ὅτι τό 1909 ἦταν ἀρχάριος στά ψυχαναλυτικά θέματα, φτάνει νά ἑρμηνεύει τήν Μεταρρύθμιση κατεξοχήν ἀπό σεξουαλική ἄποψη, ὡς ἀντίδραση στήν καταπίεση τοῦ ἔρωτα ἀπό τόν ρωμαιοκαθολικισμό. Πρόκειται γιά κλασσική περίπτωση ἑρμηνευτικῆς μονομέρειας, πολύ συνηθισμένης κατά τήν ἀνάδυση τῶν μεγάλων κοσμοθεωρητικῶν ρευμάτων τοῦ δυτικοῦ κόσμου στή διάρκεια τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰώνα. Ἀδημονώντας νά δείξει στόν μεγάλο διδάσκαλο ὅτι οἱ διαφορές τους εἶναι περιορισμένες, ἐμφανίζεται  οἱονεί θιασώτης τοῦ ἐλεύθερου ἔρωτα, θέση ἐξαιρετικά προχωρημένη γιά τά ἤθη τῆς ἐποχῆς του καί μάλιστα προερχόμενη ἀπό προτεστάντη πάστορα, ἔστω καί φιλελεύθερο. Φαίνεται νά συνειδητοποιεῖ ὅμως τούς τεράστιους ἠθικούς καί κοινωνικούς κινδύνους πού ἐγκυμονεῖ ὁ ἐλεύθερος ἔρωτας, καθώς καί τό ἀσυμβίβαστό του μέ τόν θεσμό τοῦ γάμου καί ὄχι μόνον τοῦ χριστιανικοῦ. Δείχνει ἔντονα προβληματισμένος μπροστά στόν κίνδυνο νά ἀνοίξουν οἱ ἀσκοί τοῦ αἰόλου..

Ὁ Φρόυντ, μεταξύ ἄλλων, τοῦ ἀπάντησε: “..Μέ τήν ἱστορική ἔννοια, στήν ὁποία ἀναφέρεστε, κι ἐγώ ἐπίσης μπορῶ νά ὀνομάσω τόν ἑαυτό μου προτεστάντη καί στή συνάφεια αὐτή θυμᾶμαι πώς ὁ φίλος μου καθηγητής von Ehrenfels ἐπινόησε τόν ὅρο ‘σεξουαλικοί προτεστάντες’ καί γιά τούς δυό μας” (20-2-1909).

Στό γενικότερο θέμα τῆς ἐξιδανίκευσης τοῦ Φρόυντ ἀπό τούς μαθητές καί θαυμαστές του (ἐν οἷς καί ὁ Πφίστερ), ἀλλά καί στίς ἔντονες ἀντιδράσεις καί κατηγορίες τῶν ἀντιφρονούντων, ὁ Φρόυντ παρουσιάζεται στίς ἐπιστολές του προσεκτικός καί ὥριμος.

Φρόυντ πρός Πφίστερ: “..Δέν ἔχω τήν πρόθεση νά ὑπερασπιστῶ τόν ἑαυτό μου. Toποθέτησα ἐσκεμμένα τόν ἑαυτό μου μόνον ὡς παράδειγμα, ἀλλά ποτέ ὡς πρότυπο, οὔτε λόγος νά γίνω ἀντικείμενο εὐλάβειας (object of veneration).. Ἐνθυμοῦμαι ἕναν ξεχωριστό ἄνθρωπο πού μιά μέρα ἦρθε νά μέ ἐπισκεφτεῖ, ἕναν ἀληθινό δοῦλο τοῦ Θεοῦ, ἕναν ἄνθρωπο πού θά δυσκολευόμουν νά πιστέψω ὅτι ὑπάρχει ἐπειδή αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ὠφελήσει πνευματικά τόν καθένα πού συναντάει. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ὠφελήσατε ἀκόμα κι ἐμένα. Mετά τήν προτροπή σας ἀναρωτήθηκα γιατί δέν ἔνιωσα στ’ ἀλήθεια χαρούμενος καί σύντομα βρῆκα τήν ἀπάντηση. Ἀπαρνήθηκα τήν ἀνέφικτη ἰδέα νά πλουτίσω ἔντιμα, ἀποφάσισα μετά τήν ἀπώλεια ἑνός ἀσθενοῦς νά μήν δεχθῶ μιά ἀντικατάσταση αὐτῆς τῆς ἀπώλειας καί ἔκτοτε ἔνιωσα ὄμορφα καί χαρούμενα καί παραδέχομαι ὅτι εἴχατε δίκιο.. Ἀλλά ἄν δέν εἶχε προηγηθεῖ ἡ ἐπίσκεψή σας καί ἡ ἐπιρροή σας ποτέ δέν θά εἶχα καταφέρει κάτι τέτοιο..” (10-5-1909).

Ἡ εὐθύτητα καί ἡ σεμνότητα τοῦ Φρόυντ ἀπέναντι στόν Πφίστερ ἐντυπωσιάζουν. Ἄς μήν ξεχνοῦμε πώς ἀπευθύνεται σέ χριστιανό κληρικό, ὁ ὁποῖος ἐξ ὁρισμοῦ ἀποτελοῦσε εἰδική περίπτωση μεταξύ τῶν μαθητῶν τοῦ Φρόυντ: “Στό ὁλοκληρωτικά ἄθρησκο σπιτικό τῶν Φρόυντ, ὁ Πφίστερ μέ τήν ἀμφίεση τοῦ κληρικοῦ καί μέ τούς τρόπους ἑνός πάστορα ἦταν κάτι σάν ἐπισκέπτης ἀπό ἄλλο πλανήτη”. Βεβαίως θά μποροῦσε νά ἐπισημάνει κανείς ὅτι ἡ ἐκ μέρους τοῦ Πφίστερ ἐξιδανίκευση τοῦ Φρόυντ ἔπαιξε τόν ψυχοδυναμικό ρόλο της στήν διάδραση τῶν δύο ἀνδρῶν, ὅπως συμβαίνει πάντα ἄλλωστε. Ὅμως ἡ ἐξιδανίκευση αὐτή μετριάστηκε κατά πολύ ἀπό τήν κλινική πείρα τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῆς ψυχανάλυσης, ἀπό τήν ἐντιμότητα τοῦ Πφίστερ, καθώς καί ἐπειδή δοκιμάστηκε στόν χρόνο ἀπό τίς διαφωνίες τῶν δύο ἀνδρῶν, ὅπως θά δοῦμε εὐθύς ἀμέσως.

Φρόυντ πρός Πφίστερ: “Ἀγαπητέ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, μιά ἐπιστολή ἀπό ἐσᾶς ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά καλύτερα δυνατά πράγματα πού θά μποροῦσαν νά ἀναμένουν κάποιον κατά τήν ἐπιστροφή του. Ἀλλά μήν νομίζετε ὅτι πιστεύω ὅλα ἤ ἀκόμη καί μεγάλο μέρος ἀπό ὅσα πολύ εὐχάριστα λέτε σέ μένα καί γιά μένα, δηλαδή τά πιστεύω γιά σᾶς καί ὄχι γιά μένα. Δέν ἀρνοῦμαι ὅτι μοῦ κάνει καλό νά ἀκούω τέτοια λόγια, ἀλλά μετά ἀπό λίγο ἀνακαλῶ τήν δική μου αὐτογνωσία καί γίνομαι πολύ σεμνότερος.. Αὐτό πού θά μοῦ ἄρεζε εἶναι νά κερδίσουμε περισσότερους ἀνθρώπους σάν κι ἐσᾶς, σάν τόν Γιούνγκ.., ἀλλά δέν ὑπάρχουν πολλοί” (4-10-1909).

Ὁ Φρόυντ διαχειρίζεται ἐπιδέξια τήν μεταβίβαση τοῦ Πφίστερ. Δέν εἶναι πουριτανός ὥστε νά ἀρνηθεῖ τήν εὐχαρίστηση πού προκαλεῖ στόν δάσκαλο ὁ θαυμασμός καί ὁ ἐνθουσιασμός τῶν μαθητῶν του γι’ αὐτόν, συγχρόνως ὅμως ἀντιλαμβάνεται τούς μεγάλους κινδύνους πού τά παραπάνω ἐγκυμονοῦν γιά τήν εὐθυκρισία καί ἀμεροληψία του καί προφυλάσσει τόν ἑαυτό του στοχαζόμενος τίς ἐλλείψεις καί ἀδυναμίες του. Ἐπειδή σκοπός τῆς ζωῆς του εἶναι νά προαγάγει καί νά διαδώσει τήν ψυχανάλυση, παραδέχεται ἀπερίφραστα ὅτι θά ἦταν εὐχῆς ἔργον καί ἄλλοι ἀξιόλογοι ἄνθρωποι σάν τούς Πφίστερ καί Γιούνγκ νά πυκνώσουν τίς τάξεις τῶν ψυχαναλυτῶν. Σέ μεταγενέστερο στάδιο τῆς συνεργασίας τους, ὁ Πφίστερ ἐξέδωσε τό σύγγραμα “Ψυχαναλυτική μέθοδος”, ὅπου παρέθεσε καί κάποια βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ Φρόυντ. Ὁ τελευταῖος τόν διορθώνει εὐγενικά, ἐπειδή στό βιογραφικό του ἀναφέρεται ὡς καθηγητής: “Στήν πραγματικότητα δέν ὑπῆρξα ποτέ τακτικός καθηγητής τῆς νευρολογίας καί δέν ἤμουν παρά λέκτορας” (9-6-1924).

Ἄς δοῦμε μιά περίπτωση ἔντονης διαφωνίας μεταξύ τους.

Φρόυντ πρός Πφίστερ: “..ὁ ἔπαινος πρέπει πάντα νά εἶναι σύντομος, ἀλλά ἡ κριτική ὀφείλει νά εἶναι πιό μακροσκελής. Ἕνα πράγμα πού ἀντιπαθῶ εἶναι ἡ ἔνστασή σας  γιά τήν ‘σεξουαλική θεωρία μου καί γιά τήν ἠθική μου’. Τήν τελευταία σᾶς τήν χαρίζω· ἡ ἠθική (ethics) εἶναι κάτι ξένο πρός ἐμένα καί ἐσεῖς εἶστε θρησκευτικός λειτουργός. Δέν πονοκεφαλιάζω καί πολύ σχετικά μέ τό καλό καί τό κακό, ἀλλά ἔχω βρεῖ περιορισμένο ‘καλό’ στά ἀνθρώπινα πλάσματα γενικά. Σύμφωνα μέ τήν ἐμπειρία μου οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι εἶναι σκουπίδια (trash), ἀσχέτως ἄν ὑποστηρίζουν δημοσίως ἐκεῖνο ἤ τό ἄλλο σύστημα ἠθικῆς ἤ κανένα ἀπολύτως. Αὐτό εἶναι κάτι πού ἐσεῖς δέν μπορεῖτε νά δηλώσετε δημόσια ἤ ἴσως οὔτε κἄν νά σκεφτεῖτε, ἄν καί οἱ ἐμπειρίες τῆς ζωῆς σας δύσκολα θά διαφέρουν ἀπό τίς δικές μου.. Ὅσο γιά τήν δυνατότητα τῆς μετουσίωσης μέσω τῆς θρησκείας, ἀπό θεραπευτική ἄποψη μπορῶ μόνον νά σᾶς ζηλεύω. Ἀλλά ἡ ὁμορφιά τῆς θρησκείας σίγουρα δέν ἀνήκει στήν ψυχανάλυση. Εἶναι φυσικό οἱ δρόμοι μας νά χωρίζουν σ’ αὐτό τό σημεῖο τῆς θεραπείας (σ.τ.μ. ἀφορᾶ τίς ἐνορμήσεις) καί αὐτό ἄς παραμείνει ἔτσι. Παρεμπιπτόντως, πῶς ἔγινε κανείς ποτέ ἀπό ὅλους τούς εὐλαβεῖς νά μήν ἔχει ἀνακαλύψει τήν ψυχανάλυση; Γιατί χρειάστηκε ἡ ἀνακάλυψη νά περιμένει ἕναν ἐντελῶς ἄθεο ἑβραῖο;” (9-10-1918).

Ὁ Πφίστερ ἀμφισβητώντας ὁρισμένα θεμελιώδη στοιχεῖα τῆς θεωρίας τῆς σεξουαλικότητας, φαίνεται πώς ἔθιξε τά “ἅγια τῶν ἁγίων” τοῦ Φρόυντ. Ὁ τόνος τῆς ἐπιστολῆς τοῦ τελευταίου εἶναι σέ ὁρισμένα σημεῖα κοφτός (“τήν ἠθική σᾶς τήν χαρίζω”) καί αὐστηρός (“οἱ ἄνθρωποι στήν πλειονότητά τους εἶναι σκουπίδια”), ὄχι ὅμως ἀπορριπτικός ἤ ἀγενής πρός τόν συνομιλητή του.

Ἡ δημιουργικότητα τοῦ Φρόυντ ἦταν ἀπολύτως ἀφοσιωμένη στόν κύριο στόχο ζωῆς του πού ὑπῆρξε ἡ ψυχανάλυση. Ὁλοκληρώνοντας μεταγενέστερη ἐπιστολή του πρός τόν Πφίστερ, ὁ Φρόυντ γράφει: “Παρακαλῶ, δεχθεῖτε τίς θερμές εὐχαριστίες μου γι’ αὐτόν τόν ἐμπλουτισμό τοῦ ψυχαναλυτικοῦ μου θησαυροῦ” (21-6-1920). Τά πρόσωπα καί ἡ καταστάσεις κρίνονται μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς στάσης τους πρός τόν “θησαυρό” τοῦ διδασκάλου, φαινόμενο πολύ συνηθισμένο στήν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ. Θεωρεῖ τίς ἀνακαλύψεις του ὡς ἀνθρωπολογικῆς σημασίας καί πολύ βαθύτερες ἀπό τά σχολαστικά καί αὐτοαναιρούμενα συστήματα ἠθικῆς τῆς δυτικῆς σκέψης. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι προκειμένου νά ἐκφράσει τήν σαφῶς ἀπαισιόδοξη θέασή του περί ἀνθρώπου ἐπικαλεῖται τίς ἐμπειρίες του καί ὄχι ἀπόψεις ἤ θεωρητικά ἐπιχειρήματα. Τό κοσμοθεωρητικό ὑπόβαθρο τοῦ Φρόυντ εἶναι ὀρθολογικό ἀλλά καί ἐμπειριοκεντρικό, κάτι πού τοῦ ἐπιτρέπει ἐν μέρει νά ὑπερβεῖ τά στενά ὅρια τῆς ἐργαλειακῆς (αἰτιοκρατικῆς) λογικῆς (instrumental reason), ἀλλιῶς ἡ ἐμβάθυνση στό ἀσυνείδητο θά ἦταν ἴσως ἀκατόρθωτη. Ταυτόχρονα προτάσσει τήν ἐμπειρία ἀπέναντι σ’ αὐτό πού θεωρεῖ ἠθικισμό ἤ ἀφηρημένες θεωρίες πού δέν βασίζονται στήν πραγματικότητα. Μοιάζει σάν ἰδιότυπη περίπτωση ἐφαρμογῆς τοῦ πατερικοῦ, “πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις”. Γιά τόν Φρόυντ ἡ μόνη πραγματικότητα καί τό ἐπίκεντρο τῆς προσοχῆς του εἶναι ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος. Ἡ ψυχαναλυτική καταβύθιση τοῦ διδασκάλου στά ἄδυτα τοῦ ψυχισμοῦ τόν ἔφεραν σέ διαρκή ἐπαφή μέ τά πάθη καί τήν ὀσμή θανάτου πού ἀποπνέει στόν ὑπαρξιακό πυρήνα του ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος. Ὁ Φρόυντ φαίνεται νά ἀντιλαμβάνεται ὀρθά ὅτι στόν ἐσώτατο πυρήνα της ἡ ὑπαρξιακή ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀμετάθετη καί λόγω τοῦ μεταφυσικοῦ μηδενισμοῦ του ἡ τελική συνισταμένη τῶν ἀναζητήσεών του εἶναι ἡ ἀπαισιόδοξη ἀνθρωπολογία καί ἡ ὑποτίμηση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ὄχι ὅμως καί τοῦ κάθε συγκεκριμένου ἀτόμου πού μπαίνει σέ ψυχανάλυση. Μόνη διέξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν δυνητικά ἐπικίνδυνη κυριαρχία τῶν ἐνστίκτων (λίμπιντο καί ἐπιθετικότητας) εἶναι ἡ μετουσίωση (sublimation). Ἡ γνωριμία τοῦ Φρόυντ μέ τόν Πφίστερ βοηθάει τόν πρῶτο νά συνειδητοποιήσει πληρέστερα ὅτι, ἐκτός ἀπό τίς Καλές Τέχνες καί τίς ἐπιστῆμες, ἡ θρησκευτικότητα ἐπίσης ἀποτελεῖ σπουδαῖο δυνητικό πεδίο μετουσίωσης τῶν ἐνορμήσεων. Γιαυτό καί ἀπευθυνόμενος στόν Πφίστερ τοῦ λέει εὐγενικά πώς “τόν ζηλεύει” γιά αὐτήν τήν δυνατότητα μετουσίωσης πού ὁ ἴδιος ὁ Φρόυντ, ὡς “ἄθεος”, δέν διαθέτει.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Πφίστερ εἶναι ἐνδεικτική τῆς ἐκ μέρους του ἔντονης ἐξιδανίκευσης τοῦ διδασκάλου.

Πφίστερ πρός Φρόυντ: “..Στό τέλος διερωτᾶστε γιατί ἡ ψυχανάλυση δέν ἀνακαλύφθηκε ἀπό κανέναν εὐλαβή, παρά ἀπό ἕναν ἄθεο ἑβραῖο. Προφανῶς ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἡ εὐλάβεια δέν ταυτίζεται μέ τήν ἰδιοφυΐα γιά ἀνακαλύψεις καί πώς οἱ πλεῖστοι τῶν θεοφοβούμενων δέν τό ‘χαν μέσα τους (did not have it in them) νά κάνουν τέτοιες ἀνακαλύψεις. Ἐπιπλέον, πρῶτον δέν εἶστε ἰουδαῖος (σ.τ.μ. ἐνεργά θρησκευόμενος)… καί δεύτερον δέν εἶστε χωρίς θεό (godless), ἐπειδή ἐκεῖνος πού βιώνει τήν ἀλήθεια ζεῖ ἐν τῷ Θεῷ… θά ἔλεγα γιά σᾶς: δέν ὑπῆρξε ποτέ καλύτερος χριστιανός” (29-10-1918).

Ὁ θαυμασμός τοῦ Πφίστερ γιά τόν Φρόυντ τόν κάνει νά παραβλέπει πρός στιγμήν ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν ἐπιστημονικῶν καί τεχνικῶν ἀνακαλύψεων τῆς νεωτερικότητας ἔγινε ἀπό κοινωνίες πού παρέμειναν ὡς ἕνα βαθμό χριστιανικές (παρ’ ὅλη τήν σταδιακή ἐκκοσμίκευση), καί νά μιλᾶ ὑποτιμητικά γιά τούς “εὐλαβεῖς”. Σέ ἄλλη ἐπιστολή ὅμως ἀναφέρει πλειάδα σημαντικῶν προσωπικοτήτων πού ἦσαν χριστιανοί. Προχωρώντας τολμηρά ὁ πάστοράς μας χαρακτηρίζει τόν Φρόυντ ἄνθρωπο τῆς ἀλήθειας καί συνεπῶς ἐκ Θεοῦ, παραβλέποντας ὅτι ὁ διδάσκαλος ἀδιαφοροῦσε γιά τέτοιες θρησκευτικές συσχετίσεις καί ἀναφορές, ἄν δέν ἐνοχλεῖτο κιόλας. Καταλήγει μέ τήν βαρύγδουπη δήλωση ὅτι δέν ὑπῆρξε ποτέ καλύτερος “χριστιανός” ἀπό τόν Φρόυντ…

Οὐσιαστικά πρόκειται γιά τήν πολυετή ἀγωνία τοῦ Πφίστερ νά δείξει στόν Φρόυντ ὅτι οἱ μεταξύ τους διαφορές κοσμοθεωρίας εἶναι δευτερεύουσες καί ἐπουσιώδεις. Ἀνάλογη ἀγωνία δέν διαπιστώνουμε στόν Φρόυντ, μόνο διάθεση σύγκλισης. Ἡ ἐξήγηση τοῦ φαινομένου αὐτοῦ νομίζω πώς εἶναι ἀρκετά ἁπλή. Ὁ Πφίστερ αἰσθάνεται τήν πίεση τῆς νεωτερικότητας καί τήν δυσκολία τοῦ θρησκειοποιημένου χριστιανισμοῦ νά ἐπιβιώσει μακροπρόθεσμα στά πλαίσια τοῦ νεωτερικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀπό αὐτήν τήν ἀγωνία προκύπτει καί ὁ “φιλελεύθερος καί ἀδογμάτιστος” προτεσταντισμός τοῦ Πφίστερ, τόν ὁποῖο ἐπιδεικνύει σέ κάθε εὐκαιρία: πρέπει νά ἀποδείξει ὅτι ἡ δική του ἐκδοχή περί χριστιανισμοῦ δέν εἶναι ἄσχετη μέ τήν περιρρέουσα πραγματικότητα, ἀλλά χρήσιμη. Χαλαρώνει ἔντονα τήν διάκριση μεταξύ τοῦ βιβλικοῦ νοήματος τῆς ἀλήθειας καί τοῦ νεωτερικοῦ, σέ βαθμό νά τά ταυτίζει προκειμένου νά “χωρέσει” καί ἡ ψυχανάλυση στό πλαίσιο αὐτό. Δέν ὑποψιάζεται ὅτι ἡ κεντρική συνισταμένη τῶν ἀπόψεών του εἶναι ἕνας χριστιανισμός ἀποχρωματισμένος καί ταυτισμένος μέ τίς τρέχουσες κοινωνιολογικές καί ψυχαναλυτικές θεωρίες. Τό ἐντυπωσιακό ὅμως εἶναι πώς αὐτό τό ἄδειασμα τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπό τήν οὐσία του τό ὑποψιάζεται ὁ Φρόυντ!

Σέ μεταγενέστερη ἐπιστολή του ὁ Πφίστερ ὁμολογεῖ: “Ἡ διαφορά μας προκύπτει κυρίως ἀπό τό γεγονός ὅτι ἐσεῖς μεγαλώσατε κοντά σέ παθολογικές μορφές θρησκείας καί θεωρεῖτε πώς αὐτή εἶναι γενικά ἡ  ‘θρησκεία’, ἐνῶ ἐγώ εἶχα τήν τύχη νά μπορῶ νά στραφῶ σέ μιά ἐλεύθερη μορφή θρησκείας, ἡ ὁποία σέ σᾶς φαίνεται νά εἶναι ἕνα ἄδειασμα τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπό τό περιεχόμενό του, ἐνῶ ἐγώ τήν θεωρῶ ὡς τόν πυρήνα καί τήν οὐσία τοῦ εὐαγγελισμοῦ” (20-2-1928). Δύο χρόνια πρίν, ὁ Πφίστερ εἶχε γράψει στόν Φρόυντ: “Ἀναμφίβολα ἡ θεραπεία τῶν ψυχῶν θά γίνει κάποτε ἕνα ἀναγνωρισμένο μή-ἐκκλησιαστικό κι ἀκόμη μή-θρησκευτικό ἐπάγγελμα. Mόνο νά μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι νά γίνουν καλοί καί εὐτυχισμένοι, μέ ἤ χωρίς τήν θρησκεία, τότε ὁ Κύριος θά χαμογελάσει ἐπιδοκιμαστικά γιά τό ἔργο αὐτό… Μοῦ προξενεῖ μεγάλη θλίψη τό ὅτι οἱ θεολόγοι εἶναι τόσο ὀπισθοδρομικοί καί ἐλλειματικοί.., παραείναι ἀπασχολημένοι μέ βλακώδεις καβγάδες γύρω ἀπό θεωρητικές ἀρχές καί ἀδυνατοῦν νά νοιάζονται ἔντονα γιά τήν ψυχολογική ὑγεία τῶν λαϊκῶν ἤ τήν δική τους” (10-9-1926).  

Διαπιστώνουμε ὅτι ὁ Φρόυντ ἀντί νά παρασυρθεῖ ἀπό τήν ἐξιδανίκευση καί τόν διαχρονικό θαυμασμό τοῦ Πφίστερ πρός τό πρόσωπό του, ὄχι μόνο προσέχει νά μή χάσει τήν εὐθυκρισία του ἀπό αὐτά, ἀλλά καί ἐπισημαίνει πώς τά χαλαρά θεολογικά κριτήρια τοῦ Πφίστερ ὁδηγοῦν σέ ἕναν ἀλλοιωμένο χριστιανισμό, σέ μιά ἐκκοσμικευμένη ἀντίληψη περί ἀλήθειας καί εὐαγγελισμοῦ.  Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά διατυπώνεται ἀνάγλυφος ὁ πυρήνας τῆς ἐκκοσμίκευσης τοῦ Πφίστερ, πού ἀντανακλᾶ σέ μεγάλο βαθμό καί τήν ἐξελικτική βίωση τῆς νεωτερικότητας ἀπό τά μορφωμένα κοινωνικά στρώματα τῆς Δύσης. Πρόκειται γιά τήν μεγάλη παράδοση πού ξεκίνησε ἀπό τόν Καρτέσιο καί “τοποθετεῖ τήν ἀλήθεια στόν χῶρο τῆς ὑποκειμενικότητας.. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτό τό ὁποῖο ἐγώ σκέπτομαι, αὐτό τό ὁποῖο ἐγώ μπορῶ νά προσδιορίσω ὡς παράγωγο τῆς νόησής μου. Ἀκόμη κι ὁ Θεός, ἤ ὁποιαδήποτε ἐξωτερική ἀλήθεια, ὑπάρχει διότι μπορῶ νά τήν σκεφτῶ ἐγώ.. Αὐτό δημιουργεῖ μίαν ἐπανάσταση, διότι γιά πρώτη φορά ἀποσυνδέει τό ὑποκείμενο ἀπό τίς κεκτημένες παραδόσεις.. Εἶναι ἕνα ψυχικό ὑποκείμενο (καί τό ἐγώ τό φροϋδικό κατάγεται ἀπό τέτοιου εἴδους ‘ψυχικότητα’), μία ἀπόλυτη ψυχική ὕπαρξη, ἡ ὁποία θέτει ὑπό τήν κρίση της ὁποιεσδήποτε παραδόσεις καί ἀλήθειες καί εἶναι ἀποσυνδεδεμένη ἀπο ὁτιδήποτε δέν εἶναι σκέψη, προσωπική της, ἀτομική σκέψη”. Ὁ Πφίστερ μέ τίς συγκεκριμένες ἀπόψεις ἀλλά καί τή γενικότερη νοοτροπία του ἐκφράζει αὐθόρμητα τήν καρτεσιανή παράδοση, μέ τήν ὁποία ὑποκαθιστᾶ τήν βιβλική ἔννοια τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀλήθεια παύει νά ἔχει ὀντολογικό χαρακτήρα (στήν χριστιανική ἐκδοχή: κοινωνία τριῶν ἄκτιστων ὑποστάσεων) καί γίνεται νοησιαρχία καί ψυχολογισμός. Νοησιαρχία ἐφόσον ταυτίζεται μέ τήν ἐπιστημονική-φιλοσοφική σκέψη καί ψυχολογισμός ἀφοῦ θέτει ὡς στόχο τῆς ὕπαρξης νά γίνουν οἱ ἄνθρωποι “καλοί καί εὐτυχισμένοι”, ἀδιαφορώντας γιά τήν ἀναζήτηση νοήματος. Μέ τέτοιες φιλοσοφικές προϋποθέσεις δέν ἐκπλήσσει ἡ (ὀρθή) πρόβλεψη τοῦ Πφίστερ ὅτι ἡ “θεραπεία ψυχῶν” θά γίνει ἕνα κοσμικό-ἐπιστημονικό ἐπάγγελμα καί πώς ὁ στόχος τῆς “εὐτυχίας” καθιστᾶ τήν θρησκεία οὐσιαστικά ἄσχετη μέ τόν ἀνθρώπινο βίο. Ἡ πρόβλεψη αὐτή τοῦ πάστορά μας ἐπαληθεύτηκε ἐντυπωσιακά στόν δυτικό κόσμο, ἰδίως μετά τόν Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, μέ τήν διάχυτη ἀναγωγή ὅλων τῶν προβλημάτων σέ ψυχολογικά καί τήν ἀποκλειστικά ἐνδοκόσμια θέασή τους.

Γιά τό ζήτημα τῶν μεγάλων ἀντιπαραθέσεων γύρω ἀπό τήν ψυχανάλυση, οἱ ὁποῖες ξέφυγαν ἀπό τό στενό ἰατρικό πλαίσιο καί προκάλεσαν εὐρύτερη ἀναστάτωση στήν κοινή γνώμη, ὁ Φρόυντ γράφει στόν Πφίστερ:  “Κατανοῶ πλήρως τό ὅτι ἀποδίδουμε πολύ μικρή σημασία στήν τυπική παρουσία (appearances) στά (γενικά ψυχιατρικά) συνέδρια. Ἡ δημόσια ἀντιπαράθεση γύρω ἀπό τήν ψυχανάλυση εἶναι ἀδύνατη· δέν ἔχουμε τήν ἴδια θεωρητική θεμελίωση καί τίποτα δέν μπορεῖ νά γίνει ἀπέναντι στόν συναισθηματισμό πού ἐλλοχεύει. Ἡ ψυχανάλυση εἶναι ἕνα κίνημα μέ βαθιές ρίζες καί οἱ δημόσιες ἀντιπαραθέσεις σίγουρα θά εἶναι ἐξίσου ἄχρηστες μέ τίς θεολογικές διαμάχες τῆς ἐποχῆς τῆς Μεταρρύθμισης…, σέ συζητήσεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἁπλῶς κάνετε παράλληλους μονόλογους (you merely talk past each other)..” (28-5-1911).

Ἄς δοῦμε ἕνα σημαντικό ἀπόσπασμα ἐπιστημολογικῆς κριτικῆς τοῦ Πφίστερ σέ βασικές θέσεις τοῦ Φρόυντ.

Πφίστερ πρός Φρόυντ: “Πάντοτε τόνισα πώς ἡ ψυχανάλυση εἶναι τό γονιμότερο μέρος τῆς ψυχολογίας, ἀλλά δέν ἀποτελεῖ τό σύνολο τῆς ἐπιστήμης τοῦ ψυχισμοῦ καί εἶναι ἀκόμη λιγότερο φιλοσοφία περί ζωῆς καί κόσμου.. Ἡ “καθαρή” ἐμπειρία κατά τήν ἄποψή μου ἀποτελεῖ μύθο ὅπως καί νά’ χει καί ἄν δοῦμε τήν ἱστορία τῶν ἐπιστημῶν διαπιστώνουμε πόσο ἀμφίβολη εἶναι ἡ πραγματικότητα πού κρύβεται πίσω ἀπό τήν ἀποκαλούμενη ἐμπειρία μας.. Κατά τή γνώμη μου δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καθαρός ἐμπειριοκράτης καί ἕνας ἄνθρωπος πού προσκολλᾶται ἄκαμπτα στά (ἐμπειρικά) δεδομένα εἶναι σάν τόν καρδιολόγο πού παραβλέπει τόν σύνολο ὀργανισμό.. Ἔτσι, πρέπει νά ἐντάξω τό ἀσυνείδητο στό σύνολο τῆς ψυχικῆς ζωῆς καί τήν τελευταία στήν κοινωνία, στό σύμπαν..

Τό ὑποκατάστατό σας γιά τήν θρησκεία εἶναι κατά βάση ἡ ἀντίληψη τοῦ Διαφωτισμοῦ τοῦ 18ου αἰώνα μέ ὑπερήφανo σύγχρονo ἔνδυμα. Πρέπει νά ὁμολογήσω πώς, παρ’ ὅλη τήν εὐχαρίστησή μου ἀπό τήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης καί τεχνικῆς, δέν πιστεύω στήν ἐπάρκεια αὐτῆς τῆς λύσης τοῦ προβλήματος τῆς ζωῆς. Εἶναι πολύ ἀμφίβολο ἐάν, συνυπολογίζοντας τά πάντα, ἡ ἐπιστημονική πρόοδος ἔκανε τούς ἀνθρώπους εὐτυχέστερους ἤ καλύτερους.. Δέν καταλαβαίνω σωστά τήν ἄποψή σας γιά τήν ζωή. Eἶναι ἀδύνατον αὐτό πού ἀπορρίπτετε ὡς τό τέλος μιᾶς αὐταπάτης (σ.τ.μ. θρησκεία) καί αὐτό πού ἐκτιμᾶτε ὡς τήν μόνη ἀλήθεια (σ.τ.μ. θετικιστική-ἐμπειριοκρατική μέθοδος) νά εἶναι τό πᾶν. Ἕνας κόσμος χωρίς ναούς, χωρίς καλές τέχνες, ποίηση, θρησκεία, κατά τή γνώμη μου θά ἦταν κόλαση.. Ἄν ἀποτελοῦσε μέρος τῆς ψυχαναλυτικῆς θεραπείας νά παρουσιάσουμε στούς ἀσθενεῖς μας αὐτό τό ἐρημωμένο σύμπαν ὡς τήν ἀλήθεια, τότε θά εἶχα μεγάλη κατανόηση ἄν οἱ φουκαράδες (poor devils) προτιμοῦσαν νά παραμείνουν περιχαρακωμένοι στήν ἀσθένειά τους παρά νά εἰσέλθουν σ’ αὐτήν τήν τρομακτική παγερή ἐρήμωση.. Συνεπῶς, παραμένει ἀνάμεσά μας ἡ μεγάλη διαφορά ὅτι ἐγώ ἀσκῶ τήν ἀνάλυση στό πλαίσιο ἑνός σχεδίου γιά τήν ζωή, τό ὁποῖο ἐσεῖς ἀντιμετωπίζετε μέ ἐπιείκια ὡς σκλαβιά στήν (θρησκευτική) κλήση μου, ἐνῶ ἐγώ θεωρῶ  αὐτή τήν φιλοσοφία ζωῆς ὄχι μόνο ὡς ἰσχυρό βοήθημα τῆς θεραπείας.., ἀλλά ἐπίσης καί ὡς τήν λογική συνέπεια μιᾶς φιλοσοφίας πού ὑπερβαίνει τόν νατουραλισμό καί τόν θετικισμό, βασίζεται στέρεα στήν ἠθική καί κοινωνική ὑγιεινή καί ἐναρμονίζεται μέ τήν φύση τῆς ἀνθρωπότητας καί τοῦ κόσμου” (24-11-1927).

Ὁ Πφίστερ διαβλέπει τόν κίνδυνο ἀπολυτοποίησης τῆς ψυχαναλυτικῆς θέασης τοῦ κόσμου, τῆς τέχνης, τῆς ἱστορίας. Ἀντιλαμβάνεται ὀρθά ὅτι ἡ ψυχανάλυση δέν ἀποτελεῖ κοσμοθεωρία οὔτε φιλοσοφία, ἀλλά μέθοδο μέ συγκεκριμένη στόχευση. Καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά διαβλέπει ὅτι θά πρέπει ἡ ψυχολογία τοῦ βάθους νά ἐνταχθεῖ ἡ ἴδια σέ μιά εὐρύτερη θεώρηση τῆς ζωῆς, ἀπό τήν ὁποία νά ἀναζωογονεῖται καί νά ὑποστηρίζεται. Συνεπής ὁ ἴδιος μέ τίς ὠφελιμιστικές θεολογικές καί λοιπές καταβολές του μιλᾶ γιά “κοινωνική καί ἠθική ὑγιεινή”. Κατανοεῖ διανοητικά καί βιωματικά πώς ἡ θετικιστική-ἐμπειριοκρατική ἀναγωγή τῶν μεγάλων ἐκδηλώσεων τῆς ζωῆς στίς ἐνορμήσεις (λίμπιντο καί ἐπιθετικότητα), ἀφαιρεῖ ἀπό τίς πρῶτες τό δικό τους βαθύ καί διαχρονικό νόημα. Αὐτό κατά τόν Πφίστερ ὠθεῖ τά πράγματα σέ μιά ἐφιαλτική ἀπογύμνωση ἀπό τήν αὐταξία καί τήν ὀμορφιά τους, σέ μιά τρομακτική ἐρήμωση. Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ἐδῶ ὁ ἐπιστολογράφος διαβλέπει τήν ἀλαζονεία καί τό ἀσφυκτικό πλαίσιο τοῦ ἀκραίου θετικισμοῦ-ἐμπειρισμοῦ, ἔστω κι ἄν αὐτή ἔρχεται μέ “ἐπιστημονικό” ἔνδυμα καί ὄχι ἰδεολογικό ἤ ἠθικό. Ἴσως αὐτή ἡ κριτική του νά ἀποτελεῖ καί πρόδρομη ἀνησυχία γιά τόν ὁλοκληρωτισμό τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νά ἐμφανιστεῖ ἐλάχιστα χρόνια μετά τίς γραμμές αὐτές πού ἔγραψε ὁ ἑλβετός πάστορας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἶναι ἀλήθεια πώς παρ’ ὅλη τήν δημόσια διακήρυξη  πίστης τοῦ Φρόυντ στόν ὀρθό λόγο καί στά πρωτεῖα τῆς αἰτιοκρατικά ἐπαληθευόμενης ἐμπειρίας, οἱ ἐρευνητές τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου του ἔχουν ἀνακαλύψει πλῆθος ἐνδιαφερόντων καί δραστηριοτήτων του πού εἶναι ἀντίθετες στό στενό αὐτό πλαίσιο.

Ὁλοκληρώνοντας κάποια ἐπιστολή του ὁ Φρόυντ γράφει στόν Πφίστερ: “Ἀρκετά μέ ὅλα αὐτά τά βαθυστόχαστα (πού συζητήσαμε). Γυρίζω πίσω στό ἀπερίγραπτα βλακῶδες ἀλλά οἰκουμενικό ἀξίωμα τῆς παντοδυναμίας τῶν σκέψεων..” (24-2-1928). Ἐκ πρώτης ὄψεως κανείς δέν θά περίμενε ἀπό τόν Φρόυντ νά ἐκφραστεῖ τόσο περιφρονητικά γιά τήν καρτεσιανή ὑπερέξαρση τῆς ὑποκειμενικῆς σκέψης..!

Σχετικά μέ τό ζήτημα ἐάν τήν ψυχανάλυση θά ἀσκοῦν μόνο γιατροί ἤ ποιοί πρέπει νά ἀποκλειστοῦν, ὁ Φρόυντ γράφει: “Δέν ξέρω ἄν ἔχετε ἀνακαλύψει τόν μυστικό σύνδεσμο ἀνάμεσα στό βιβλίο μου γιά τήν μή ἰατρική ἀνάλυση (Lay Analysis) καί σ’ ἐκεῖνο σχετικά μέ τήν θρησκεία (“Τό μέλλον μιᾶς αὐταπάτης”). Στό πρῶτο ἐπιθυμῶ νά προστατεύσω τήν ἀνάλυση ἀπό τούς γιατρούς καί στό δεύτερο ἀπό τούς ἱερεῖς. Θά ἤθελα νά παραδώσω τήν ἀνάλυση σέ ἕνα ἐπάγγελμα πού ἀκόμη δέν ὑπάρχει, ἕνα ἐπάγγελμα λαϊκῶν φροντιστῶν τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖοι δέν χρειάζεται νά εἶναι γιατροί καί δέν θά πρέπει νά εἶναι ἱερεῖς” (25-11-1928).

Πφίστερ πρός Φρόυντ: “Ὅπως ὁ προτεσταντισμός κατήργησε τήν διαφορά μεταξύ λαϊκῶν καί κληρικῶν, ἔτσι πρέπει καί ἡ θεραπεία τῶν ψυχῶν νά ἐκλαϊκευτεῖ καί νά ἐκκοσμικευθεῖ. Ἀκόμα καί οἱ πλέον μισαλλόδοξοι ὀφείλουν νά παραδεχτοῦν πώς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν περιορίζεται ἀπό τήν ὀσμή τοῦ θυμιάματος. Ἐντούτοις, μοῦ φαίνεται πώς ὄχι μόνον τά παιδιά ἀλλά καί οἱ ἐνήλικοι ἔχουν πολύ συχνά μιά ἐσωτερική ἀνάγκη θετικῶν ἀξιῶν πνευματικῆς φύσεως, ἀνάγκη ἠθικῆς καί μιᾶς φιλοσοφίας ζωῆς, καί αὐτά δέν μπορεῖ νά τά προσφέρει ἡ ψυχανάλυση..  Ἄν κανείς ἱερέας δέν πρέπει νά ἀσκεῖ ψυχανάλυση, τότε δέν θά ἔπρεπε νά τήν ἀσκεῖ κανείς χριστιανός ἤ ὁποιοδήποτε θρησκευόμενο ἤ ἠθικά βαθυστόχαστο ἄτομο καί ἐσεῖς ὁ ἴδιος τονίζετε ὅτι ἡ ἀνάλυση εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό τήν κοσμοθεωρία. Στό κάτω-κάτω ἡ δυσπιστία δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ἀρνητική πεποίθηση. Δέν πιστεύω ὅτι ἡ ψυχανάλυση ἀποκλείει τήν τέχνη, τήν φιλοσοφία, τήν θρησκεία, ἀλλά ὅτι βοηθάει νά τίς ἀποκαθάρουμε καί νά τίς ἐκλεπτύνουμε. Συγχωρέστε ἕναν βετεράνο θαυμαστή τῆς τέχνης καί τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καί ἕναν παλαιό δοῦλο τοῦ Θεοῦ. Τό ἔργο τῆς θαυμαστῆς ζωῆς σας καί ἡ καλοσύνη καί εὐγένειά σας, οἱ ὁποῖες κατά κάποιο τρόπο ἀποτελοῦν τήν προσωποποίηση τοῦ νοήματος τῆς ὕπαρξης, μέ ὁδηγοῦν στίς βαθύτερες πηγές τῆς ζωῆς. Δέν μέ εὐχαριστεῖ νά ἐρευνήσω ἐπιστημονικά τίς ὄχθες αὐτῶν τῶν πηγῶν, ἀλλά πρέπει νά πιῶ καί νά ἀντλήσω δύναμη ἀπό αὐτές.. Κατά βάθος ὑπηρετεῖτε ἀκριβῶς τόν ἴδιο σκοπό ὅπως κι ἐγώ καί ἐνεργεῖτε ‘ὡς ἐάν’ νά ὑπῆρχε σκοπός καί νόημα στήν ζωή καί τό σύμπαν καί ἐγώ μέ τίς ἰσχνές δυνάμεις μου μπορῶ μόνον νά γεφυρώσω αὐτό τό κενό μέ τίς λαμπρές ἀναλυτικές ἀνακαλύψεις σας καί ἰαματικές δυνάμεις. Ἐπιθυμεῖτε πράγματι νά ἀποκλείσετε ἀπό τό ἀναλυτικό ἔργο μιά ‘ἱερωσύνη’ πού ἐννοεῖται μέ τόν τρόπο αὐτόν;” (9-2-1929).

Ὁ πάστορας διατυπώνει εὐγενικά τίς ἀντιρρήσεις του σχετικά μέ τόν προτεινόμενο ἀποκλεισμό τῶν κληρικῶν ἀπό τό ψυχαναλυτικό ἐπάγγελμα. Διαφαίνεται ἐκ μέρους του ἕνα ὁρισμένο ἄγχος νά πείσει τόν διδάσκαλο νά μήν ἐπιμείνει σέ μιά τόσο αὐστηρή τοποθέτηση.

Φρόυντ πρός Πφίστερ: “Παραδέχομαι ὅτι ἡ  ἐπισήμανσή μου πώς οἱ ἀναλυτές, ὅπως τούς φαντάζομαι στό μέλλον, δέν θά πρέπει νά εἶναι ἱερεῖς δέν ἀκούγεται πολύ ἀνεκτική. Πρός τό παρόν ὑπομένω τούς γιατρούς, συνεπῶς γιατί ὄχι καί τούς ἱερεῖς; Ἔχετε ἀπόλυτο δίκιο νά τονίζετε πώς ἡ ἀνάλυση δέν ὁδηγεῖ σέ μιά νέα κοσμοθεωρία, ἀλλά δέν χρειάζεται κάτι τέτοιο ἐπειδή βασίζεται στή γενική ἐπιστημονική θεώρηση, μέ τήν ὁποία ἡ ἀντίστοιχη θρησκευτική εἶναι ἀσύμβατη. Ἀπό θρησκευτική ἄποψη εἶναι ἐπουσιῶδες ἄν ὁ Χριστός, ὁ Βούδδας ἤ ὁ Κομφούκιος θεωροῦνται ὡς τό ἰδεῶδες τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς καί σάν παράδειγμα πρός μίμηση. Ἡ οὐσία αὐτῆς τῆς θεώρησης εἶναι ἡ εὐλαβής αὐταπάτη τῆς θείας πρόνοιας καί τῆς ἠθικῆς οἰκουμενικῆς τάξης, οἱ ὁποῖες συγκρούονται μέ τήν λογική” (16-2-1929). Ἡ ἐπιμονή τοῦ Φρόυντ στήν συμβολική πατροκτονία ὑπῆρξε ἀμετακίνητη. Δέν βίωσε ποτέ στή διάρκεια τῆς πολυκύμαντης ζωῆς του αὐτό πού διατύπωσε ὁ μεγάλος φιλόσοφος Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν (περίπου τήν ἴδια ἐποχή), ὅτι τό ἔσχατο νόημα τῆς ζωῆς καί τοῦ σύμπαντος βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν ζωή καί τό σύμπαν, δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἐνδοκόσμιο.

Λίγο μετά τόν θάνατο τοῦ Φρόυντ στό Λονδίνο, ὁ Πφίστερ γράφει μεταξύ ἄλλων στήν σύζυγό του Μάρθα: “..Οἱ ἐπιστολές τοῦ συζύγου σας συγκαταλέγονται στά πιό προσφιλῆ ὑπάρχοντά μου. Ὅσο ζῶ θά τίς ἔχω πάντοτε μαζί μου” (12-12-1939).

Ἡ ἀλληλογραφία τῶν δύο ἀνδρῶν ἀποτελεῖ σημαντική πρωτογενῆ πηγή τῆς ἱστορίας τῆς ψυχανάλυσης γενικότερα καί τοῦ πρωτόλειου διαλόγου της μέ τήν θρησκεία εἰδικότερα.

Read More →

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ

Ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος Παραβάντσος

Τί εἶναι ὁ Ἑαυτός καί γιατί εἶναι

σημαντικός στήν ποιμαντική καθοδήγηση

Εἰσήγηση στό ἐτήσιο συνέδριο πνευματικῆς πατρότητας

Βόλος, 13-2-2015

Σεβασμιώτατε, ἀγαπητοί πατέρες καί σύνεδροι, τό θέμα τῆς εἰσηγησεώς μου ἔχει ἄμεση σχέση μέ τόν σύγχρονο τύπο πολιτισμοῦ, στόν ὁποῖο ἡ ἀνεξιχνίαστη Πρόνοια τοῦ Θεοῦ εὐδόκησε νά ζοῦμε. Ὁ κάθε πολιτισμός δημιούργησε ἱστορικά ἕναν ἰδιαίτερο τύπο ἀνθρώπου καί κάτι τέτοιο χρειάστηκε αἰῶνες γιά νά διαμορφωθεῖ. Εἶναι δηλαδή μία μακροπρόθεσμη καί ἰδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία. Μελετώντας τούς διάφορους πολιτισμούς καί τόν τύπο ἀνθρώπου πού διαμορφώνουν, κατανοοῦμε βαθύτερα τίς συνθῆκες καί τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς. Ἔτσι ὡς ποιμένες μποροῦμε νά ἀνταποκριθοῦμε πληρέστερα στό δυσκολότατο ἔργο τῆς καθοδήγησης, ἀλλά καί νά κατανοήσουμε βαθύτερα τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό μέσα στίς κοινωνικές καί ἱστορικές συνθῆκες πού ζοῦμε.

Στό ἐπίκεντρο τῆς σημερινῆς εἰσηγήσεως βρίσκεται ἡ ἔννοια τοῦ Ἑαυτοῦ. Ἐδῶ τήν κατανοοῦμε ὡς τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, ὡς τό ἐπίκεντρο τῆς ἐπιθυμίας, τῶν σκέψεων, τῶν πρωτοβουλιῶν, ὡς τό κέντρο τοῦ προσανατολισμοῦ τῆς ὕπαρξης, καθώς καί τῶν βασικῶν τάσεών της. Πρόκειται δηλαδή γιά τήν φαινομενολογική χρήση τοῦ ὅρου Ἑαυτός, χωρίς ὀντολογικές προεκτάσεις.

Ὁ Ἑαυτός στήν παραδοσιακή κοινωνία

Στίς παραδοσιακές ἀγροτικές κοινωνίες (προνεωτερικές) κυριαρχοῦσε ἡ κοινότητα τῶν ἀνθρώπων: οἱ παραδόσεις της, τά ἤθη καί ἔθιμα, οἱ ἀνάγκες ἐπιβίωσης καί συνοχῆς. Ἡ ἰδιαίτερη προσωπικότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου συνήθως διαμορφωνόταν μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη συλλογικότητα (σόι, χωριό, ἐνορία, “φυλή” {πχ. Κρητικοί, Πόντιοι}, γεωγραφικό διαμέρισμα, ἐπαγγελματική συντεχνία κ.ἄ.). Τίς περισσότερες φορές ὁ ἄνθρωπος τῆς παραδοσιακῆς-ἀγροτικῆς κοινωνίας ἀκολουθοῦσε μιά προδιαγεγραμμένη πορεία ζωῆς, τουλάχιστον κατά τούς βασικούς ἄξονές της: ἐπάγγελμα, γάμος, τεκνογονία, νομιμοφροσύνη πρός τήν πολιτισμική ταυτότητα τοῦ τόπου, ἀλλά καί πρός τούς δεσμούς αἵματος. Ἡ πολιτισμική ταυτότητα περιλαμβάνει τίς θρησκευτικές καί ἐθνικές παραδόσεις, καθώς καί τά τοπικά ἤθη καί ἔθιμα. Οἱ δεσμοί αἵματος, ἀλλά καί ἀγχιστείας, μαζί μέ τήν πολιτισμική ταυτότητα, ὑπῆρξαν πανίσχυροι καί βασικότατοι παράγοντες, πού διαμόρφωσαν τήν πορεία καί τόν χαρακτήρα τῶν ἀνθρώπινων κοινωνιῶν ἐπί χιλιάδες χρόνια.

Στά πλεονεκτήματα τῆς ἀγροτικῆς-παραδοσιακῆς κοινωνίας συγκαταλέγονται ἡ ἀλληλεγγύη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἡ σταθερότητα τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἡ…ἑτοιμοπαράδοτη πολιτιστική ταυτότητα, τό πνεῦμα τῆς αὐτοθυσίας, ἡ ἀναντίρρητη θρησκευτική πίστη, ἡ ἀπουσία ἔντονου ὑπαρξιακοῦ κενοῦ, τό φιλότιμο κ.ἄ. Στά μειονεκτήματα αὐτοῦ τοῦ τύπου κοινωνίας διακρίνουμε τόν τοπικισμό, τήν ἀποθέωση τῶν ἠθῶν καί ἐθίμων, τό ἀσφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον πού ἐμποδίζει τήν καλλιέργεια τῶν ἰδιαίτερων χαρισμάτων καί ἀναζητήσεων (ὅταν τά τελευταῖα αὐτά συγκρούονται μέ τήν παράδοση, ἀλλά καί τίς ἐπιθυμίες τῶν γονέων), τήν μή συνειδητοποιημένη πίστη (ἀπουσία ὥριμης ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἡ πίστη ὡς ἀξεσουάρ τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητας), τό.. φιλότιμο (ἀπουσία ὥριμων θεσμῶν) κ.ἄ. Διαπιστώνουμε ἐδῶ ὅτι ἡ ψυχική καί πολιτισμική ταυτότητα ἀγροτικοῦ τύπου εἶναι μιά συλλογική ταυτότητα καί ἀνάλογος εἶναι ὁ Ἑαυτός τόν ὁποῖο διαμορφώνει. Ὁ Ἑαυτός ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου εἶναι συλλογικός καί συνήθως δέν ἐνδιαφέρεται νά στραφεῖ στόν ἐσωτερικό του κόσμο, νά συνειδητοποιήσει τά συναισθήματά του, τίς βαθύτερες ἐπιθυμίες του, τά ἀνεκπλήρωτα ταλέντα-ἐφέσεις-κλίσεις του. Τέτοια ζητήματα εἴτε ἦσαν ἄγνωστα γιά τόν παραδοσιακό τύπο ἀνθρώπου ἤ, κι ὅταν σέ κάποιες περιπτώσεις ἔνιωθε σκιρτήματα σάν αὐτά πού προαναφέραμε, δέν τολμοῦσε νά τά ἐκφράσει στόν περίγυρό του, διότι θά ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τό σόι ἤ τήν κοινότητα, ὁπότε κινδύνευε νά χλευαστεῖ, νά ἀπομονωθεῖ κοινωνικά, ἀκόμη καί νά ἐξοστρακιστεῖ. Ἡ ἔννοια τῆς συστηματικῆς καί συνειδητῆς πνευματικῆς καθοδήγησης δύσκολα μπορεῖ νά γίνει ἀποδεκτή ἀπό τόν παραδοσιακό-ἀγροτικό τύπο Ἑαυτοῦ. Ἀφοῦ, ὅπως διαπιστώσαμε, ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δέν ἐνδιαφέρεται νά στραφεῖ στόν ἐσωτερικό του κόσμο, ἀφοῦ δέν αὐτοκαθορίζεται ἀλλά ἑτεροκαθορίζεται ἀπό τήν κοινότητα καί τήν παράδοσή της, δύσκολα μπορεῖ νά βρίσκεται σέ σταθερή καί ὥριμη σχέση ποιμαντικῆς καθοδήγησης. Πολλές φορές δέν ζεῖ  τήν ἐνορία ὡς τό εὐχαριστιακό σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀλλά σάν τή θρησκευτική διάσταση τῶν τοπικῶν ἠθῶν καί ἐθίμων. Βιώνει συνήθως τήν πολιτιστική “ὀρθοδοξία” ἐνῶ ἀγνοεῖ τήν Καινή Διαθήκη τῆς σωτηρίας. Ὁ συγκεκριμένος τύπος ἀνθρώπου μερικές φορές ρωτοῦσε καί ἐξακολουθεῖ νά ρωτάει τόν κληρικό τοῦ τόπου του σχετικά μέ ὁρισμένα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει. Οἱ ἐρωτήσεις του ὅμως δέν ἔχουν τό πνεῦμα τοῦ συνειδητοῦ μέλους τῆς ἐκκλησίας πού ρωτᾶ τόν ποιμένα του πῶς μπορεῖ νά ἑνωθεῖ πληρέστερα μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Τό πνεῦμα τῶν ἐρωτήσεων συνήθως ἀφορᾶ τήν ἐπίλυση πρακτικῶν-κοινωνικῶν ζητημάτων, τά ὁποῖα εἴτε δέν ὑπάρχει ἄλλος “παράγοντας” νά ἐπιλύσει εἴτε ἁπλῶς ὁ τοπικός παπάς εἶναι γεωγραφικά ἐγγύτερος (πχ. ἀπό τόν βουλευτή) ὥστε νά μπορέσει νά βοηθήσει.

Ὁ ἀγροτικός Ἑαυτός ἐνοχλεῖται ἔντονα ὅταν πληροφορηθεῖ ἀπό ὥριμο κήρυγμα ἤ τήν ποιμαντική ὅτι πρέπει νά ἀγωνιστεῖ κατά τῶν παθῶν του, μέ πρῶτα τά ψυχικά πάθη: ὑπερηφάνια, ἰδιοτέλεια, ματαιοδοξία, ζηλοφθονία κ.ἄ. Πῶς νά ἀπαρνηθεῖ αὐτά πού σύμφωνα μέ τό ἀμετακίνητο βίωμα αἰώνων συνθέτουν τό “καθαρό πρόσωπο” στήν παραδοσιακή κοινότητα; Τό πάθος τῆς οἴησης καί ἀλαζονείας τό θεωρεῖ σωστό, μπερδεύοντάς το μέ τήν “περηφάνια καί ἀξιοπρέπεια”. Ἐκεῖνο τῆς ἰδιοτέλειας (πχ. ἐπίμονη συσσώρευση περιουσίας) τό βλέπει θετικά ἐπειδή νιώθει “πετυχημένος”. Τήν ταπεινοφροσύνη τήν νομίζει χαρακτηριστικό τῶν “φουκαράδων”. Ὁ κατάλογος ἀνάλογων παρανοήσεων θά μποροῦσε νά εἶναι πολύ μακρύς. Βεβαίως στίς κοινωνίες αὐτές πάντοτε ὑπῆρξαν καλοπροαίρετοι καί ἀσκητικοί ἄνθρωποι μέ ἀγάπη γιά τόν Χριστό. Συνήθως κάτι τέτοιο προερχόταν εἴτε ἀπό τό δικό τους πνευματικό φιλότιμο (ὅπως θά ἔλεγε ὁ ὅσιος Παΐσιος) εἴτε ἀπό τή βαθιά πνευματική ἐπίδραση τῶν μοναστηριῶν καί τῶν γεροντάδων τῆς περιοχῆς τους.

Ποιά συστηματική ποιμαντική μπορεῖ κανείς νά ἀσκήσει μέ τέτοια δεδομένα;.. Ἀκανθῶδες τό ἐρώτημα, ἰδίως γιά ὅσους ἀπό ἐμᾶς ὑπηρετοῦμε στήν ὕπαιθρο ἐπί πολλά χρόνια, εἴτε ὡς ἱεροκήρυκες εἴτε ὡς ἐφημέριοι-πνευματικοί. Ἄν ὁ πνευματικός ἐπιχειρήσει νά ἐργαστεῖ πιό ὑπεύθυνα καί συστηματικά στό πλαίσιο τῆς ἀγροτικῆς κοινωνίας, ἄν δέν υἱοθετήσει τή γλοιώδη στάση πού λέει στόν καθένα αὐτό πού θέλει νά ἀκούσει, τότε εἶναι βέβαιο ὅτι θά συναντήσει ποικίλες ἀντιδράσεις ἀπό ἀρκετούς, ἀλλά θά πρέπει νά μήν πτοηθεῖ. Ὑπάρχουν πάντως περιπτώσεις ὅπου ὁ πόλεμος ἐναντίον ἑνός εὐσυνείδητου κληρικοῦ ἀπό τήν τοπική ἀγροτική νοοτροπία γίνεται τόσο ἄγριος, ὥστε νά ἀποτελεῖ μαρτύριο γιά τόν ποιμένα καί τήν οἰκογένειά του. Ἰσχυρίζομαι λοιπόν ὅτι ἡ βαθιά καί μεθοδική ποιμαντική τοῦ ἀγροτικοῦ Ἑαυτοῦ θά ἀφορᾶ συνήθως τή μειοψηφία τοῦ τοπικοῦ πληθυσμοῦ. Ὑπάρχουν ὅμως καί αὐξανόμενες ἐξαιρέσεις στόν κανόνα αὐτό, λόγω τῶν μεγάλων κοινωνικῶν ἀλλαγῶν. Μέ τόν ὑπόλοιπο πληθυσμό τῆς ἀγροτικῆς κοινότητας οἱ σχέσεις τοῦ κληρικοῦ θά εἶναι κοινωνικές καί πολιτιστικές.

Εὔλογα θά μποροῦσε νά ἀναρωτηθεῖ κανείς στό σημεῖο αὐτό: ἄν ἡ ἀγροτική κοινωνία ἦταν ὁ κυρίαρχος τύπος πολιτισμοῦ ἐπί χιλιάδες χρόνια καί συγχρόνως τό πλαίσιό της δέν εὐνοοῦσε τήν βαθιά καί ἐξατομικευμένη ποιμαντική, τότε πῶς στήν ἱστορία τῆς ἐκκλησίας ἔχουμε ἕνα πλῆθος ἁγίων, προερχόμενων ἀπό ἕνα τέτοιο ἱστορικό πλαίσιο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἄν προσέξει κάποιος τούς βίους τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας θά διαπιστώσει πώς οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς εἶχαν εἴτε καταγωγή εἴτε (τό κυριώτερο) παιδεία πού διέφερε κατά πολύ ἀπό τόν μέσο ὅρο τῆς ἐποχῆς τους. Ἀλλά τό πλῆθος ἄλλων ἁγιασμένων μορφῶν, πού κατάγονταν ἀπό τήν ἀγροτική κοινωνία καί δέν εἶχαν ἰδιαίτερη “κοσμική” παιδεία; Ἐδῶ ὑπεισέρχεται ἡ ἱστορική καί ἐκπολιτιστική διάσταση τοῦ μοναχισμοῦ. Οἱ ἱστορικές καταβολές τοῦ μοναχισμοῦ ἔχουν στόν πυρήνα τους τήν ἀντίδραση στή σταδιακή χαλάρωση καί “ἐκκοσμίκευση” τῆς Ἐκκλησίας, μετά τήν ραγδαία προσχώρηση στόν Χριστιανισμό μεγάλου πλήθους ἀνθρώπων, προερχόμενων ἀπό βαρβαρικά φύλα πού ἐβαπτίζοντο μαζικά. Ἡ φυγή στήν ἔρημο καί ἡ σταδιακή μετεξέλιξη τοῦ ἀναχωρητισμοῦ σέ κοινοβιακό μοναχισμό, ἡ προσχώρηση πλήθους χριστιανῶν, ἀνδρῶν καί γυναικῶν, στόν ἱστορικά πρωτοφανῆ καί ἐντελῶς ἀσυνήθιστο αὐτόν τρόπο ζωῆς, ἀποτέλεσε τήν πρώτη ἱστορική καί συλλογική μορφή ἐξατομίκευσης (individuation). Ἐξατομίκευση ἐδῶ σημαίνει πώς ἡ αὐτοσυνειδησία καί ὁ πόθος ἑνός μέλους τῆς Ἐκκλησίας νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό χωρίς συμβιβασμούς, γίνονται κριτήριο τόσο ἰσχυρό στόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὥστε νά ὑπερνικᾶ τίς ἀπαιτήσεις καί τίς σφοδρές ἀντιδράσεις τοῦ οἰκογενειακοῦ καί κοινωνικοῦ περίγυρου ἀπέναντι στή μοναχική ἀφιέρωση. Ἡ πνευματική αὐτή ἐξατομίκευση τῶν μοναχῶν ἐξηγεῖ σέ μεγάλο βαθμό τούς καρπούς πού πρόσφερε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἡ προνεωτερική ἱστορική περίοδος. Ἀποτέλεσε ἕνα πρώτης τάξεως διαχρονικό παράδειγμα τῆς ὑπέρβασης τοῦ πανίσχυρου κοινοτισμοῦ καί τῆς παραδόσεώς του, χάριν ἀνώτερων ἐσωτερικευμένων κριτηρίων. Παράλληλα, μεγάλη ἦταν ἡ ἐκπολιτιστική συμβολή τοῦ μοναχισμοῦ, διότι γιά τήν πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγροτικῆς περιόδου ἡ μόνη εὐκαιρία παιδείας, ἐπαφῆς μέ ὀργανωμένες βιβλιοθῆκες καί χειρόγραφα βιβλία (πανάκριβα καί δυσεύρετα τότε), εὐκαιρία μελέτης καί ἀκρόασης διαλέξεων, ὑπῆρχε μόνο μέ τήν ἔνταξή τους σέ κάποιο κοινόβιο μοναστήρι.

Ὁ Ἑαυτός στήν νεωτερική κοινωνία

Στόν δυτικό κόσμο οἱ μέσοι χρόνοι (μεσαίωνας) χαρακτηρίζονται ἀπό ἀμάθεια, φανατισμό, ὑπανάπτυξη, θρησκευτική καταπίεση, συγκρούσεις μεταξύ βασιλέων-ἡγεμόνων καί Βατικανοῦ κ.ἄ. Τό κίνημα τοῦ Διαφωτισμοῦ καί ἡ Ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν ἀποτέλεσαν μιά ἱστορική ἔκρηξη, ἡ ὁποία προσπάθησε νά τερματίσει τή σκοτεινή κατάσταση τῶν δυτικῶν λαῶν. Στούς ἑπόμενους τρεῖς αἰῶνες διαμορφώθηκε ἕνα τεράστιο ρεῦμα, ὅπου γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τῆς δυτικῆς Εὐρώπης τό ἄτομο ἐπιχείρησε νά ὑψωθεῖ πάνω ἀπό τό σύνολο, ἀπό τή συλλογικότητα πού καθόριζε τή ζωή του. Ὡς συλλογικότητα δέν ἐννοοῦμε μόνον τίς ἐπιμέρους κοινότητες-ὁμάδες, ἀλλά κυρίως τίς παραδόσεις τους. Ὁ δυτικός ἄνθρωπος σταδιακά μαθαίνει νά ἐπιδιώκει τήν ἐλευθερία γνώμης, νά διερωτᾶται καί νά ἀμφισβητεῖ, νά ἐπιλέγει καί νά διαμορφώνει τήν δική του πορεία, νά δίνει λιγότερη σημασία στούς δεσμούς αἵματος καί περισσότερη στούς κοινούς στόχους καί ὁράματα, νά αὐτοκαθορίζεται παρά νά ἑτεροκαθορίζεται. Στήν πορεία αὐτή ἄρχισε νά διαμορφώνεται νέος τύπος κοινωνίας καί ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐξελίχθηκε παράλληλα μέ τήν βιομηχανική ἐπανάσταση καί τήν συνακόλουθη ἀστυφιλία. Στήν πορεία τῶν τριῶν τελευταίων αἰώνων χαλάρωσαν αἰσθητά οἱ κοινοτικοί δεσμοί μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί ἐκεῖνοι μεταξύ ἀνθρώπου καί φύσης-γῆς. Ἡ κυρίαρχη κοσμοθεωρία μετατοπίστηκε ἀπό τήν θρησκεία στίς πολιτικές ἰδεολογίες. Ἡ ἔμφαση δόθηκε στή λογική καί στόν συστηματικό στοχασμό. Ἡ ἀντίληψη περί ἐλευθερίας ταυτίστηκε μέ τήν ἐξωτερική πάλη γύρω ἀπό τίς πολιτικές ἐλευθερίες καί τά ἐργασιακά δικαιώματα. Τονίστηκε ἡ σημασία τῶν θεσμῶν (νομοθεσία, πολιτικοί θεσμοί, δεοντολογία διαφόρων δημόσιων λειτουργιῶν, ἀλλά καί ἐπαγγελμάτων).

Ὅλες αὐτές οἱ ἐξελίξεις πού περιγράφτηκαν ἐντελῶς ἐπιγραμματικά, δημιούργησαν σταδιακά ἕνα ἱστορικό καί πολιτισμικό πλαίσιο πού ἀποκαλεῖται νεωτερικό (modern), ἐνῶ τό παραδοσιακό ὀνομάζεται προνεωτερικό (premodern).  Ὁ νεωτερικός τύπος Ἑαυτοῦ θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ αὐτοσυνείδητος Ἑαυτός, δηλαδή αὐτοκαθοριζόμενος ἀπό τήν αὐτοσυνειδησία του καί τήν ἐντονότατη ἀνάγκη του γιά πολύπλευρη αὐτονομία. Ὁ νεωτερικός αὐτοσυνείδητος Ἑαυτός ἔχει ριζικές διαφορές ἀπό τόν προνεωτερικό συλλογικό  Ἑαυτό. Ὁ νεωτερικός Ἑαυτός δέν πείθεται εὔκολα ἀπό τήν ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας, ἄν αὐτή δέν τοῦ δώσει πρῶτα στέρεες ἀπαντήσεις στά λογικά ἐρωτήματά του. Ἡ λογική του εἶναι συγχρόνως τό σημαντικό ὄπλο του καί τό ἀδύνατο σημεῖο του. Εἶναι σημαντικό ἐργαλεῖο διότι βοηθάει τόν νεωτερικό ἄνθρωπο νά ἀποφεύγει τίς δισειδαιμονίες καί τίς προλήψεις τῆς παραδοσιακῆς κοινωνίας, νά μήν δέχεται τά πράγματα ὅπως ἔρχονται, νά προσπαθεῖ νά τά κατανοήσει καί νά ἀποφασίσει ἐλεύθερα ποιά στάση θά τηρήσει κατά περίπτωση. Μιά τέτοια θεμελιώδης νοοτροπία ἔφερε πολλές φορές σέ δύσκολη θέση ἐκεῖνο τό εἶδος ποιμαντικῆς πού συνηθίζει νά ἀναμασάει τίς ἴδιες στερεότυπες ἀπαντήσεις καί πού ἀπορεῖ γιατί οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι δέν θεωροῦν αὐτονόητα ὅλα ὅσα ἡ ἴδια αὐτή ποιμαντική θεωρεῖ αὐτονόητα…

Ἡ ὥριμη καί προσεκτικά σχεδιασμένη ποιμαντική γνωρίζει πώς δέν ὑπάρχουν τυποποιημένες ἤ ὁριστικές ἀπαντήσεις στήν ἐποχή μας. “Δέν ὑπάρχουν” μέ διπλή ἔννοια: καί ἀπορρίπτονται ἀπό τή συντριπτική πλειοψηφία τῶν σκεπτόμενων ἀνθρώπων, ἀλλά καί δέν πρέπει νά ὑπάρχουν, ἀπό τήν ἄποψη τῆς ποιμαντικῆς καί θεολογικῆς δεοντολογίας.

Οἱ τυποποιημένες ἀπαντήσεις παραβλέπουν τή μοναδικότητα τοῦ κάθε προσώπου, καθώς καί τόν ἰδιαίτερο συνδυασμό τῶν συνθηκῶν ὑπό τίς ὁποῖες ζεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Τέτοιες “ἀπαντήσεις” εἶναι βέβαιο ὅτι θά ἀστοχήσουν ἀπέναντι σέ εὐαίσθητες πλευρές τοῦ συγκεκριμένου προσώπου κι αὐτό μπορεῖ νά ἔχει κρίσιμες καί μακροπρόθεσμες ἐπιπτώσεις. Οἱ ὁριστικές ἀπαντήσεις πάλι, ἐπιμένουν νά ἀγνοοῦν (νά ἀδιαφοροῦν;) τίς εὔθραυστες και ρευστές ἱστορικές συνθῆκες τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, καθώς καί τό συνεχές γίγνεσθαι τῆς κάθε συγκεκριμένης ζωῆς ἀπό τήν κούνια μέχρι τήν ἀναχώρησή μας ἀπό τά γήινα. Ἡ ἀποφυγή τῶν τυποποιημένων καί ὁριστικῶν ἀπαντήσεων ἀπαιτεῖ διαρκῆ μόχθο καί ἐγρήγορση, καθώς καί μιά στάση ἀνοιχτή στόν διάλογο μέ τόν σύγχρονο πολιτισμό καί τίς ἐπιμέρους μορφές του. Ἡ ἀποφυγή τυποποιημένων καί ὁριστικῶν ἀπαντήσεων ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς θεμελιώδεις (ἀρνητικές) ἀναγκαιότητες τῆς σύγχρονης ποιμαντικῆς στά πλαίσια τῆς (μετα)νεωτερικῆς ἐποχῆς μας.

Ἀκόμη καί στά δογματικά θέματα, ὅπου οἱ ἀπαντήσεις μοιάζουν πολύ πιό προδιαγεγραμμένες, χρειάζεται θεολογική ἑρμηνεία τέτοια πού νά συνδέεται μέ τίς ὑπαρξιακές ἀναζητήσεις τῶν πιστῶν. Ἄς πάρουμε τό τριαδικό δόγμα. Ἡ τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ ἄν δέν ἐξηγηθεῖ θεολογικά στούς πιστούς, παραμένει ἕνας ἀνεξιχνίαστος γρίφος, πού τελικά καταλήγει νά μοιάζει ἀδιάφορος γιά τήν καθημερινή ζωή τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐξήγηση τῆς Ποιμαντικῆς καλεῖται νά ἐπικεντρωθεῖ στήν κοινωνία τῶν τριαδικῶν Ὑποστάσεων, στήν ἄρρηκτη ἑνότητα θελήματος καί δράσης (ἐνέργειας) μεταξύ Τους καί στήν πραγμάτωση τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, ἑνότητας καί ἀγάπης μεταξύ τῶν μελῶν τοῦ εὐχαριστιακοῦ σώματος. Ἔτσι οἱ πιστοί συνειδητοποιοῦν πληρέστερα καί ἀμεσότερα τί σημαίνει ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐπίσης ἀρχίζουν νά σκέπτονται ὀντολογικά, ἀποφεύγοντας τήν προαιώνια παγίδα τῆς συναισθηματικῆς κατανόησης τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Ἡ τελευταία αὐτή θεμελιώνεται τριαδολογικά καί ὄχι βέβαια…συναισθηματικά.

Ἀναφέραμε προηγουμένως ὅτι ἡ λογική τοῦ νεωτερικοῦ αὐτοσυνείδητου Ἑαυτοῦ εἶναι συγχρόνως πλεονέκτημα καί μειονέκτημα. Ἀναφερθήκαμε ἤδη σέ ὁρισμένα ἀπό τά πλεονεκτήματα αὐτά ἔναντι  τοῦ προνεωτερικοῦ συλλογικοῦ Ἑαυτοῦ. Ἄς ἐξετάσουμε τώρα καί ὁρισμένα βασικά μειονεκτήματα τῆς νεωτερικῆς λογικῆς.

Εἶναι, νομίζω, κοινή διαπίστωση ὅτι ὁ προνεωτερικός Ἑαυτός ἦταν ἄνθρωπος καρδιᾶς, μέ τήν ἔννοια ὅτι τό ἐπίκεντρο τῶν βασικῶν ἐπιλογῶν του ἦταν περισσότερο τό θυμικό (ἐπιθυμία, συναίσθημα) καί ὄχι μιά μεθοδική, ἀποστασιοποιημένη, ὀρθολογική ματιά στά πράγματα. Ἄλλωστε καί ἡ βιβλική παράδοση ἔδωσε τήν πρωτοκαθεδρία στήν καρδιά (ἑβραϊκά: λέβ) ὡς τό ἀνθρωπολογικό ἐπίκεντρο τῆς ἐπιθυμίας καί τοῦ θελήματος. Ἀντίθετα ὁ νεωτερικός ἄνθρωπος ἔδωσε τά σκῆπτρα στόν ἐγκέφαλο, δηλαδή στή διανοητική  λειτουργία. Ἐπικεντρώθηκε στή σχέση αἰτίου καί ἀποτελέσματος, δηλαδή στήν αἰτιοκρατική λογική, ἀναζητώντας τήν ἀπόλυτη ἀντικειμενικότητα. Ἡ βιβλική πρωτοκαθεδρία τῆς καρδιᾶς ἐμπλουτίστηκε ἀπό τήν νηπτική παράδοση τοῦ μοναχισμοῦ, ὁ ὁποῖος τόνισε ὅτι ἡ κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά ἁμαρτωλά πάθη ἰσοδυναμεῖ μέ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς μέσω τῆς ἀδιάλειπτης νοερᾶς προσευχῆς, ἀλλά καί τῶν ὑπόλοιπων πνευματικῶν παλαισμάτων τοῦ χριστιανοῦ. Πρόκειται γιά τήν περίφημη ἡσυχαστική παράδοση τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ ὁποία βρῆκε τήν ἀποκορύφωσή της στόν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ.

Ὅλα αὐτά ἔχουν σημαντικές συνέπειες γιά τήν ποιμαντική. Ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ἀλλά καί οἱ σύγχρονοι πιστοί, εἴμαστε ὅλοι βαθύτατα ἐπηρεασμένοι ἀπό τό ὀρθολογικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, τό ὁποῖο ἀναπνέουμε  καθημερινά. Λειτουργοῦμε πολύ περισσότερο ἐγκεφαλικά, ἀπ’ ὅ,τι οἱ πιστοί ἄλλων ἐποχῶν. Αὐτό σημαίνει πώς ὅταν ἐπικοινωνοῦμε ποιμαντικά μέ τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει νά εἴμαστε ἐξοπλισμένοι θεολογικά καί εὐρύτερα, ὥστε νά ἀπαντήσουμε ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα στά καλοπροαίρετα ἐρωτήματα-ἐνστάσεις-ἀπορίες τους. Εἶναι βασικό νά κερδίσουμε τήν ἐμπιστοσύνη τους δείχνοντας ὅτι δέν ἀποφεύγουμε οὔτε ἀπορρίπτουμε τά ἐρωτήματά τους. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, θά πρέπει σταδιακά νά στρέψουμε τήν προσοχή τους καί στήν καλλιέργεια τῆς καρδιᾶς, ἀναλύοντας μέ ποικίλους τρόπους ὅτι ἡ σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου δέν βασίζεται τελικά στή λογική ἀλλά στήν ἀγάπη καί στήν πίστη-ἐμπιστοσύνη. Στό σημεῖο αὐτό εἶναι πολύ πιθανό νά συναντήσουμε μεγάλη ἀντίσταση ἀπό ὁρισμένους ἀνθρώπους. Ὁ μόνος τρόπος μέ τόν ὁποῖον προσεγγίζουν τά ζητήματα τῆς ὕπαρξης εἶναι αὐτός τῆς λογικῆς καί δυσκολεύονται ἀφάνταστα νά δεχθοῦν κάτι ἄλλο. Θά χρειαστεῖ ὑπομονή ἐτῶν, διάκριση καί ταπεινοφροσύνη ἐκ μέρους τοῦ ποιμένα, ὥστε νά γευτεῖ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος τήν ὁδό τῶν Πατέρων μας, τήν (νηπτική) ὁδό τῆς καρδιᾶς. Μέσα στό ποιμαντικό πλαίσιο τῆς ὑπομονῆς καί τῆς διακρίσεως ὁ κληρικός θά δείξει στόν συνάνθρωπο ὅτι ἡ ὁδός τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποτελεῖται ἀπό λογικά ἐπιχειρήματα, εἶναι θεϊκό πῦρ, δέν στοχεύει τόσο νά πείσει τόν ἐγκέφαλό μας, ὅσο νά ἑλκύσει τήν καρδιά μας, δηλαδή τή θέληση καί τήν ἐπιθυμία μας πρός Ἐκεῖνον.  Στό πλαίσιο αὐτό μία θεμελιώδης δυσκολία τοῦ νεωτερικοῦ Ἑαυτοῦ στήν πορεία του πρός τόν Χριστό εἶναι ἡ αὐτο-πραγμάτωση. Ἡ ἀσίγαστη ἐπιδίωξη τοῦ συγκεκριμένου τύπου ἀνθρώπου νά ἀναπτύξει στόν μέγιστο δυνατό βαθμό τίς δυνατότητες, τά χαρίσματα καί τά ταλέντα πού διαθέτει. Αὐτή καθεαυτήν ἡ ἐπιδίωξη εἶναι θετική, ὅμως ὅταν αὐτονομηθεῖ ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ κινδυνεύει νά μετατραπεῖ σέ αὐτοειδωλοποίηση καί λήθη τοῦ Θεοῦ. Καί στό σημεῖο αὐτό ἐπίσης ὁ πνευματικός θά πρέπει νά προχωρεῖ μέ ὑπομονετικό ρυθμό, χωρίς νά πιέζει τόν νεωτερικό Ἑαυτό. Σκοπός μας εἶναι ὁ τελευταῖος νά γευτεῖ βιωματικά τήν σχέση μέ τόν Κύριο καί μέ τήν Ἐκκλησία του. Τότε τό βίωμα αὐτό, μαζί μέ τήν κατάλληλη ποιμαντική, θά πληροφορήσει τήν καρδιά του πώς κάθε τί τό ἀνθρώπινο ὅταν ἀναφέρεται ἀποκλειστικά ἤ κυρίως στόν ἑαυτό μας (πχ. αὐτο-πραγμάτωση) κινδυνεύει νά μετατραπεῖ σέ παγίδα πού ἐγκλωβίζει τήν ὕπαρξη σέ ἕνα ἀσφυκτικά στενό πλαίσιο. Ἀντίθετα, κάθε τί πού ἐντάσσεται στή σχέση μέ τόν Σωτήρα καί Λυτρωτή διανοίγει μιά ὑπαρξιακή προοπτική πού εἶναι, κατά Χάριν, ἄναρχη (χωρίς ἀρχή, αἰώνια) καί ἀτελεύτητη, ὅπως χαρακτηριστικά τήν ἀποκαλεῖ ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ ὁμολογητής.

Ὁ μετανεωτερικός Ἑαυτός

Τό δράμα τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων καί τῶν ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων (κομμουνισμός-ναζισμός) τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἔστρεψαν ἕνα σημαντικό μέρος τῆς δυτικῆς διανόησης ἐναντίον τῶν ἰδεολογιῶν, καθώς καί ἐναντίον τοῦ ὀρθολογισμοῦ πού τίς ἐξέθρεψε. Τονίστηκε κατά κόρον ὅτι σέ κάθε σημαντικό ζήτημα δέν ὑπάρχει μία ἀποκλειστική ἀλήθεια ἀλλά πολλαπλές ὀπτικές γωνίες καί πώς τά πάντα εἶναι σχετικά καί ρευστά. Στή θέση τῶν ἰδεολογιῶν τοποθετήθηκαν τά ἀτομικά, ὑποκειμενικά βιώματα-ἐμπειρίες. Δόθηκε μεγάλη ἔμφαση στίς αἰσθήσεις καί στίς ἀπολαύσεις. Ἡ ραγδαία ἄνοδος τοῦ διαδικτύου ἔφερε στό προσκήνιο τήν ἠλεκτρονική εἰκόνα καί τήν διαφήμηση, πού σταδιακά ἀπέκτησαν τεράστια ἰσχύ.

Κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες ὁ Ἑαυτός, μετά τόν ἑτεροκαθορισμό του τῆς παραδοσιακῆς ἱστορικῆς περιόδου καί τήν αὐτοσυνειδησία τῆς νεωτερικῆς, κατέληξε σταδιακά στήν πολυδιάσπαση, στόν κατακερματισμό του. Καί αὐτό διότι ἡ πλημμυρίδα τῆς καθημερινῆς πληροφόρησης, ἡ ἐξασθένιση τῶν διαπροσωπικῶν δεσμῶν, ἡ ἀποθέωση τοῦ ὑποκειμενισμοῦ καί ἡ τρομερή ρευστότητα τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν (πολιτικῶν, ἐπαγγελματικῶν, οἰκογενειακῶν κλπ.) ἀποσταθεροποίησαν τόν νεωτερικό αὐτοσυνείδητο Ἑαυτό, δημιουργώντας τήν πολιτισμική περίοδο τῆς ὕστερης νεωτερικότητας ἤ μετα-νεωτερικότητας (late modernity – postmodernity). Ὁ Ἑαυτός τῆς μετανεωτερικότητας  θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ ὁ διασπασμένος Ἑαυτός (fragmented Self). Ὁ μεταμοντέρνος διασπασμένος Ἑαυτός ὄχι μόνο δέν ἀπαρνεῖται τίς ἀντιφάσεις του (ὡς ἕνα βαθμό ἀναπόφευκτες στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη), ἀλλά τίς θεωρεῖ   θεμιτές καί τίς ἐπιδιώκει κιόλας, ὅταν νιώθει εὐχαρίστηση ἀπό αὐτές. Τό εἶδος τῶν διαπροσωπικῶν δεσμῶν τοῦ διασπασμένου Ἑαυτοῦ εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικό. Ὁ προνεωτερικός Ἑαυτός διαμόρφωνε δεσμούς βασισμένους στή συγγένεια καί στήν κοινή πολιτιστική ταυτότητα (ἤθη-ἔθιμα), ἐνῶ ὁ νεωτερικός Ἑαυτός στήριζε τούς διαπροσωπικούς δεσμούς του στήν κοινή ἰδεολογία καί στούς θεσμούς. Ὁ μετανεωτερικός Ἑαυτός στηρίζει τούς δεσμούς του στήν ἠλεκτρονική δικτύωση τοῦ ἴντερνετ καί στούς πολλαπλούς ρόλους πού χαρακτηρίζουν τή σύγχρονη ζωή. Αὐτή ἡ πολλαπλότητα τῶν ρόλων καί ἡ ὑπερκινητικότητα τῆς σύγχρονης ζωῆς ἀποτελοῦν συγχρόνως αἴτιο καί ἀποτέλεσμα τῆς πολυδιάσπασης τοῦ μετανεωτερικοῦ Ἑαυτοῦ. Ἡ ὑπερκινητικότητα δέν εἶναι μόνο γεωγραφική, ἀποτελεῖ μιά διαρκῶς ἐντεινόμενη ὑπερδραστηριότητα καί διάχυση (διασκορπισμό) τῆς προσωπικότητας πρός τά ἔξω. Ὁ κάθε μετανεωτερικός ἄνθρωπος γίνεται ἕνας μικρός “ἀλάθητος πάπας” γιά τόν ἑαυτό του, δηλαδή ἐνδιαφέρεται γιά τήν προσωπική του “ἀλήθεια” (“νά εἴμαστε ὁ ἑαυτός μας”), ἀδιαφορώντας γιά τίς “ἀλήθειες” τῶν ἄλλων, ἄν αὐτές δέν τοῦ ταιριάζουν. Πρόκειται γιά τήν ἀποθέωση τοῦ ὑποκειμενισμοῦ καί τῆς ἀκοινώνητης μοναξιᾶς του…

Οἱ ποιμαντικές προεκτάσεις τοῦ μεταμοντέρνου διασπασμένου Ἑαυτοῦ εἶναι πολύ σημαντικές γιά τόν κληρικό. Ἐφόσον ἐκεῖνο πού προέχει γιά αὐτόν τόν τύπο Ἑαυτοῦ εἶναι ὁ ὑποκειμενισμός (τά εὐφρόσυνα συναισθήματα, οἱ συναρπαστικές ἐμπειρίες), εἶναι πολύ συχνό τό φαινόμενο διάφοροι ἄνθρωποι νά ἐκκλησιάζονται ἤ ἀκόμη καί νά προσέρχονται στήν ἐξομολόγηση ἐπειδή “ἡρεμοῦν” ἤ ἐπειδή “νιώθουν καλύτερα”. Ὁ στόχος τους δηλαδή δέν εἶναι νά ἀγωνιστοῦν γιά προσωπική σχέση μέ τόν Χριστό μέσα στούς κόλπους τοῦ εὐχαριστιακοῦ σώματος, ἀλλά νά βροῦν ἕνα ἡρεμιστικό καί ἀντικαταθλιπτικό ἀντίδοτο στά προβλήματα πού τούς πιέζουν. Ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας κρίνεται μέσα ἀπό τό μετανεωτερικό πρίσμα: “τί προσφέρουν τά μυστήρια, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, στήν προσωπική μου γαλήνη, εὐεξία, εὐτυχία;”. Πρόκειται γιά μορφή πολιτιστικοῦ ναρκισισμοῦ πού ἔχει διεισδύσει σέ ὅλες τίς πλευρές τῆς σύγχρονης ζωῆς. Τό ἀπόλυτο ἐπίκεντρο εἶναι ὁ Ἑαυτός καί ἡ εὐεξία του, τά σκαμπανεβάσματά του, οἱ ἐξάρσεις καί ὑφέσεις του, οἱ ἀρέσκειες καί οἱ ἀπαρέσκειές του. Ὅλα τά ἄλλα ἔρχονται δεύτερα, ἀκόμη κι ὁ Θεός ὁ Ἴδιος, ὁ ὁποῖος βιώνεται ἀπό τόν μετανεωτερικό Ἑαυτό σάν ἕνα χρήσιμο ἀξεσουάρ “πνευματικότητας” (spirituality) καί ὄχι ὡς ὁ σταυρωθείς καί ἀναστάς Σωτήρας τοῦ κόσμου..

Αὐτός ὁ πολιτιστικός ναρκισισμός, πού εἶναι ἕνα ἀπό τά κυριότερα χαρακτηριστικά τῆς ἐποχῆς μας, ἀποτελεῖ σέ πολλές περιπτώσεις ἕνα “σινικό τεῖχος” πού χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Στά μάτια τοῦ πνευματικοῦ τό ἐμπόδιο αὐτό μοιάζει ὁρισμένες φορές ἀνυπέρβλητο. Ὅμως, ὅπως ἔχουμε πεῖ καί παλαιότερα, ἡ ποιμαντική εἶναι ἡ τέχνη τοῦ (ἀνθρωπίνως) ἀνέφικτου, ἀλλά καί χαρισματικῶς ἐφικτοῦ. Ὁ ἔμπειρος πνευματικός βιώνει ταυτόχρονα καί τήν προσωπική του ἀδυναμία καί τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Οἱ πνευματικές “κεραῖες” του συλλαμβάνουν μέ ἔνταση τά μηνύματα τῆς ἐποχῆς. Νιώθει στό πετσί του τήν ἀσυμβατότητα πολλῶν ἀπό αὐτά τά μηνύματα μέ τήν Καινή Διαθήκη (= Νέα Σχέση) μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Κατανοεῖ τίς σοβαρές ἐπιπλοκές καί δυσκολίες τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, συγχρόνως ὅμως αἰσθάνεται εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό καί γιά τά πολλά θετικά τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἔχει ἀπείρως μεγαλύτερη πρόσβαση στά πατερικά κείμενα καί σέ κάθε λογῆς χριστιανικά βιβλία, σέ σύγκριση μέ παλαιότερες ἐποχές. Ἡ πλημμυρίδα τοῦ κοσμικοῦ πνεύματος στήν καθημερινή ζωή, κάνει ἀρκετούς ἀνθρώπους νά ἀναζητοῦν νόημα ζωῆς μέ ἄσβεστη δίψα καί μέ σαφῶς μεγαλύτερη γνησιότητα ἀπ’ ὅ,τι σέ παλαιότερες περιόδους. Ἡ ἄνθιση τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ αὐξανόμενη συνειδητοποίηση τῆς ἀξίας τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς, εἶναι ἐπίσης δύο ἐλπιδοφόρες ἐξελίξεις, ἀσχέτως ἄν συνοδεύονται ἀπό κάποια προβλήματα.

Συνυπολογίζοντας ὅλους αὐτούς τούς παράγοντες, ὁ πνευματικός ἀγωνίζεται νά ἀξιοποιήσει τά θετικά στοιχεῖα καί νά περιορίσει, ὅσο τό δυνατόν, τά ἀρνητικά. Ὅπως προανέφερα, κύριο μετανεωτερικό ἐμπόδιο γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι ἡ διαρκῶς αὐξανόμενη ἰδιώτευση τοῦ σύγχρονου Ἑαυτοῦ. Τό φαινόμενο δηλαδή ὅπου τά κύρια ζητήματα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης εἴτε θεωροῦνται ἰδιωτικά (δηλαδή ἀτομοκεντρικά) εἴτε χειραγωγοῦνται ἀπό ἰδιωτικά συμφέροντα. Αὐτή ἡ γενικευμένη ἰδιώτευση, ἡ ἄλλη πλευρά τῆς ὁποίας εἶναι ὁ πολιτιστικός ναρκισισμός, ἀποτελεῖ κατά τή γνώμη μου τόν ὑπ’ ἀριθμόν ἕνα ἀντίπαλο τῆς σταυροαναστάσιμης ζωῆς, ἀφοῦ ἀρνεῖται τόν πυρήνα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στή θέση τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων προωθεῖ τόν ἀτομοκεντρισμό καί τόν ὑποκειμενισμό, στή θέση τῆς ἔνταξής μας στό εὐχαριστιακό σῶμα τοῦ Κυρίου (στήν Ἐκκλησία) τονίζει πεισματικά ὅτι ὁ μεμονωμένος Ἑαυτός εἶναι τό ἄλφα καί τό ὠμέγα.

Ὅλη ἡ προσοχή τοῦ πνευματικοῦ, ἡ μακροπρόθεσμη στρατηγική του, θά πρέπει νά στοχεύει στήν ἐκκλησιοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἔξοδό του ἀπό τά σιδερένια δεσμά τῆς μοναχικῆς καί ἀτομοκεντρικῆς ἰδιώτευσης, πού κάνει τόν ἄνθρωπο εὔκολη λεία τῆς ἁμαρτίας ἀλλά καί τοῦ οἰκονομικοπολιτικοῦ “συστήματος”. Ὁ ἀγώνας αὐτός μοιάζει ἄνισος, δεδομένης τῆς τρομακτικῆς ἰσχύος τῆς ἠλεκτρονικῆς εἰκόνας καί τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας (καί προπαγάνδας τοῦ συστήματος). Ὅμως σ’ αὐτό ἀκριβῶς ἔγκειται καί τό μαρτύριο-μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως: ὅτι κηρύσσει “Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον” σέ μιά ἐποχή ὅπου αὐτό παρανοεῖται ὡς “τρέλλα καί ἀνοησία” καί συκοφαντεῖται ὡς “φανατισμός καί μισαλλοδοξία”.

Ἐπίλογος

Στήν πράξη τῆς καθημερινῆς ζωῆς δέν συναντοῦμε ποτέ σαφεῖς διαχωριστικές γραμμές καί ὅρια μεταξύ διαφόρων τύπων πολιτισμοῦ ἤ Ἑαυτοῦ. Συνήθως ἀντιμετωπίζουμε μικτές, σύνθετες περιπτώσεις.

Ὅταν ἐργαζόμαστε ποιμαντικά μέ τούς κατοίκους τῆς ὑπαίθρου, καί μάλιστα μεγαλύτερης ἡλικίας, τότε τό στοιχεῖο πού ἐπικρατεῖ κυρίως εἶναι ἐκεῖνο τοῦ συλλογικοῦ προνεωτερικοῦ Ἑαυτοῦ. Ἀκόμα κι στήν περίπτωση αὐτή ὅμως θά διακρίνουμε στοιχεῖα τετράγωνης λογικῆς (νεωτερικά, πχ. στή διαχείριση τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων), καθώς καί στοιχεῖα μετανεωτερικά πού προέρχονται κυρίως ἀπό τήν ἐπιρροή τῆς τηλεόρασης: πχ. ἡδονιστική ἀντίληψη τῆς ζωῆς, καλοπέραση.

Ὅταν συνεργαζόμαστε μέ κατοίκους τῶν ἀστικῶν κέντρων καί μάλιστα μορφωμένους, ἐκεῖ θά διακρίνουμε ἔντονα νεωτερικά στοιχεῖα ὀρθολογισμοῦ καί ἰδεολογίας. Ἀλλά καί στήν περίπτωση αὐτή ὑπάρχουν σχεδόν πάντα καί “νησίδες” προνεωτερικῶν στοιχείων, ὅπως ἡ ἀγάπη γιά τόν τόπο καταγωγῆς τους ἤ ἡ προσκόλληση σέ ὁρισμένους συγγενεῖς τους.

Τέλος, ὅταν ἐπικοινωνοῦμε μέ τή σύγχρονη νεολαία τοῦ Facebook, τοῦ Instagram καί τῶν selfies (αὐτοφωτογράφηση), τότε ὑπάρχουν ἔντονα μετανεωτερικά στοιχεῖα τῶν κοινωνικῶν δικτύων, τῆς πολλαπλότητας τῶν ρόλων καί τῆς ρευστότητας τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων. Συγχρόνως ὅμως συνυπάρχουν καί στοιχεῖα νεωτερικά, ἀκόμη καί προνεωτερικά, ὅπως ἡ ἀσφάλεια πού αἰσθάνονται οἱ νέοι στούς κόλπους τῆς οἰκογένειάς τους, κάτι πού ἀναζωπυρώθηκε ἀπό τήν οἰκονομική κρίση καί τήν τεράστια νεανική ἀνεργία.

Μέσα ἀπό τό θέμα τῆς ὁμιλίας προσπαθήσα νά δείξω τήν μεγάλη σημασία πού ἔχει γιά τήν ποιμαντική ἡ ἐπίγνωση τῶν σύγχρονων πολιτιστικῶν καί κοινωνικῶν δεδομένων. Χωρίς αὐτή τήν ἐπίγνωση ἡ σοβαρή καί μεθοδική ἐπικοινωνία τοῦ πνευματικοῦ μέ τούς ἀνθρώπους εἶναι μᾶλλον ἀδύνατη καί ἄν ἐπιχειρηθεῖ ἐνδέχεται νά ὁδηγήσει σέ πολλές παρεξηγήσεις καί ἐντάσεις. Ἐλπίζω λοιπόν νά πρόσθεσα ἕνα μικρό λιθαράκι στόν στόχο τῆς βαθύτερης κατανόησης τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Σᾶς εὐχαριστῶ.

Read More →

ΠΡΩΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

  1. Ἀνθρωπολογία τῶν λογισμῶν: Ψυχῆς Δρόμοι, τεῦχος 5ο, Μάιος 2013. Ἀπό τά πιό πρωτότυπα κείμενα πού ἔχω γράψει.
  2. Αὐτοσχέδια προσευχή: δέν ἔχει δημοσιευθεῖ πουθενά καί προσπαθεῖ νά συμπυκνώσει τήν βιωματική πάλη τοῦ σύγχρονου χριστιανοῦ.
  3. Μεταμοντέρνα θρησκεία: Νέος Λόγιος Ἑρμῆς, τεῦχος 18, α΄ ἑξάμηνο 2019. Ἀπό τίς πιό συνθετικές μελέτες πού ἔγραψα ποτέ. Χρησιμοποιῶ τήν νεώτερη ψυχαναλυτική ἐπιστημολογία γιά νά καταδείξω τίς προδρομικές ρίζες τοῦ σύγχρονου βελούδινου ὁλοκληρωτισμοῦ
  4. Ὅψεις τοῦ Ὁμοουσίου στήν σύγχρονη Ψυχανάλυση, περιοδικό Θεολογία, τόμος 81ος, τεῦχος 2, 2010. Πρωτότυπη μελέτη πού ἀναιρεῖ τίς αἰτιάσεις Γιανναρᾶ ὅτι ἡ Ψυχολογία δέν ἔχει κανένα σημεῖο ἐπαφῆς μέ τήν Ὀντολογία, χρησιμοποιώντας κλινικά παραδείγματα.
  5. Πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις ἤ φανταζομένων; περιοδικό Σύναξη, τεῦχος 132, φθινόπωρο 2014
  6. Τί εἶναι ὁ Ἑαυτός καί γιατί εἶναι σημαντικός στήν πνευματική καθοδήγηση; Εἰσήγηση στό ἐτήσιο σεμινάριο πνευματικῶν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δημητριάδος, 13-2-2015.
  7. Ἡ ἀλληλογραφία μεταξύ Φρόυντ καί πάστορα Ὄσκαρ Πφίστερ, Ψυχῆς Δρόμοι, τεῦχος 10, Νοέμβριος 2015. Ἡ ἀλληλογραφία τοῦ πατέρα τῆς ψυχανάλυσης μέ τόν ἑλβετό πάστορα σημαντοδοτεῖ τίς ἀπαρχές τῆς ποιμαντικῆς ψυχολογίας καί γι’ αὐτό ἔχει ἱστορική σημασία
Read More →

Ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος Παραβάντσος

ΠΙΣΤΙΣ, ΕΛΠΙΖΟΜΕΝΩΝ ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ

Ἤ ΦΑΝΤΑΖΟΜΕΝΩΝ; ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ

ΤΗΣ ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ

Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2014

Τό ζήτημα τῆς πίστεως ἔχει πλῆθος ὄψεων καί παραλλαγῶν, μπορεῖ νά μετασχηματίζεται στίς πιό ἀπίθανες μορφές, ἀκόμη καί ὡς ψυχοπαθολογικό-κλινικό σύμπτωμα. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι τό ποῦ ἀναφέρει ὁ ἄνθρωπος τήν ἐσώτατη πίστη-ἐμπιστοσύνη του ἀποτελεῖ τό θεμελιῶδες ὑπαρξιακό ζήτημα, ἀσχέτως ἄν αὐτή ἡ (ὅποια) πίστη εἶναι συνειδητή ἤ ἀσυνείδητη, ἀνεπίγνωστη ἤ ὥριμη.

Στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ θά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν ἀλληλεπίδραση ψυχοπαθολογίας καί πίστεως. Στήν ἔννοια τῆς τελευταίας θά δώσουμε διευρυμένο περιεχόμενο, ὥστε νά συμπεριλάβει τόν πνευματικό ἀγώνα γιά τήν ὑπερνίκηση τῶν παθῶν καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἄλλωστε οἱ δύο αὐτές πλευρές τῆς ἔμπρακτης πίστεως εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες στήν Παράδοση. Δέν θά ἐπικεντρωθοῦμε στήν ἀπρόσωπη-γενική ὄψη τοῦ θέματος, ἀλλά θά μελετήσουμε συγκεκριμένη κλινική περίπτωση σοβαρῆς παθολογίας καί τό πῶς αὐτή σχετίζεται μέ τήν ἀγωνία καί τόν ἀγώνα τοῦ προσώπου αὐτοῦ νά πλησιάσει τόν Χριστό, νά ἑνωθεῖ μέ Ἐκεῖνον.

Στήν σύντομη παρουσίαση πού ἀκολουθεῖ ἔχουμε ἀλλάξει τά προσωπικά δεδομένα ὥστε νά διαφυλάξουμε τό ἀπόρρητο, ἀφήνοντας ἀναλλοίωτο τό κλινικό ὑλικό, πού προέρχεται κυρίως ἀπό τό προσωπικό ἡμερολόγιο τοῦ ἀτόμου αὐτοῦ.

Ἡ Ἐλπίδα εἶναι μιά ἄγαμη γυναίκα 30 ἐτῶν, πτυχιοῦχος πανεπιστημιακῆς σχολῆς. Εἶναι τό δεύτερο παιδί πολύτεκνων γονέων. Προέρχεται ἀπό θρησκευόμενη οἰκογένεια μέ ἐνεργό συμμετοχή ἀρκετῶν μελῶν της στήν ἐνοριακή ζωή καί δράση. Ἔχει τήν “τύχη” νά ἔχει δουλειά καί μάλιστα πάνω στό ἀντικείμενο τῶν σπουδῶν της. Ἐπί χρόνια βίωνε ἔντονη ψυχική δυσφορία (ἰδίως ἀπό τήν ἐνηλικίωσή της καί μετά), ἡ ὁποία ἐκδηλωνόταν μέ ἀδιάκοπο βασανιστικό αἴσθημα μοναξιᾶς, διάχυτο ἄγχος, χαμηλή αὐτοεκτίμηση, βαθιές ἐνοχές καί ψυχικές συγκρούσεις περί τήν σεξουαλικότητα, ἔλλειψη πρωτοβουλίας καί ἰσχυρές ἀναστολές γύρω ἀπ’  τήν κοινωνικότητα κ.ἄ. Τά τελευταῖα χρόνια εἶχε σκεφθεῖ νά ξεκινήσει θεραπεία, ἀλλά ἔντονες ἐπιφυλάξεις τήν ἐμπόδιζαν νά κάνει τό τελικό βῆμα. Ἄλλοτε σκεφτόταν ὅτι ὁ πνευματικός της δέν εὐνοοῦσε τέτοιες λύσεις, ἄλλοτε ὅτι ἡ ἔναρξη μιᾶς ψυχοθεραπείας ἀποτελοῦσε ἤττα της ἀφοῦ δέν κατόρθωσε νά ἀντιμετωπίσει μόνη της τά προβλήματά της καί ἄλλοτε πώς ἐφόσον ὁ Χριστός εἶναι ὁ “Ἰατρός ψυχῶν καί σωμάτων”, ἡ θεραπεία ἀποτελοῦσε ἔνδειξη ὀλιγοπιστίας.

Τελικά ἡ μακροχρόνια πίεση τῶν συμπτωμάτων καί τῆς δυσφορίας ἔγινε τόσο ἀφόρητη, ὥστε ἡ Ἐλπίδα ξεκίνησε ψυχολογική θεραπεία μέσα σέ αἰσθήματα αἰσχύνης καί ἤττας. Σύντομα ὁ θεραπευτής της διέγνωσε ὅτι ἡ Ἐλπίδα ὑποφέρει ἀπό μία σοβαρή διαταραχή τῆς προσωπικότητος, ἡ ὁποία ὀνομάζεται (μεθ-)ὁριακή διαταραχή. Ἀνήκει μάλιστα σέ μιά εἰδική ὑποκατηγορία τῆς ὁριακῆς διαταραχῆς, πού ὀνομάζεται ἀθόρυβη ὁριακή (quiet borderline personality)  ἤ ὡς-ἐάν προσωπικότητα (as-if patient).

Ὁρισμένα ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικά τῆς διαταραχῆς αὐτῆς εἶναι τά ἑπόμενα:

  • Ὁ ἀσθενής ἐμφανίζεται πολύ “φυσιολογικός καί συνεργάσιμος” στήν καθημερινότητά του ἐξαιτίας τοῦ ἄγχους του νά μήν ἔρθει σέ σύγκρουση μέ τό κοινωνικό περιβάλλον του
  • Ἡ προσωπικότητά του ἔχει διαμορφωθεῖ ἀπό τήν παιδική ἡλικία εἰς τρόπον ὥστε νά μήν βιώνει (τά φυσιολογικά) αἰσθήματα ἀδυναμίας, ἐξάρτησης ἤ ἀναγκῶν τέτοιων πού συνήθως καλύπτονται μέσα ἀπό τίς διαπροσωπικές σχέσεις
  • Ὑπερβολική παθητικότητα (ἀπουσία πρωτοβουλίας) καί προσαρμοστικότητα στίς (ἐξάρτηση ἀπό τίς) ἐπιθυμίες τῶν ἄλλων, ψευδής κοινωνικότητα καί ἀποφυγή τῆς ψυχικῆς ἐγγύτητας (intimacy) μέ τούς ἄλλους
  • σοβαρά προβλήματα ψυχικῆς ταυτότητας τοῦ ἀσθενοῦς, ἰδιαίτερα ἡ ἀδυναμία του νά νιώσει ζωντανός καί πραγματικός ἄν δέν ἐπιτελέσει ρόλους πού τοῦ “ἀναθέτουν” οἱ ἄλλοι

Ἄς δοῦμε ὁρισμένα χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἀπό τό προσωπικό ἡμερολόγιο τῆς Ἐλπίδας, στό ὁποῖο γράφει ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια.

“Πέρασε ἄλλο ἕνα Σαββατοκύριακο! Κι ἐγώ τό πέρασα μέσα, μπροστά σ’ ἕναν Η/Υ. Δέν χτύπησε κἄν τό τηλέφωνό μου. Οὔτε μιά φορά.. Δέν χτύπησε Κ-Α-Μ-Μ-Ι-Α. Νομίζω πώς θά τρελαθῶ τώρα πού συνειδητοποιῶ τί γίνεται… Τούς ἔδιωξα ὅλους ἀπό κοντά μου. Δέν ξέρω τί νά κάνω. Ποῦ βρίσκομαι, τί θά ‘πρεπε νά σκέφτομαι.. Σέ ποιά κατηγορία ἀνθρώπων ἄραγε ἀνήκω; Ποιά εἶμαι; Ποιό εἶναι τό ποιόν μου; Νιώθω πώς εἶμαι αὐτό πού θέλουν οἱ ἄλλοι νά εἶμαι… Οὔτε ἐγώ δέν μέ ξέρω. Οὔτε ἐγώ”. Σέ αὐτό τό ἀπόσπασμα ἐκφράζεται ἀνάγλυφα ἡ ἀπόγνωση καί τό ἀδιέξοδο μιᾶς ψυχικῆς ταυτότητας ἰδιαίτερα ἀδύναμης καί συγκεχυμένης. Ὁ ψυχικός ἑαυτός της ὑστερεῖ πολύ στό θέμα τῆς συνοχῆς καί τῆς συγκρότησης. Καί δέν θά μποροῦσε νά συμβαίνει διαφορετικά ἐφόσον ἀπό μικρή “ἔμαθε” νά ἱκανοποιεῖ τίς ἀνάγκες τῶν σημαντικῶν ἄλλων, παραμερίζοντας τίς δικές της ἐπιθυμίες καί ἀνάγκες. Ἔτσι, ἀπώλεσε σταδιακά τόν αὐθεντικό ἑαυτό της, ὁ ὁποῖος δέν πρόλαβε κἄν νά διαμορφωθεῖ, παρέμεινε ἀτροφικός καί ὑπανάπτυκτος. Αὐτή ἡ μόνιμη-δομική πραγματικότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου τῆς προκαλεῖ ἐξίσου συχνή, καθημερινή, σύγχυση γύρω ἀπό τό τί ἐπιθυμεῖ καί πῶς πρέπει νά ἐνεργήσει. Ἡ Ἐλπίδα δυσκολεύεται ἰδιαίτερα νά ἀναλάβει πρωτοβουλίες, διότι θά πρέπει πρῶτα νά διαπιστώσει ἄν οἱ τελευταῖες ἔχουν τήν ἔγκριση τῶν ἄλλων, ρητή ἤ σιωπηρή. Νιώθει ἀνακούφιση ὅταν οἱ ἐπιθυμίες καί οἱ ἀνάγκες τῶν ἄλλων εἶναι σαφεῖς καί ξεκάθαρες, τό ἴδιο καί οἱ ρόλοι τούς ὁποίους “καλεῖται” νά παίξει. Μόνο τότε δρᾶ ταχύτερα καί ἀποφασιστικότερα. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἶναι σαφῶς θετικό ὅτι μπόρεσε νά συνειδητοποιήσει πώς ἡ ψυχική της ταυτότητα διαμορφώνεται ἀπό τίς ἐπιθυμίες τῶν ἄλλων καί πώς μέ τόν χαρακτήρα της τούς ἀπομακρύνει.

“Φοβᾶμαι τή μοναξιά. Ναί, τή φοβᾶμαι.. Δόξα τῷ Θεῷ, ἔχω τήν οἰκογένειά μου.. Ἀλλά στεναχωριέμαι πού δέν μπορῶ νά ἐκπληρώσω αὐτή τήν ἐπιθυμία τοῦ πατέρα μου (σσ. νά παντρευτεῖ)”. Τό σπουδαῖο ζήτημα τῆς δημιουργίας οἰκογένειας βιώνεται ἐνοχικά ὡς ἀδυναμία της νά ἱκανοποιήσει τήν ἐπιθυμία τοῦ πατέρα, ἀδυναμία νά ἐκπληρώσει ἕναν κρίσιμο ρόλο, πού νιώθει πώς τῆς ἀνατέθηκε..

“Δέν μ’ ἀρέσει νά εἶμαι ἔτσι. Ἀδιάφορη, βαρετή. Ἦταν ἡ Χ. (σσ. φίλη της) ἐδῶ, ἔμεινε μαζί μου, ἐγώ ἡ ἴδια βαρέθηκα ἐμένα. Ρέ σύ βαριόμουν. Δέν εἶχα τί νά τῆς πῶ γιά τή ζωή μου, τίποτα ὄμορφο καί σημαντικό. Φλάτ”. Ἡ ἐπίμονη καί ἐκτεταμένη πλήξη καί μάλιστα στήν πιό δυναμική καί δημιουργική περίοδο ἡλικίας ἀποτελεῖ κλινική ἔνδειξη ὅτι ἕνα τέτοιο πρόσωπο ἤδη ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἔζησε σέ περιβάλλον πού δέν ἦταν εὐνοϊκό γιά τήν διαμόρφωση συνεκτικῆς ταυτότητας, καταλήγοντας σ’ αὐτό πού ἡ σύγχρονη ψυχανάλυση ἀποκαλεῖ ὑπο-διεγερμένο ἑαυτό (understimulated self, σέ ἀντίθεση μέ τόν ὑπερ-διεγερμένο). Ἄνθρωποι πού ἀνήκουν σέ αὐτήν τήν κατηγορία “ὑστεροῦν σέ ζωτικότητα καί βιώνουν τόν ἑαυτό τους ὡς ἀνιαρό. Γιά νά ἀποκλείσουν τά ἐπώδυνα βιώματα ψυχικῆς νέκρωσης, χρειάζεται νά δημιουργήσουν ψευδοέξαψη χρησιμοποιώντας τό ὁποιοδήποτε διαθέσιμο ἐρέθισμα”. Τέτοια ἐρεθίσματα διέγερσης, ἀνάλογα μέ τήν ἡλικία, μπορεῖ νά εἶναι ἡ χρήση οἰνοπνεύματος καί ναρκωτικῶν, ἡ σεξουαλική ἀσυδοσία, ὁ φρενήρης ρυθμός τῆς ἐπαγγελματικῆς ἤ κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ ἀτόμου κ.ἄ. Στήν περίπτωση τῆς Ἐλπίδας ἡ μακροχρόνια ἐκκλησιαστική ζωή ἀναχαίτισε ἀποφασιστικά ὁρισμένους ἀπό τούς σοβαρότερους κινδύνους πού τήν ἀπειλοῦσαν ἐξαιτίας τῆς ψυχικῆς της δυσλειτουργίας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ χρόνια πλήξη, ἡ ἥπια κατάθλιψη καί ἡ καθημερινή προσπάθεια νά διαφύγει ἀπό τήν ψυχική παράλυση μέ κάθε τρόπο, εἶναι φανερά στό ἡμερολόγιο ἀλλά καί στή θεραπεία της. Πῶς ὅμως περιγράφει ἡ Ἐλπιδα τήν σχέση της μέ τόν Θεό;

“Νιώθω ὅτι ἁπλά πορεύομαι! Χωρίς ἰδανικά, ἀξίες καί ὁράματα.. Νιώθω πώς θέλω νά πάω στόν π. Χ. (σσ. πνευματικό της) νά καθαριστῶ ἀπό τή βρωμιά πού σίγουρα νιώθω.. Διαβάζω τώρα τήν Καινή Διαθήκη. Καί λέει ν’ ἀγαπᾶς τόν πλησίον σου. Αὐτό εἶναι τό ἀνώτερο ὅλων. Δέν μπορῶ νά τό κάνω. Νιώθω περίεργα… Δέν ξέρω ἄν εἶμαι θρησκόληπτη. Δέν βιώνω σωστά αὐτό πού λέμε ἀγάπη πρός τόν Θεό. Καί ποῦ ξέρω τί εἶναι ἀγάπη; Πῶς εἶναι αὐτή ἡ ἀγάπη; Δέν ξέρω, εἰλικρινά.. Ψευτιά, ὑποκρισία καί ἔλλειψη τοῦ βιώματος τῆς ἀγάπης.. Ἐγώ δέν ἔχω ἀγάπη καί ἴσως γι’ αὐτό δέν μπορῶ νά ἀγαπήσω κανέναν ἄνθρωπο.. Ἄρα.. εἶμαι δυστυχισμένη γιατί δέν μπορῶ νά ἀγαπήσω καί τόν Θεό εἰλικρινά.. Θά μοῦ πεῖς, δέν ἀγαπᾶς τήν οἰκογένειά σου; Ναί, ἀλλά πάλι εἶναι μέ βάση ἐμένα.. Μέσα μου τά πάντα περιστρέφονται γύρω ἀπό μένα“. Ἡ Ἐλπίδα, ἐνῶ ἐξωτερικά μοιάζει συνεργάσιμη, ἀκόμη καί κοινωνική, λόγω τῆς παθολογίας της δέν μπορεῖ νά συνδεθεῖ γνήσια καί βαθιά μέ κανέναν. Πρόκειται γιά τό στοιχεῖο τῆς ψευδοῦς κοινωνικότητας. Ἡ μακροχρόνια ψυχική δυσφορία καί ἡ ὀξυδέρκεια τήν ὁποία διαθέτει στήν παρατήρηση τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου, τήν κάνουν νά βιώνει ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει αὐθεντικά, πώς δέν γνωρίζει τί πραγματικά εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἀντιλαμβάνεται ὀρθά ὅτι οἱ δυσκολίες της αὐτές ἀποτελοῦν σοβαρό ἐμπόδιο γιά τήν πίστη καί ἀγάπη της πρός τόν Θεό. Ἀποδίδει τήν ὅλη κατάσταση σέ προσωπικό της φιλοτομαρισμό καί βιώνει ἐνοχές, ἐφόσον ἀγνοεῖ (πρίν ἀρχίσει τήν ψυχοθεραπεία της) ὅτι πρωτογενῶς ἡ κατάστασή της προέρχεται ἀπό μιά ἀνάπηρη καί δυσλειτουργική ψυχική ταυτότητα. Ἡ αἴσθησή της ὅτι τά πάντα περιστρέφονται γύρω ἀπό τόν ἑαυτό της εἶναι γενικά ὀρθή, ἀγνοεῖ ὅμως ὅτι ὁ ἰδιαίτερα εὐάλωτος ψυχισμός της αὐτοπροστατεύεται γιά νά ἐπιβιώσει. Τά θεμελιώδη αἰτήματα τοῦ ψυχικοῦ Ἑαυτοῦ, δηλ. ἡ ἀνάγκη ἐξιδανίκευσης τοῦ σημαντικοῦ Ἄλλου, ἡ ἀνάγκη κατοπτρισμοῦ (mirroring) στό βλέμμα τοῦ Ἄλλου καί ἡ ἀνάγκη ἐπιβεβαίωσης ὅτι εἶναι σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους (twinship), δέν ἱκανοποιήθηκαν στήν παιδική ἡλικία. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἡ Ἐλπίδα νά μήν μετουσιώσει τά πρωτογενῆ αὐτά αἰτήματα σέ ὥριμες ἀξίες καί ἰδανικά.

Περαιτέρω ἀποσπάσματα τοῦ ἡμερολογίου της. “Τό Σαββατοκύριακο ἔφυγε. Καί τί ἄφησε πίσω του; Ἐμένα νά ἐξακουλουθῶ νά εἶμαι στά χαμένα. Σήμερα δέν πῆγα ἐκκλησία, ἄν κι ἔνιωθα τήν ἀνάγκη νά κοινωνήσω. Τό θέμα εἶναι πώς μετά ἔνιωθα τύψεις, ἀπό φόβο μήν μοῦ συμβεῖ κάτι κακό.. Ὅμως δέν εἶναι αὐτό πίστη. Μέ τόν τρόπο πού πιστεύω νιώθω ἐγκλωβισμένη.. Ἡ πίστη μου δέν εἶναι σταθερή. Διάβαζα τόν “Πληγωμένο Ἀετό” γιά τόν ἅγ. Γρηγόριο καί ἔλεγε τή χαρά καί εὐφροσύνη τῆς μητέρας του ὅταν ὁ ἄντρας της ἔγινε χριστιανός καί δέν μπορῶ νά τό καταλάβω, δέν μπορῶ νά τό νιώσω.. Τρώω πολύ. Πάρα πολύ καί μετά δέν ἔχω ὄρεξη νά κάνω προσευχή.. Πόσο ἔχω βγάλει ἀπ’ τή ζωή μου τήν οὐσία τῆς προσευχῆς. Εἶμαι παρτάκιας, πρέπει νά τό ἀποβάλλω… Μοῦ ἀρέσει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Νιώθω ἀλλιώτικα καί δοξάζω τό Θεό γι’ αὐτό. Βέβαια μπορεῖ νά μήν τό νιώθω θεολογικά ἀλλά μόνο συναισθηματικά, ὅμως κάτι ἴσως εἶναι κι αὐτό. Ἐμεῖς ἀπό μικρά τή Μ. Ἑβδομάδα μέσα στήν ἐκκλησία τή βγάζαμε.. Δέν λέω μεγάλες κουβέντες γιατί ἄνθρωπος εἶμαι καί μπορεῖ (ἄν καί τό ἀπεύχομαι) αὔριο-μεθαύριο νά εἶμαι κι ἐγώ Μ. Ἑβδομάδα σέ μπάρ καί τά σχετικά, ἀντί τῆς ἐκκλησίας”.

 Ἡ Ἐλπίδα νιώθει ἐγκλωβισμένη ἀπό τόν ἰδεοψυχαναγκαστικό τρόπο πού λειτουργεῖ ἡ πίστη της: ἐφόσον δέν πῆγε τήν Κυριακή στήν ἐκκλησία “κάτι κακό μπορεῖ νά τῆς συμβεῖ”. Παραδέχεται μέσα της μέ ὀδυνηρή εἰλικρίνεια ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι ἔτσι ἡ γνήσια πίστη. Ἔχει τήν διορατικότητα νά ἀντιληφθεῖ πώς ἡ ἔντονη βίωση τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας εἶναι περισσότερο συναισθηματική, παρά θεολογική (μιά ἀνάλογη διορατικότητα δέν εἶναι δεδομένη γιά τά ἄτομα τῆς ἡλικίας της). Διακρίνεται ὁ φόβος της μήπως κάποτε ἐγκαταλείψει τήν πίστη καί τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Αὐτό γενικά ὀφείλεται  στήν ἔντονη συναισθηματική ἀστάθεια τῶν ὁριακῶν προσωπικοτήτων. Εἰδικότερα, ὁ φόβος αὐτός σηματοδοτεῖ τήν ρευστότητα, ἀσάφεια-διάχυση (diffusion) καί τρωτότητα τοῦ ψυχικοῦ της ἑαυτοῦ (ταυτότητας). Ἀντίστοιχα δυσλειτουργικά στοιχεῖα παρουσιάζει καί ἡ χριστιανική της ταυτότητα-πίστη.

“Μιά ὥριμη αἴσθηση ταυτότητας περιλαμβάνει πρῶτον, μιά βασική αἴσθηση ἐσωτερικῆς συνέχειας.. δεύτερον, τή θεμελιώδη αἴσθηση ἐπιβεβαίωσης.. ὄχι μέσω τῆς ἐπιφανειακῆς ἤ τυχαίας ἐνθάρρυνσης, ἀλλά μέσω τῆς αὐθεντικῆς ἀναγνώρισης ὅτι ὁ ‘προσωπικός τρόπος (σσ. τοῦ ἐφήβου) μέ τόν ὁποῖο χειρίζεται τήν ἐμπειρία ἀποτελεῖ ἐπιτυχημένη παραλλαγή τοῦ ἀνάλογου τρόπου ἄλλων ἀνθρώπων τοῦ περιβάλλοντός του’.. Ἡ συνέχεια καί ἡ ἐπιβεβαίωση ὡς σημαντικά στοιχεῖα στήν πάλη τοῦ ἐφήβου μέ τήν ταυτότητα τοῦ ἐγώ, δείχνουν ὅτι ἡ ἐφηβεία εἶναι περίοδος ὅπου τό κεντρικό ἐρώτημα γίνεται: ‘ποιός εἶμαι ἐγώ ἐν σχέσει μέ τόν ἄλλον;’.. πίσω ἀπό τόν ἀγώνα γιά τήν ταυτότητα τοῦ ἐγώ βρίσκεται ἡ σιωπηρή ἤ ρητή πάλη γιά τήν ὑπέρτατη ταυτότητα, δηλαδή τό ἐρώτημα ‘ποιός εἶμαι ἐγώ ἐν σχέσει μέ τόν Θεό;’ “. Τό βίωμα ἐσωτερικῆς συνέχειας καί ἐπιβεβαίωσης τῆς Ἐλπίδας ἔχει διαρραγεῖ ἐδῶ καί χρόνια. Τά δύο θεμελιώδη ἐρωτήματα τῆς ταυτότητας ἐν σχέσει μέ τόν Ἄλλο καί μέ τόν Θεό παρέμειναν ἀναπάντητα, ἔχασαν τήν δυναμική φορά καί ἐξέλιξή τους, παρέλυσαν ὑπό τό βάρος τῆς ἀναπτυξιακῆς ἐμπλοκῆς (developmental arrest) τοῦ Ἑαυτοῦ.

Ἡ πίστη προϋποθέτει τήν αὐταπάρνηση-αὐτοπαράδοση, δηλαδή τήν ἀπάρνηση τῆς ἐμπαθοῦς πλευρᾶς  τοῦ Ἑαυτοῦ (παλαιός ἄνθρωπος). Πῶς ὅμως νά ἀπαρνηθεῖ κανείς κάτι τό ὁποῖο δέν διαθέτει ἤ καλύτερα δέν εἶναι; Στήν περίπτωση τῆς Ἐλπίδας βλέπουμε ὅτι σηκώνει τό τεράστιο βάρος μιᾶς παθολογίας, γιά τήν ὁποία ἡ ἴδια εἶναι ἐλάχιστα ὑπεύθυνη. Μπροστά της βρίσκεται τό πεδίο τοῦ σκληροῦ θεραπευτικοῦ ἀγώνα νά ἀνατάξει καί νά ἀπαρτιώσει τόν ἑαυτό της. Μόνον τότε, μέ δραστικά αὐξημένη αὐτεπίγνωση καί ἐλευθερία θά μπορεῖ νά στοχαστεῖ συνειδητά καί ὥριμα πάνω στό θέμα τῆς πίστεως. Κατά πόσον δηλαδή θά ἐμπιστευθεῖ τήν ὕπαρξή της στόν Θεό.

“Ἡ πίστη ὡς αὐτοπαράδοση εἶναι τό ἄμεσο ἀντίδοτο τῆς ἀποξένωσης ὡς (σσ.ναρκισιστικῆς) αὐτοεπικέντρωσης. Ἀποτελεῖ μιά πράξη στήν ὁποία τό ἄτομο μέ ὅλο του τό εἶναι στρέφεται πρός τόν Θεό καί ἀφοσιώνεται σ’ Αὐτόν ὡς τήν τελική πηγή ζωῆς καί νοήματος. Μποροῦμε ἀκόμη νά περιγράψουμε τήν αὐτοπαράδοση ὡς τήν ἀπώλεια τῆς ζωῆς ὥστε νά τήν ἐπανεύρουμε, ὄχι νά τήν ἀναιρέσουμε”. Μιά τέτοια ὥριμη πίστη ὡς αὐτοπαράδοση περιλαμβάνει τόν Σταυρό (ἀπώλεια ζωῆς) καί τήν Ἀνάσταση (ἐπανεύρεση τῆς καινῆς ζωῆς). Προηγεῖται ὅμως μιά ἄλλη “ἀπώλεια ζωῆς” καί αὐτή εἶναι ἡ σταδιακή ἀπώλεια τῶν παθολογικῶν στοιχείων τοῦ ψυχισμοῦ. Τά τελευταῖα αὐτά, παρόλη τήν δυσφορία πού προκαλοῦν, εἶναι ἡ μόνη οἰκεία βιωματική κατάσταση τοῦ ἀτόμου, γιαυτό καί ἡ σταδιακή ἀπέκδυσή τους στήν πορεία τῆς θεραπείας πολλές φορές εἶναι ἰδιαίτερα ὀδυνηρή, σάν ἕνας ψυχολογικός θάνατος. Στόν “θάνατο” αὐτόν συμπεριλαμβάνεται και ἡ ἀπέκδυση διαφόρων φαντασιώσεων περί Θεοῦ, ὅπως ἡ ἐνοχική ἀντίληψη περί Θεοῦ τιμωροῦ, διώκτη, ἀκριβοδίκαιου ἤ ἡ ψυχαναγκαστική βίωση τῆς ἀρετῆς ὡς ἀνέφικτης “τελειότητας” (στήν πραγματικότητα τελειομανίας) καί πολλά ἄλλα. Μόνο μέσα ἀπ’ τήν ἀπέκδυση αὐτή θά ἀρχίσει νά ἀναδύεται ἡ γνήσια ταυτότητα, ὁ αὐθεντικός Ἑαυτός, ὁ μεγάλος ἄγνωστος.

Ἡ πίστη “..ἀποτελεῖ μιά πράξη τῆς σύνολης προσωπικότητας, στήν ὁποία τό ἄτομο εἶναι σέ θέση νά βεβαιώσει καί τήν πεπερασμένη καί τήν αἰώνια ἀξία τῆς ζωῆς του, ὄχι ἐπειδή ἡ ζωή του εἶναι ἀξιέπαινη ἤ ἰδιαιτέρως παραδειγματική, ἀλλά ἐπειδή (σσ. ὁ ἄνθρωπος) εἶναι ἄνευ ὅρων ἀποδεκτός ἀπό τόν Θεό τῆς ἀγάπης καί ἔχει ἄπειρη σημασία γιά Ἐκεῖνον”. Τότε μποροῦμε νά ἀναφερθοῦμε σέ μιά πίστη πού εἶναι “ἐλπιζομένων ὑπόστασις” (Ἑβραίους, 11, 1) καί ὄχι φανταζομένων.

Παραπομπές

  1. Τό βίωμα τῆς ἤττας στό πλαίσιο αὐτό ἀποτελεῖ κλινικό σύμπτωμα, μέ συγκεκριμένο ψυχοδυναμικό ὑπόστρωμα. Ἀλλά τό ἴδιο ἰσχύει καί σέ διάφορες ἄλλες κλινικές περιπτώσεις.
  2.  Ἡ παρουσίαση τοῦ θέματος στό κείμενό μας εἶναι φυσικά ἐκλαϊκευμένη καί δέν ὑπεισέρχεται στό πλῆθος τῶν θεμάτων κλινικῆς θεωρίας καί τεχνικῆς πού ἀφορᾶ στήν συγκεκριμένη διαταραχή. Ἡ ὡς-ἐάν διαταραχή θά πρέπει νά μήν συγχέεται μέ τόν “ψευδῆ ἑαυτό” τοῦ D. Winnicott (βλ. V. Sherwood & C. Cohen, Psychotherapy of the quiet borderline patient, Jason Aronson, Northvale-New Jersey, 1994, σσ. 48-50).
  3.  Διαμόρφωση σημαίνει σύνθετες ἀσυνείδητες διεργασίες στόν σταδιακό σχηματισμό τοῦ ψυχισμοῦ.
  4.  Ἀκριβῶς ἐδῶ ὀφείλεται τό βαθύ βίωμα τῆς ἤττας: ὁ ἀσθενής “πρέπει” νά μήν ἔχει ἀνάγκη τόν ψυχοθεραπευτή καί, εἰ δυνατόν, κανένα ἄνθρωπο.. Ἡ ὅροι “αἰσθήματα ἀδυναμίας, ἐξάρτησης” χρησιμοποιοῦνται μέ τό φυσιολογικό τους περιεχόμενο, ἀφοροῦν σέ πανθρώπινα βιώματα.
  5. Σέ ὅλα τά ἀποσπάσματα τοῦ ἡμερολογίου οἱ πλάγιοι χαρακτῆρες εἶναι πρόσθετοι.
  6.  βλ. Ernest Wolf, Treating the Self. Elements of Clinical Self Psychology, Guilford Press, New York 1988, σ. 70.
  7.  Γιά περαιτέρω ἀνάλυση τοῦ θέματος βλ. π. Ἀθανασίου Παραβάντσου, Οἱ ψυχές τῶν ἄλλων. Ἀναζητώντας τόν μεταμοντέρνο Ἑαυτό, Ἁρμός, Ἀθήνα 2010, σσ. 15-28 & 141-142, ὅπου καί βιβλιογραφία.
  8.  βλ. LeRoy Aden, Πίστη καί ἀναπτυξιακός κύκλος, Ψυχῆς Δρόμοι, τεῦχος 5, σσ. 101 & 102, Ἁρμός, Μάϊος 2013. Πρόκειται γιά πυκνό καί ἐξειδικευμένο κείμενο, βασισμένο στήν συμβολή τοῦ E. Erikson.
  9.  Πίστη καί ἀναπτυξιακός κύκλος, ὅ.π, σ. 104.
  10.  Πίστη καί ἀναπτυξιακός κύκλος, ὅ.π, σ. 106.

Read More →

ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ

Ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος Παραβάντσος

Ὄψεις τοῦ Ὁμοουσίου

στή σύγχρονη Ψυχανάλυση

Θεσσαλονίκη, Ἀπρίλιος 2010

Εἰσαγωγή

Ἡ ἀναγέννηση τῶν πατερικῶν σπουδῶν καί ἐκδόσεων κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες ἀπέδωσε σημαντικούς καρπούς: ἐμπλούτισε τά (ὑπαρξιακά) κριτήρια θεολογίας καί ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας. Τά κριτήρια αὐτά ἀποτελοῦν κατά τήν ἄποψή μου μιά ἀπό τίς κρισιμότερες συνιστῶσες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος. Ἐπιτρέπουν νά διακρίνουμε τό γνήσιο ἀπό τό κίβδηλο, τό αὐθεντικό ἀπό τό ἀπατηλό, τήν ὄντως Παράδοση ἀπό τίς πρόσκαιρες «παραδόσεις». Μᾶς δίνουν τή δυνατότητα νά ἀποφύγουμε τήν αὐτοδικαίωση τοῦ εὐσεβισμοῦ-νομικισμοῦ, τήν ψυχολογική ἀσφάλεια μιᾶς συντηρητικῆς ἰδεολογικῆς «Ὀρθοδοξίας», τό μακάριο βόλεμα τοῦ «φιλελευθερισμοῦ»-ἐκκοσμίκευσης.

Ἕνας ἀπό τούς θεμελιώδεις ἄξονες γύρω ἀπό τούς ὁποίους περιστράφηκε ἡ ἀναγέννηση αὐτή, ὑπῆρξε ὡς γνωστόν ἡ θεολογία τοῦ Προσώπου. Τήν ἐξέφρασαν μέ πολύπλευρο καί ρηξικέλευθο τρόπο σημαντικοί θεολόγοι καί διανοούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν σπουδαία ὤθηση στά κριτήρια πού προαναφέραμε, παρά τίς ἐπιμέρους (φυσιολογικές) διαφωνίες καί μονομέρειες πού προέκυψαν στήν πορεία. Ὁ δικαιολογημένος ἐνθουσιασμός πού ἐπικράτησε μετά τή δεκαετία τοῦ 1960, ἔδωσε ἕνα τόσο σημαντικό προβάδισμα στό Πρόσωπο-Ὑπόσταση, πού παραμέρησε τό ζήτημα τῆς Φύσεως-Οὐσίας (καί κατ’ ἐπέκταση τοῦ Ὁμοουσίου). Αὐτό συνέβη α) ἀπό θεολογική ἄποψη: τό πρόσωπο θεωρήθηκε, ρητά ἤ ὑπόρρητα, ὅτι «προηγεῖται» ὀντολογικά τῆς φύσεως καί β) ἀπό τήν ἄποψη τοῦ ἐνδιαφέροντος: ἡ ἐξειδικευμένη ἑλληνική συγγραφική παραγωγή γιά τό θέμα τοῦ Ὁμοουσίου δείχνει σαφῶς περιορισμένη, ἄν συγκριθεῖ μέ τήν ἀντίστοιχη περί Προσώπου.

Τά τελευταῖα χρόνια τό ζήτημα τοῦ Ὁμοουσίου ἦρθε στό προσκήνιο μέσα ἀπό ἐξειδικευμένες μελέτες τοῦ π. Ν. Λουδοβίκου. Ἡ ἔρευνά του μοῦ ἔδωσε σημαντικά ἐρεθίσματα γιά τό θέμα πού θά μᾶς ἀπασχολήσει ἐδῶ. Ἡ βαθιά κατανόηση τοῦ θέματος πού θά διαπραγματευτοῦμε προϋποθέτει ἐξοικείωση μέ τόν σύγχρονο θεολογικό προβληματισμό γύρω ἀπό τήν ὀντολογία Φύσεως καί Προσώπου. Φυσικά ἡ ἔκταση τῶν σχετικῶν ζητημάτων εἶναι τεράστια καί τό κείμενο αὐτό θά πρέπει νά θεωρεῖται σάν ἁπλό ἔναυσμα γιά παραπέρα δημιουργικό μόχθο.

Α. Τό Ὁμοούσιο

στήν πατερική θεολογία

Τό θέμα τοῦ Ὁμοουσίου πηγάζει ἀπό τό τριαδικό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας. Δηλώνει τήν κοινή ἄκτιστη οὐσία-φύση τῶν Τριῶν Ὑποστάσεων. Ἡ θεία φύση δέν μερίζεται στίς Τρεῖς Ὑποστάσεις, ἀλλά ἡ καθεμία ἐξ αὐτῶν περιέχει τό πλήρωμα τῆς (κοινῆς) θείας οὐσίας, βουλήσεως καί ἐνέργειας. Οἱ ἄκτιστες Ὑποστάσεις δέν συγχέονται μεταξύ τους χάρη στά διακριτά ὑποστατικά ἰδιώματά τους, τά ὁποῖα ἔχουν ἀμετάθετο χαρακτήρα ἀκριβῶς λόγω τοῦ Ὁμοουσίου.

Ἀργότερα ὁ ὅρος «ὁμοούσιος» καί συνώνυμες ἐκφράσεις ἐπεκτάθηκαν ἀπό τήν Τριαδολογία καί τήν Χριστολογία στήν Ἀνθρωπολογία: «…ὁ Ἀδάμ..καί ὁ Σήθ..καί ἡ Εὔα..οὐ φύσει διαφέρουσιν ἀλλήλων -ἄνθρωποι γάρ εἰσιν-, ἀλλά τῷ τῆς ὑπάρξεως τρόπῳ». Ἡ φράση «τρόπος τῆς ὑπάρξεως» ταυτίζεται στήν πατερική Τριαδολογία μέ τά ὑποστατικά ἰδιώματα τῶν Τριῶν Προσώπων, δηλ. τό ἀγέννητο, τό γεννητό καί τό ἐκπορευτό. Μέ τήν ἔννοια αὐτή τό χρησιμοποιεῖ στό παραπάνω χωρίο καί ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός: οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὁμοούσιοι ἐφόσον ἔχουν κοινή φύση καί διαφέρουν κατά τίς προσωπικές τους ἰδιότητες, τά χαρακτηριστικά ἰδιώματά τους. Ἀπό ὀντολογική ἄποψη κάθε ἄνθρωπος φέρει τό σύνολο τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἡ ὁποία ἀποκτᾶ πραγματική ὀντότητα στήν ὑπόσταση τοῦ συγκεκριμένου αὐτοῦ ἀνθρώπου. Τά κύρια ὀντολογικά γνωρίσματα τῆς φύσεως εἶναι ἡ θέληση καί ἡ ἐνέργεια, οἱ ὁποῖες πηγάζουν ἀπό τήν πρώτη. Ἡ ὑπόσταση μέσω τῆς ἐλευθερίας της (αὐτεξούσιο) διαμορφώνει τόν τρόπο τοῦ θέλειν καί ἐνεργεῖν (τό πῶς θέλειν), τόν προσανατολισμό τους, ἀλλά δέν ἀποτελεῖ τήν πηγή τῆς βουλήσεως καί τῆς ἐνέργειας.

Τό θεολογικό πλαίσιο τό ἐπικεντρωμένο στό Πρόσωπο  ἔκανε αἰσθητή τήν παρουσία του στή δεκαετία τοῦ 1970 καί ἑξῆς. Στή συνάφειά του ἡ ἄσκηση, ἡ κοινωνία τῶν προσώπων, ἡ θέωση, ὅλα θεωρήθηκαν ὡς ὑπέρβαση τῆς «πεσμένης φύσεως», ὡς ἔκσταση ἀπό αὐτήν. Ἀντίθετα, ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής διατρανώνει: «..(αἱ ἀρεταί) φυσικαί εἰσιν…Εἴπερ πάντες ἴσως, ἐφ’ ὧ καί γεγόναμεν, ἐνηργοῦμεν τά φυσικά, μία ἄρα ἐδείκνυτο ἐν πᾶσιν, ὥσπερ ἡ φύσις, οὕτω καί ἄρετή…Ἡ ἄσκησις, καί οἱ ταύτῃ ἑπόμενοι πόνοι,..ἐπενοήθησαν,..οὐ πρός τό ἔξωθεν προσφάτως ἐπεισαγαγεῖν τάς ἀρετάς· ἔγκεινται γάρ ἡμῖν ἐκ δημιουργίας..». Ἡ ἄσκηση δέν εἶναι νίκη ἐπί τῆς φύσεως, ἀλλά κατά τῶν παθῶν, τά ὁποῖα δέν εἶναι φυσικά (γι’ αὐτό καί ἀποτελοῦν πάθη!). Χαρακτηριστικό τῆς ὄντως φύσεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ ἀρετές: ἡ κοινή ἀνθρώπινη φύση εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τήν ἀρετή (δηλ. μέ τά ἐξυγιασθέντα πάθη) καί ἀντιστρόφως. Συνεπῶς, ὁ βίος τῶν θεουμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ἀσκητικοί τους ἀγῶνες ἀποτελοῦν ἀνάδειξη τοῦ Ὁμοουσίου καί τοῦ κατά φύσιν, ὄχι ἔκσταση ἀπό τήν φύση. Τό Ὁμοούσιο συνιστᾶ τόν ὀντολογικό πυρήνα τῆς ἑνότητας τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτός, κατά τόν Μάξιμο, εἶναι καί ὁ προορισμός τῆς φύσεως ἐκ δημιουργίας, ἀπό καταβολῆς κόσμου.

Μία ἄλλη θεμελιώδης θέση τῆς «προσωποκεντρικῆς» θεολογίας τῶν τελευταίων δεκαετιῶν εἶναι ὅτι φύση σημαίνει ἀνάγκη, περιορισμό τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἑτερότητας. Στόν διάλογο μεταξύ Μαξίμου Ὁμολογητοῦ καί Πύρρου, ὁ δεύτερος θέτει τό ἐρώτημα: «Εἰ φυσικόν λέγεις τό θέλημα, τό δέ φυσικόν πάντως καί ἠναγκασμένον, πῶς οὐ…φυσικά λέγοντας ἐπί Χριστοῦ τά θελήματα, πᾶσαν ἐπ’ αὐτοῦ ἑκούσιον ἀναιρεῖν κίνησιν;». Ἀπαντᾶ ὁ Μάξιμος: «Οὐ μόνον ἡ θεία καί ἄκτιστος φύσις οὐδέν ἠναγκασμένον ἔχει φυσικόν, ἀλλ’ οὐδέ ἡ νοερά καί κτιστή. Τό γάρ φύσει λογικόν, δύναμιν ἔχει φυσικήν τήν λογικήν ὄρεξιν, ἥτις καί θέλησις καλεῖται…Μηδέν φυσικόν εἶναι ἐν τῇ νοερᾷ φύσει ἀκούσιον». Τά ἔλλογα κτίσματα ὅταν λειτουργοῦν σύμφωνα μέ τή φύση τους εἶναι αὐτόβουλα, αὐτεξούσια, ἐλεύθερα καταναγκασμοῦ. Τό Ὁμοούσιο ἀναδεικνύει τήν ἐλευθερία (θέληση) καί ἑτερότητά τους, δέν τήν περιορίζει!

Οἱ προβληματισμοί αὐτοί ἀρκοῦν γιά νά καταδείξουν  τήν κρισιμότητα τοῦ θέματος καί τίς σπουδαῖες ἀνθρωπολογικές προεκτάσεις του. Αὐτές οἱ προεκτάσεις τοῦ Ὁμοουσίου ἀποκρυσταλλώθηκαν ἀπό τίς οἰκουμενικές συνόδους.

Β. Ἡ νεωτερική καταγωγή

τῶν ψυχολογικῶν ἐπιστημῶν

Ἡ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου ἄλλαξε ριζικά μέ τήν   ἔκρηξη τῆς νεωτερικότητας (modernity) στή Δύση. Ἡ θεολογική ἀνθρωπολογία παραμερίστηκε καί στό προσκήνιο πέρασε ἡ ἔννοια τῆς Φύσης, τοῦ κτιστοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, στήν ὁποία προσδόθηκε νέο πολυσχιδές περιεχόμενο. Ἐπενδύθηκαν δέ τεράστιες ἐλπίδες στή νέα αὐτή ὀντότητα καί στίς ἠθικές, κοινωνικές, ἐπιστημολογικές καί ἄλλες προεκτάσεις της.

Ὁρισμένες ἀπό τίς θεμελιώδεις πλευρές τοῦ νεωτερικοῦ παραδείγματος εἶναι: ἡ λειτουργικότητα στή θέση τῆς ὀντολογικῆς ἑρμηνείας, ὁ χρηστικός ὀρθολογισμός, ὁ κανονιστικός εὐδαιμονισμός καί οἱ ἰδεολογίες.

    Τό ἐρώτημα περί τοῦ Ὄντος καί ἡ ἀναζήτηση μεταφυσικοῦ νοήματος τῆς ὕπαρξης ἐγκαταλείπεται ἀπό τή νεωτερικότητα ριζικά καί ἀποφασιστικά. Ἡ (δυτική) χριστιανική ἄσκηση καί ἠθική θεωροῦνται ἀπορριπτέοι πυλῶνες ἑτεροκαθορισμοῦ καί καταπίεσης τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖνο πού ἐπιδιώκουν οἱ Νέοι Χρόνοι εἶναι ἡ αὐτονομία καί ἡ ὁλόπλευρη ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία θά στηριχθεῖ στόν ὀρθολογισμό καί στήν ἀποκατάσταση τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, τῆς φύσης. Ἰδιαίτερη ὤθηση δόθηκε στήν ἀνάπτυξη τῆς ὀρθολογικῆς-ἐργαλειακῆς ἐπιστήμης καί τεχνικῆς.

Μέσα σ’ αὐτό τό πολιτισμικό πλαίσιο, ὅπου στό ἐπίκεντρο τοποθετεῖται ὁ αὐτονομημένος ἄνθρωπος, γεννήθηκε σταδιακά ἡ νεώτερη Ψυχολογία, μέ ἀποκορύφωμα τήν Ψυχανάλυση. Ἡ ἐξελικτική τους πορεία ἀνταποκρίθηκε στό αἴτημα μιᾶς μή θεολογικῆς ἀνθρωπολογίας, ἡ ὁποία θά μελετοῦσε τόν ἀνθρώπινο ἐσωτερικό κόσμο ὡς ἔχει, χωρίς μεταφυσικές προεκτάσεις. Ἀπό τότε οἱ ψυχολογικές ἐπιστῆμες ἐξελίχθηκαν σ’ ἕνα τεράστιο πεδίο γνώσεων. Ἰδιαίτερη θέση ἀνάμεσά τους κατέχει ἡ Ψυχανάλυση λόγω τῆς ἐπαναστατικῆς μεθόδου διερεύνησης τοῦ ἀσυνειδήτου (the unconscious) καί τῶν ρηξικέλευθων ἐπιστημολογικῶν, πολιτισμικῶν, κοινωνικῶν καί ἄλλων προεκτάσεών της, τά ὁποῖα κατά καιρούς τῆς προσέδωσαν τόν χαρακτήρα κινήματος. Ἡ Ψυχανάλυση εἶναι μία ἑρμηνευτική ἀνθρωπολογική ἐπιστήμη καί κλινική τεχνική τοῦ ἀνθρώπινου ἐσωτερικοῦ κόσμου. Ἀποτέλεσε τήν γενεσιουργό μήτρα καί τήν ἀρχαιότερη μορφή ψυχολογικῆς θεραπείας καί ἤδη ἔχει νά ἐπιδείξει ἐξέλιξη ἑκατό ἐτῶν περίπου. Ἀκριβῶς αὐτή ἡ μακρά ἐξέλιξη τῆς Ψυχανάλυσης καί οἱ πολυσύνθετες ζυμώσεις πού συνέβησαν καί συμβαίνουν διαμόρφωσαν ποικίλες τάσεις στό ἐσωτερικό της. Οἱ τάσεις αὐτές ἀντικατοπτρίζουν ἀφενός τό ξεπέρασμα διαφόρων πλευρῶν τῆς κλασσικῆς-φροϋδικῆς Ψυχανάλυσης, καθώς καί τίς νεώτερες πολιτισμικές καί ἐπιστημονικές ἐξελίξεις.

Κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες μία κεντρική ἀλλαγή πού σταδιακά ἔλαβε χώρα στή διεθνή Ψυχανάλυση εἶναι ἡ μετατόπιση τοῦ ἐπίκεντρου ἀπό τίς ἐνορμήσεις (drives, λίμπιντο καί ἐπιθετικότητα) στίς θεμελιώδεις διαπροσωπικές σχέσεις τοῦ ἀτόμου (ὅπως εἶναι οἱ σχέσεις του μέ τούς γονεῖς κατά τή βρεφική καί παιδική ἡλικία). Μέ ἄλλα λόγια ἡ ψυχανάλυση, ἐπηρεασμένη ἀπό τό ἀνθρωπιστικό ρεῦμα τῆς μεταπολεμικῆς ἐποχῆς, ἄρχισε σταδιακά νά ἐγκαταλείπει τό μηχανιστικό μοντέλο τοῦ Φρόυντ (πού ἀνέλυε ἕνα ἀπομονωμένο καί κατακερματισμένο ἀνθρώπινο ὑποκείμενο) καί νά ἐπικεντρώνεται στήν τεράστια σημασία τῶν θεμελιωδῶν σχέσεων γιά τήν ψυχική ἰσορροπία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐξέλιξη αὐτή συνάντησε πλῆθος ἀντιστάσεων καί θυελλωδῶν ἀντιπαραθέσεων στά πλαίσια τῆς διεθνοῦς ψυχαναλυτικῆς κοινότητας. Σήμερα μποροῦμε νά ἰσχυριστοῦμε μέ ἀσφάλεια ὅτι τά κύρια ψυχαναλυτικά (καί ὄχι μόνο) ρεύματα στή διεθνή ψυχοθεραπευτική σκηνή εἶναι σχεσιοκεντρικά (relational), ἔχουν ὡς ἐπίκεντρο τή σχέση. Αὐτή ἡ ἐξέλιξη ἄλλωστε ἐπιταχύνθηκε καί ἐνισχύθηκε ἀπό τήν φιλοσοφία καί νοοτροπία τῆς Ὕστερης Νεωτερικότητας (ἤ Μετανεωτερικότητας, Postmodernity), ὅπου τό θέμα τῆς πολιτισμικῆς συνάφειας (cultural context) καί τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων θεωρεῖται πρώτιστης σημασίας.

Σέ γενικές γραμμές οἱ δύο σύγχρονες θεμελιώδεις σχολές ψυχαναλυτικῆς σκέψεως εἶναι οἱ «Σχέσεις Ἀντικειμένου» (Object Relations) καί ἡ «Ψυχολογία τοῦ Ἑαυτοῦ» (Self Psychology) τοῦ H. Kohut. Μέσα ἀπό τήν ποικιλία τῶν διαφορετικῶν προσεγγίσεων καί ἐμβαθύνσεων σχετικά μέ τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, διαπιστώνει κανείς ὁρισμένες ἀνθρωπολογικές θέσεις καί πορίσματα, τά ὁποῖα δείχνουν νά πλησιάζουν τήν πατερική ἀνθρωπολογία. Ἀσφαλῶς δέν ἀγνοοῦμε τό γεγονός ὅτι ἡ ψυχαναλυτική ἀνθρωπολογία πρωτογενῶς ἔχει ριζικά διαφορετικές φιλοσοφικές, ἐπιστημολογικές καί πολιτισμικές προϋποθέσεις ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία. Ὅμως τά πορίσματα τῶν σύγχρονων ἐπιστημῶν τοῦ ψυχισμοῦ εἶναι πολύτιμα ἐργαλεῖα γιά τήν Ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας καί γι’ αὐτό χρειάζεται ἐπειγόντως ἐκτεταμένη ἑρμηνευτική-συνθετική ἐργασία μέ διττό στόχο: ἀνθρωπολογικό (θεωρητικό) καί ποιμαντικό (ἐφαρμοσμένο). Μιά ἀνάλογη ἐργασία θά ἀναδείξει τά ὅποια κοινά ἀνθρωπολογικά στοιχεῖα τῶν δύο πεδίων καί θά συμβάλλει στόν ἀμοιβαῖο ἐμπλουτισμό τους. Ἐπίσης θά ἐπιτρέψει τήν κατάλληλη ποιμαντική ἀξιοποίηση τῶν πορισμάτων τῶν ψυχολογικῶν ἐπιστημῶν. Τά πορίσματα αὐτά εἶναι πολύτιμα καί γιά τόν «ἁπλούστατο» λόγο ὅτι ὁ κύριος ὄγκος τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας διαμορφώθηκε σέ προνεωτερική-ἀγροτική ἐποχή καί νοοτροπία, ἐνῶ γιά τίς ψυχολογικές ἐπιστῆμες ἰσχύει τό ἀντίστροφο: διαμορφώθηκαν κατά τή νεωτερική-ἀστική περίοδο. Ἡ ποιμαντική μας καλεῖται μέ ἔννοιες καί ἐργαλεῖα τῆς ἀγροτικῆς ἐποχῆς νά διαλεχθεῖ μέ τήν μεταβιομηχανική ἐποχή τοῦ διαδικτύου καί τοῦ παγκοσμιοποιημένου πλανήτη μας! Ἡ προσεκτική καί γόνιμη γεφύρωση τῶν δύο συμβάλλει στή βαθύτερη-πληρέστερη κατανόηση τοῦ μετανεωτερικοῦ κόσμου μας ἐκ μέρους τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, θέμα ἐξαιρετικῆς σημασίας γιά τή διαμόρφωση ποιμαντικῆς στρατηγικῆς (ἡ ὁποία συχνά ἀπουσιάζει δραματικά..). Τό εὐτύχημα εἶναι πώς στή χώρα μας μιά τέτοια συστηματική προσπάθεια ἀξιοποίησης τῶν ἐπιστημῶν τοῦ ψυχισμοῦ ἔχει ξεκινήσει μετά τό 1990 καί συνεχίζεται βελτιούμενη. Ἀκριβῶς μιά ἀντίστοιχη ἑρμηνευτική-συνθετική ἀπόπειρα ἀποτελεῖ καί ἡ παροῦσα μελέτη, ἀναζητώντας προβολές τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Ὁμοουσίου στό ψυχαναλυτικό ἐπίπεδο.

Γ.  Ἡ Ἐνσυναίσθηση

Ἡ ἐνσυναίσθηση ἀποτελεῖ τό πρῶτο θέμα μας, ὅπου θά συσχετίσουμε ἀνθρωπολογικά τό Ὁμοούσιο μέ τήν Ψυχανάλυση. Ὁ ὅρος αὐτός πρωτοεμφανίστηκε στά κείμενα τοῦ Φρόυντ μέ τήν γερμανική λέξη einfuhlung, ἡ ὁποία στά ἀγγλικά μεταφράστηκε μέ τόν νεολογισμό (ἑλληνικῆς προέλευσης) empathy καί στά ἑλληνικά κυρίως μέ τόν ὅρο ἐνσυναίσθηση. Ἔχουν δοθεῖ ποικίλοι ὁρισμοί τοῦ σύνθετου αὐτοῦ ὅρου καί θά ἀναφερθοῦμε στήν κοινή συνισταμένη τους.

Ἐνσυναίσθηση εἶναι ἡ δυνατότητα ἑνός ἀνθρώπου νά μπαίνει ψυχικά στή θέση ἑνός ἄλλου ὥστε νά κατανοήσει σέ βάθος τά βιώματα καί τά συναισθήματα τοῦ συνανθρώπου του, χωρίς νά χάνει τήν ἀντικειμενικότητά του. Ἡ κατανόηση αὐτή δέν εἶναι μόνο διανοητική, ἀλλά κυρίως ψυχική-βιωματική καί γίνεται ἔτσι ὥστε νά μήν χάνει κανείς τή διακριτή του ταυτότητα, χωρίς δηλαδή νά ταυτίζεται πλήρως μέ τόν ἄλλον. Ἕνας ἄλλος σύντομος ὁρισμός εἶναι ὅτι «ἐνσυναίσθηση σημαίνει νά βιώνει κάποιος τά συναισθήματα ἑνός ἄλλου προσώπου».

Βασικό στοιχεῖο τῶν ὁρισμῶν τῆς ἐνσυναίσθησης εἶναι ὅτι συνήθως προέρχονται ἀπό τό ἐπιστημονικό πεδίο τῆς ψυχοθεραπείας (ψυχαναλυτικῆς καί μή). Ὅμως, τό πλαίσιο ἀναφορᾶς τοῦ ὅρου αὐτοῦ εἶναι διττό. Ἀφενός ὁ κοινωνικός ρόλος τῆς ἐνσυναίσθησης ἀφορᾶ στίς διαπροσωπικές σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καί στή διατήρηση ἑνός ὑγιοῦς κοινωνικοῦ ἱστοῦ.  Ἀφετέρου ὑπάρχει ἡ ἐπιστημονική θεώρησή της στά πλαίσια τῆς Κλινικῆς Ψυχολογίας. Ἡ πρώτη περίπτωση εἶναι πιό προσιτή στήν κοινή ἐμπειρία, ἐνῶ ἡ δεύτερη εἶναι σαφῶς πιό ἐξειδικευμένη, μέ σημαντικά συμπεράσματα γιά τήν ποιμαντική σχέση πνευματικοῦ πατέρα καί πιστοῦ.

1) Ἡ ἐνσυναίσθηση ἀποτελεῖ ἕναν ἀπό τούς πυλῶνες τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ, κυρίως τοῦ νεωτερικοῦ, ὁ ὁποῖος στίς διάφορες παραλλαγές του ἀποτελεῖ ἐδῶ καί δεκαετίες σχεδόν πανανθρώπινο δεδομένο. Ἐπιβεβαιώνουμε τά κοινά ἀνθρώπινα στοιχεῖα μας μέσω τῆς ἱκανότητάς μας γιά ἐνσυναίσθηση. Ἡ ἐνσυναίσθηση ἀπαιτεῖ «νά συμπεριλάβουμε τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ ἄλλου στή φαντασία μας». Γιαυτό καί ἀποτελεῖ τό θεμέλιο τῶν αὐθεντικῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων καί τῆς κοινωνικῆς ἐμπιστοσύνης, τῶν παραγόντων πού διαμορφώνουν τή συνοχή μιᾶς κοινωνίας. Ἀπαιτεῖ ἔξοδο ἀπό τά στενά ὅρια τοῦ Ἐγώ, ὥστε νά συναντήσουμε τόν Ἄλλον, νά βιώσουμε κατά τό δυνατόν τήν ἐσωτερική του κατάσταση καί νά μοιραστοῦμε τά ὅποια βάρη του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ ἐνσυναίσθηση ὡς συνειδητή στάση συνάντησης τῶν προσώπων ἀποτελεῖ ἀσκητικό ἀγώνισμα, ἀπαιτεῖ αὐταπάρνηση. Ἡ αὐταπάρνηση ἔγκειται στό νά ἀναστείλλει κάποιος προσωρινά τά ἐνδιαφέροντα, τά προβλήματα, τίς ἀνησυχίες καί τίς προκαταλήψεις του, προκειμένου νά ἀκούσει προσεκτικά τόν συνάνθρωπο. Ἡ ἐνσυναίσθηση ἐκδηλώνεται κυρίως (ἀλλά ὄχι ἀποκλειστικά) στήν συγκεντρωμένη ἀκρόαση τοῦ ἄλλου. Ἡ τέχνη μιᾶς τέτοιας ἀκρόασης εἶναι μεγάλη καί μακροχρόνια, ἀποτελεῖ ἄθλημα δύσκολο ἀλλά καί ἐξαιρετικά καρποφόρο. Γιά νά υἱοθετήσει κανείς μιά τέτοια στάση στήν καθημερινότητά του θά πρέπει νά ἀναγνωρίσει ὅτι ὁ Ἄλλος, ὁ συνάνθρωπος, διαθέτει καί αὐτός ἐπιθυμίες, συναισθήματα, ἀγωνίες, ἐλπίδες, βάσανα, φιλοδοξίες, τά ὁποῖα εἶναι ἄξια προσοχῆς καί κατανόησης στό πλαίσιο τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων.

Ἀπό θεολογική-ἑρμηνευτική ἄποψη αὐτό σημαίνει ὅτι θά πρέπει κανείς νά ἀναγνωρίσει ὅτι ὁ ἑαυτός του καί ὁ συνάνθρωπος ἀνήκουν στήν κοινή ἀνθρώπινη φύση (Ὁμοούσιο) διατηρώντας παράλληλα ὁ καθένας τους τήν ἑτερότητά του. Ἔτσι τό Ὁμοούσιο (στήν ψυχοκοινωνική διάστασή του) γίνεται ἡ γέφυρα πρός τήν ἑτερότητα καί ἡ ἑτερότητα ἀναδεικνύεται στό Ὁμοούσιο.

Ὅλα τά παραπάνω προϋποθέτουν τήν πρόσωπο πρός πρόσωπο ἐπικοινωνία καί ἀλληλεπίδραση μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι γνωστό ὅτι στήν μετανεωτερική ἐποχή τοῦ διαδικτύου καί τῶν κάθε λογῆς ἠλεκτρονικῶν ἐπικοινωνιῶν ὑπάρχει ἐλάχιστος διαθέσιμος χρόνος γιά τά οὐσιώδη τῆς ὕπαρξης. Ἔτσι, ἡ πρόσωπο πρός πρόσωπο ἐπικοινωνία ἔχει συρρικνωθεῖ δραματικά. Τείνει νά ἀντικατασταθεῖ σχεδόν πλήρως ἀπό τίς ἠλεκτρονικές μορφές ἐπικοινωνίας. Πόσο δυνατή εἶναι ἡ ἐνσυναίσθηση μέσα σέ μιά τέτοια πολιτισμική συνθήκη; Μήπως οἱ δυσμενεῖς αὐτές  συνθῆκες καί ἡ ἀδιαφορία γιά τήν ἐνσυναίσθηση ἐξηγοῦν σέ σημαντικό βαθμό τόν ἐκ βάθρων κλονισμό τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων τοῦ μεταμοντέρνου ἀνθρώπου καί τήν ἐπικίνδυνη διάβρωση τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ στή σύγχρονη Δύση; «Στόν κόσμο μας τῆς θριαμβεύουσας ἐξατομίκευσης οἱ σχέσεις εἶναι εὐχή καί κατάρα. Ταλαντεύονται μεταξύ ὀνείρου καί ἐφιάλτη καί δέν προκαλεῖ ἐντύπωση ὅταν τό πρῶτο μετατρέπεται στόν δεύτερο… Στίς συνθῆκες ζωῆς τῆς ρευστῆς νεωτερικότητας οἱ σχέσεις εἶναι ἴσως οἱ πιό κοινές, ὀξεῖες, αἰσθητές σέ βάθος καί ἐνοχλητικές ἐνσαρκώσεις τῆς ἀμφισημίας».

2)  Ἡ ἐπιστημονική θεώρηση τῆς ἐνσυναίσθησης γίνεται ἀπό τόν κλάδο τῆς Κλινικῆς Ψυχολογίας καί ἐπικεντρώνεται κυρίως στή σχέση ψυχαναλυτῆ (ἤ ψυχοθεραπευτῆ) καί ἀσθενοῦς. Ἡ διεθνής ἔρευνα σχετικά μέ τά θέματα αὐτά εἶναι σύνθετη, ἐκτεταμένη καί ἐξελισσόμενη. Στό πλαίσιο τῆς μελέτης μας αὐτῆς θά ἐξετάσουμε μόνο τίς διαστάσεις ἐκεῖνες τῆς ἐνσυναίσθησης   πού εἶναι σχετικές μέ τό Ὁμοούσιο.

Ἡ ἐνσυναίσθηση ἀποτελεῖ γενετικά προσδιορισμένη ἱκανότητα κατανόησης καί σχέσης μέ τόν Ἄλλο. Νεώτερες ἔρευνες σέ νεογνά κατέδειξαν ὅτι ἀπό τά πρῶτα βήματα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ὑπάρχει ἕνα εἶδος ἀρχαϊκῆς (primitive) ἐνσυναίσθησης. Αὐτό, μεταξύ ἄλλων, διαφαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι τά βρέφη ξεσποῦν σέ κλάματα ὅταν ἀκούσουν ἄλλα βρέφη νά κλαῖνε. Παρατηρήθηκε ἐπίσης ὅτι νεογνά ἡλικίας μόλις 6 ἑβδομάδων μποροῦν νά μιμηθοῦν τίς ἐκφράσεις τοῦ προσώπου ἑνός ἐνήλικα. Ὁρισμένοι ἐρευνητές θεωροῦν ὅτι ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο μιά γενετικά κληρονομημένη (καί συνεπῶς ὁμοούσια) δυνατότητα ἀλτρουισμοῦ, ἀλληλοβοήθειας καί ἀλληλοϋποστήριξης. Αὐτή ἡ ἔμφυτη δυνατότητα, σύμφωνα μέ τούς ἐρευνητές, ἀποτελεῖ τή βάση τῆς ἐνσυναίσθησης.

Ὡς ἑρμηνευτικό σχόλιο θά μπορούσαμε νά προσθέσουμε ἐδῶ ὅτι αὐτό τό γενετικό χαρακτηριστικό ἀποτελεῖ τή βιολογική διάσταση τῆς ἐνσυναίσθησης, ἐνῶ ἡ βαθιά κατανόηση τοῦ ἄλλου καί ἡ δυνατότητα διαπροσωπικῆς σχέσης-κοινωνίας ἀποτελοῦν τήν ψυχική διάστασή της. Τό ἄθροισμα τῶν δύο αὐτῶν διαστάσεων (βιολογικῆς καί ψυχικῆς) τῆς ἐνσυναίσθησης ἀποτελεῖ βασικό τρόπο φανέρωσης τοῦ Ὁμοουσίου στήν καθημερινότητα. Ταυτόχρονα, ἀποδεικνύει γιά πολλοστή φορά στή σύγχρονη ἔρευνα τήν θεμελιώδη θέση τῆς πατερικῆς θεολογίας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ ἄρρηκτη ψυχοσωματική ἑνότητα. Αὐτό σημαίνει πώς τίποτε τό ἀνθρώπινο δέν εἶναι ἀμιγῶς σωματικό ἤ ἀμιγῶς ψυχικό ἤ κοινωνικό. Τά πάντα στόν ἄνθρωπο εἶναι σωματο-ψυχο-κοινωνικά.

Ἐξαιρετική ἀνάπτυξη καί ἀνάλογο ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν οἱ ἔρευνες τῶν νευρολογικῶν ἐπιστημῶν (neurosciences) ὡς πρός τά ψυχολογικά φαινόμενα. Οἱ ἐρευνητές διαπιστώνουν ὅτι μιά διαπροσωπική σχέση πού οἰκοδομεῖται πάνω στήν ἐνσυναίσθηση διεγείρει βιοχημικές μεταβολές στόν ἐγκέφαλο, οἱ ὁποῖες ἐμπλουτίζουν τή δυνατότητα μάθησης στούς ἐφήβους καί στούς ἐνήλικες. Στά πρῶτα χρόνια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἡ ὑγιής διαπροσωπική ἀλληλεπίδραση διεγείρει τούς νευροδιαβιβαστές καί τίς ὁρμόνες ἀνάπτυξης τῶν νευρώνων. Ἀμφότεροι (νευρῶνες καί νευροδιαβιβαστές) συμμετέχουν καίρια στή διαμόρφωση τοῦ ἐγκεφάλου τοῦ βρέφους καί τοῦ παιδιοῦ. Αὐτά, μέ ἁπλά λόγια, σημαίνουν ὅτι ἡ ἁρμονική καί βαθιά διαπροσωπική σχέση δύο ἀνθρώπων ἔχει θετική ἐπίδραση στήν ἀνάπτυξη τοῦ κεντρικοῦ νευρικοῦ συστήματος! Ἄς σημειωθεῖ πώς οἱ νευρῶνες χαρακτηρίζονται ἀπό μεταβλητή ἀρχιτεκτονική (plasticity), ἡ ὁποία βελτιώνεται ἤ ἐπιδεινώνεται καί ἀπό τήν ποιότητα τῶν σημαντικῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων. Μέ θεολογικούς ὅρους, αὐτή ἡ ἁρμονική σχέση δύο προσώπων (ὑπό τό πρίσμα τῆς μελέτης μας) ἀποτελεῖ τήν ψυχοκοινωνική βίωση τοῦ Ὁμοουσίου.

Τό Ὁμοούσιο ὅμως δέν ἀφορᾶ μόνον τούς ἀνθρώπους, ἀλλά τό σύνολο τῶν κτισμάτων. Σέ ἔρευνες πού πραγματοποιήθηκαν σέ πουλιά διαπιστώθηκε ὅτι αὐτά βελτιώνουν περισσότερο τό κελάιδημά τους ὅταν ἀκοῦν τό ζωντανό κελάιδημα ἄλλων πουλιῶν, παρά ὅταν τό ἀκοῦν ἀπό τεχνητά μέσα (π.χ. ἀπό CD τῶν ἐρευνητῶν). Κάποια εἴδη πουλιῶν, μάλιστα, ἀδυνατοῦν τελείως νά μάθουν νά κελαϊδοῦν ἀκούγοντας τόν ἦχο ἀπό τεχνητά μέσα καί τό κατορθώνουν μόνο διά μέσου τῆς συμβίωσης μέ ἄλλα πτηνά! 

Μέ ὀντολογικούς ὅρους τῆς πατερικῆς θεολογίας,  διαπιστώνουμε πώς οἱ ἐνέργειες (κελάιδημα) τῆς φύσεως τῶν κτισμάτων (ἐδῶ, τῶν ὠδικῶν πουλιῶν) δυσλειτουργοῦν ἤ κολοβώνονται ὅταν τά ὄντα ἀποκοποῦν ἀπό τήν ὁμοούσια (δηλαδή, κατά λόγον) συνύπαρξη. Στήν περίπτωση τῶν ἔλλογων κτισμάτων, ὅπως ὁ ἄνθρωπος, οἱ φυσικές ἐνέργειες ἄν ἀποκοποῦν ἀπό τήν ὁμοούσια κοινωνία διαστρέφονται στήν ὑποστατική ἔκφρασή τους καί γίνονται πάθη. Ὁ,τιδήποτε ἀποκόπτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ὁμοούσια κατά λόγον κοινωνία μέ τά ἄλλα πρόσωπα, τόν ἀλλοιώνει.

Δ. Ἡ Προβλητική Ταύτιση

Ἀφοῦ ἐξετάσαμε τήν ἐνσυναίσθηση, θά στραφοῦμε τώρα στήν προβλητική ταύτιση (projective identification). Ἡ προβλητική ταύτιση ἀποτελεῖ ἀσυνείδητο μηχανισμό ψυχικῆς ἐπικοινωνίας (κυρίως μή προφορικῆς). Σέ περιπτώσεις ψυχοπαθολογίας ἀποτελεῖ μηχανισμό ψυχικῆς ἄμυνας. Τό ὅλο θέμα εἶναι ἀπό τά πλέον περίπλοκα στή σύγχρονη Ψυχανάλυση καί γιά τόν λόγο αὐτόν δέν θά ἀσχοληθοῦμε καθόλου μέ τήν θεωρητική πλευρά του. Θά προσπαθήσουμε νά τό ἐκλαϊκεύσουμε κατά τό δυνατόν, περιγράφοντας τήν προβλητική ταύτιση μέσα ἀπό πραγματικά κλινικά περιστατικά, τά ὁποῖα βίωσε καί χειρίστηκε ὁ γράφων.

α) Στή διάρκεια συνεδρίας (session) πού εἶχα μέ ἀσθενῆ, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό σχιζοειδῆ διαταραχή τῆς προσωπικότητος, ξαφνικά ἔνιωσα βαθύ φόβο, ὁ ὁποῖος ἀπό λογική ἄποψη ἦταν ἀνεξήγητος. Κανένας ἐξωτερικός ἤ ἐσωτερικός κίνδυνος ἤ ἄγχος δέν μέ ἀπειλοῦσε τήν περίοδο ἐκείνη. Ἡ ἴδια ἡ ποιότητα τοῦ συγκεκριμένου συναισθήματος ἦταν (καί εἶναι) ξένη καί ἄγνωστη πρός τή δομή τῆς προσωπικότητάς μου. Τό φαινόμενο αὐτό κράτησε ὁρισμένα δευτερόλεπτα καί σιγά-σιγά ἔσβησε, ἀφήνοντας ἔντονη αἴσθηση μέσα μου. Σύντομα κατάλαβα πώς ἐπρόκειτο γιά προβλητική ταύτιση τοῦ ἀσθενοῦς πρός τόν θεραπευτῆ του, μέσω τῆς ὁποίας μέ «ἔκανε» νά βιώσω μέ ἔνταση τόν βαθύ διαχρονικό τρόμο τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου.

β) Μετά ἀπό ἀρκετό καιρό, σέ θεραπευτική συνεδρία μέ τόν ἴδιο ἀσθενῆ συνέβη τό ἑξῆς. Σέ κάποια φάση τῆς συνεργασίας μας παρατήρησα ὅτι τά μάτια του ἦταν ὑγρά, εἶχε βουρκώσει. Μετά ἀπό λίγα λεπτά ἔνιωσα νά βουρκώνω ὁ ἴδιος, κάτι πού κανονικά δέν μοῦ συμβαίνει ποτέ στή ψυχοθεραπευτική μου δραστηριότητα. Καί πάλι ἐπρόκειτο γιά προβλητική ταύτιση τοῦ ἀσθενοῦς, ὅπου μέ «ἔκανε» νά γευτῶ τόν ἔντονο ψυχικό πόνο (distress) πού βίωνε.

γ) Σέ συνεδρία μέ κάποια νεαρή ἀσθενῆ ἔνιωσα πρός τό τέλος ἕνα εἶδος μελαγχολίας, ἕνα ψυχικό βάρος τό ὁποῖο συνεχίστηκε περίπου γιά μισή ὥρα μετά τή λήξη τῆς συναντήσεως. Στό διάστημα αὐτῶν τῶν τριάντα λεπτῶν πῆγα στό βενζινάδικο ὅπου εἶμαι πελάτης ἐπί χρόνια καί ὁ ὑπάλληλος μέ ρώτησε: «τί ἔχετε; Φαίνεστε στενοχωρημένος»! Ἄς σημειωθεῖ πώς οὔτε οἱ συνθῆκες ζωῆς τῆς ἀσθενοῦς (ἀρκετά καλές) οὔτε τό εἶδος τῶν προβλημάτων της (σχετικά ἥπια) ἐξηγοῦσαν λογικά μιά τέτοια «συμπόνια»-μελαγχολία ἐκ μέρους τοῦ θεραπευτῆ. Μέ τόν «τρόπο» της ἡ ἀσθενής μέ εἶχε κάνει νά γευτῶ τήν ὑφέρπουσα κατάθλιψη πού τήν βασάνιζε.

Μέ τά τρία αὐτά παραδείγματα κατανοοῦμε ὅτι ἡ προβλητική ταύτιση εἶναι τό ψυχικό φαινόμενο ὅπου τό ἀσυνείδητο ἑνός ἀνθρώπου ἐπικοινωνεῖ μέ τό ἀσυνείδητο ἑνός ἄλλου, μεταδίδοντας στόν δεύτερο βαθιά βιώματα, τά ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νά μεταδοθοῦν τόσο ἄμεσα καί βαθιά μέ ἄλλον τρόπο. Τά βιώματα αὐτά ὁ πρῶτος τά μεταδίδει στόν δεύτερο ἐπειδή στίς περιπτώσεις αὐτές συνήθως ὑπάρχει σημαντική σχέση ἀναμεσά τους (ἀναλυτής καί θεραπευόμενος, μέλη τῆς ἴδιας οἰκογένειας, σύζυγοι ἤ σύντροφοι, στενοί συνεργάτες).

Ἡ σύγχρονη ψυχαναλυτική ἔρευνα, παρ’ ὅλη τή μακρά καί διεξοδική συζήτηση τοῦ θέματος, δέν μπόρεσε νά καταλήξει σέ ὁριστικό συμπέρασμα γύρω ἀπό τό ἀκόλουθο κρίσιμο ἐρώτημα: μέ ποιόν τρόπο μπορεῖ τό ἀσυνείδητο ἑνός ἀνθρώπου νά ἐπηρεάσει βαθιά ἤ ἀκόμη καί νά εἰσβάλει στό ἀσυνείδητο κάποιου ἄλλου; Κορυφαῖοι εἰδικοί ἐπί τοῦ θέματος ἀναφέρουν: «Δέν κατανοοῦμε σέ βάθος τό πῶς μιά τέτοια ἐπίδραση (σσ. ἡ προβλητική ταύτιση) ἀσκεῖται πάνω στόν ἄλλο. Νομίζω πώς ἔχει σχέση μέ μιά λεπτή ἐμπλοκή τῶν δύο χαρακτήρων, ἰδίως τῶν πλευρῶν τους ἐκείνων πού εἶναι εὐάλωτες». Ἄλλοι εἰδικοί θεωροῦν πώς ὁ τρόπος τῆς προβλητικῆς ταύτισης εἶναι συμπεριφορικός. Εἶναι φανερό ὅτι οἱ ἑρμηνεῖες αὐτές εἶναι ψυχολογικά ὀρθές, ἀλλά ἀγνοοῦν τήν ὀντολογική διάσταση τῆς διαπροσωπικῆς ἀλληλεπίδρασης, συνειδητῆς ἤ ἄσυνείδητης, προφορικῆς ἤ σωματικῆς (body language), ρητῆς ἤ ὑπόρρητης.

Στό σημεῖο αὐτό θά ἀναφέρουμε ὁρισμένες σημαντικές διαφορές ἀνάμεσα στήν προβλητική ταύτιση καί τήν ἐνσυναίσθηση. Ἡ ἐνσυναίσθηση εἶναι συνειδητή καί ἀποτελεῖ ἐσωτερική στάση ἀπέναντι στόν συνάνθρωπο. Ἡ προβλητική ταύτιση εἶναι ἀσυνείδητη καί ἀνεπίγνωστη ἀπό τήν συντριπτική πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων. Ὡς συνειδητή στάση ἡ ἐνσυναίσθηση ἔχει συνήθως προβλέψιμα ἀποτελέσματα γι’ αὐτόν πού τήν ἀσκεῖ, ἐνῶ ἀντίθετα ἡ προβλητική ταύτιση ἔχει ἀπρόβλεπτο χαρακτήρα γι’ αὐτόν πού δέχεται τήν ἐπίδρασή της, ἀλλά καί γι’ αὐτόν πού τήν ἀσκεῖ. Καί στίς δύο περιπτώσεις ὅμως τό ὀντολογικό θεμέλιο πάνω στό ὁποῖο στηρίζονται εἶναι τό Ὁμοούσιο. Παρότι ἐνσυναίσθηση καί προβλητική ταύτιση διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους, πρωτογενῶς ἀποτελοῦν ὁμοούσια φυσικά (ψυχοσωματικα) ἐνεργήματα, τά ὁποῖα διαφέρουν ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο κατά τήν ὑποστατική ἔκφρασή τους. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τά συναισθήματα. Οἱ ἀρετές δέν διαφέρουν ἀπό τά πάθη ὡς φυσικά ἐνεργήματα, ἀλλά ὡς ἔκφραση τοῦ γνωμικοῦ θελήματος. Τό μίσος τοῦ ἐμπαθοῦς ἀνθρώπου στρέφεται ἐναντίον ὁποιουδήποτε προκαλεῖ ματαίωση τῆς ἱκανοποίησης ἤ τῶν φιλοδοξιῶν του, ἐνῶ τοῦ πνευματέμφορου ἀντιπαρατίθεται πρός τήν ἁμαρτία καί τόν σατανᾶ. Ἡ ἀγάπη τοῦ ἐμπαθοῦς ποθεῖ τά μέσα τῆς ἐγωκεντρικῆς του ἱκανοποίησης, ἐνῶ τοῦ ἀναγεννημένου ἐπιθυμεῖ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ πλησίον.

Ἡ μελέτη τῆς προβλητικῆς ταύτισης ἔγινε γιά πρώτη φορά πρίν μερικές δεκαετίες ἀπό τήν μεγάλη ψυχαναλύτρια Melanie Klein, ἡ ὁποία ἐπικέντρωσε ἰδιαίτερα τήν προσοχή της στήν ἀλληλεπίδραση μητέρας-βρέφους. Παρακολουθώντας συστηματικά τή σχέση μητέρας-βρέφους καί τίς ἀσυνείδητες πλευρές της, ἡ Klein πρωτοδιατύπωσε τόν ὅρο προβλητική ταύτιση καί τό περιεχόμενό του. Στήν ἀλληλεπίδραση αὐτή διαφαίνεται ἐντονότερα ὁ ρόλος τοῦ Ὁμοουσίου, καθώς στά βρέφη ἡ διάσταση τοῦ προσώπου-ὑποστάσεως εἶναι ὑπαρκτή, ἀλλά ἐν σπέρματι. Εἶναι ἡ ὁμοούσια κοινωνία μητέρας-βρέφους (καί ἀργότερα, μητέρας-παιδιοῦ) ὁ ἀποφασιστικός παράγοντας πού προκαλεῖ τή σταδιακή ἀνάδυση τῆς ἑτερότητάς του. Ἡ σημασία καί πολυπλοκότητα τῆς ἀλληλεπίδρασης αὐτῆς γιά τόν σχηματισμό τῆς προσωπικότητας-χαρακτήρα τοῦ βρέφους-παιδιοῦ ἀποτελεῖ κοινό τόπο δεκαετιῶν στήν Ψυχανάλυση. Ἄν ἡ ὁμοούσια αὐτή ἀλληλεπίδραση (ἡ ὁποία περιλαμβάνει ὁπωσδήποτε τήν ἐνσυναίσθηση καί τήν προβλητική ταύτιση) εἶναι δυσλειτουργική ἤ ἁρμονική, θά προσδιορίσει σέ μεγάλο βαθμό τήν προσωπικότητα τοῦ μελλοντικοῦ ἐνήλικα γιά τήν ὑπόλοιπη ζωή του.

Τό γεγονός ὅτι τά πρῶτα σκιρτήματα ἐνσυναίσθησης ἤ προβλητικῆς ταύτισης διαπιστώνονται στή βρεφική ἡλικία δείχνει  ὅτι ἡ ὁμοούσια κοινωνία τῶν προσώπων εἶναι παροῦσα σ’ ὁλόκληρη τήν πορεία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἀλλά μεταλλάσσεται σέ ὡριμότερες μορφές.

Ε. Tά συναισθήματα

Ἡ ἁρμονική καί εὐπροσάρμοστη λειτουργία τῶν συναισθημάτων ἀποτελεῖ ἰδιαίτερα σημαντική ἔνδειξη ψυχικῆς ἰσορροπίας-ὑγείας καί ἀντιστρόφως. Σειρά ὁλόκληρη ψυχικῶν διαταραχῶν ὀφείλεται στήν ἀδυναμία τοῦ ψυχισμοῦ τοῦ ἀσθενοῦς νά ρυθμίζει τά συναισθήματά του (affect regulation) καί ἰδίως τό ἄγχος. Τά συναισθήματά του εἴτε εἶναι ὑπερβολικά ἔντονα σέ σημεῖο πού νά ἀποδιοργανώνουν τόν ψυχικό του κόσμο (πχ. ἀγχώδεις διαταραχές, ὁριακή ὀργάνωση τῆς προσωπικότητας) εἴτε εἶναι ἀτροφικά καί ὑποτονικά, μέ συνέπεια οἱ ἐμπειρίες τοῦ ἀσθενοῦς νά εἶναι κενές, θολές καί ἀδιάφορες γιά τόν ἴδιο (πχ. στήν κατάθλιψη).

Ἡ σύγχρονη ἔρευνα διακρίνει τούς ἑξῆς τύπους συναισθημάτων:

1) Τήν βιολογική πρωτογενῆ ἐμπειρία (affect): αὐτή συνιστᾶ τόν γενεσιουργό πυρήνα τῶν συναισθημάτων, διότι ἀποτελεῖ προσυνειδητή βιολογική ἀπόκριση σέ κάποιο ἐρέθισμα. Πραγματοποιεῖται στό ἐπίπεδο τῶν ἐγκεφαλικῶν κυττάρων χωρίς τήν συμμετοχή τῆς ἀνθρώπινης ἐπίγνωσης-συνείδησης (πχ. αὐτό συμβαίνει ὅταν μᾶς πλησιάζει ἕνα ἄγριο ζῶο καί ὁ πανικός μαζί μέ τήν ἀδρεναλίνη διεγείρονται ἀκαριαῖα, χωρίς συμμετοχή τῆς βούλησης). Ἡ βιολογική βάση τῶν συναισθημάτων ἀποτελεῖ φυσική ἐνέργεια τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας καί συνεπῶς ἀνάγεται στό Ὁμοούσιο.

2) Τό αἴσθημα (feeling) ἐμπεριέχει ἐπιπλέον τήν συνείδησηἐπίγνωση τοῦ πρωτογενοῦς βιώματος: πχ. κάποιος ἀναφέρει ὅτι «νιώθει ὑπερένταση», πού σημαίνει ὅτι τό αἴσθημά του αὐτό περιλαμβάνει ἐπίγνωση ἔντασης πού εἶναι σωματική (πχ. ταχυπαλμία) καί ψυχολογική (πχ. στρές ἤ ἀδημονία).

3) Τό συν-αίσθημα (emotion) ἀποτελεῖ σύνθετη συνειδητή ἐμπειρία, συνδυασμό αἰσθημάτων, γνωσιακῆς λειτουργίας (cognition) καί κατευθυντήριας δράσης. Τά συν-αισθήματα (μέ τήν ἐξειδικευμένη αὐτή ἔννοια) εἶναι προσαρμοστικά (adaptive). Ἀποτελοῦν ἐσωτερικά σήματα πού μᾶς κατευθύνουν στήν προστασία καί διατήρηση τῆς ζωῆς. Ὀργανώνουν τήν σκέψη καί τήν δράση μας, δηλ. τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά.  Ἐπιδροῦν ἰσχυρότατα στίς διαπροσωπικές σχέσεις εἴτε ὡς αἴτιο εἴτε ὡς ἀποτέλεσμα αὐτῶν. Τά συναισθήματα ἄλλοτε ἀποτελοῦν αὐτοσκοπό τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ (πχ. χαρά, ἐνθουσιασμός, ἀποφυγή κάθε εἴδους κινδύνων καί δυσάρεστων καταστάσεων) καί ἄλλοτε τά μέσα πού μᾶς καθοδηγοῦν πρός τούς στόχους μας.

Ὁ φόβος λόγου χάρη μᾶς ἐνεργοποιεῖ πρός τήν ἀπόκρουση ἤ ἀποφυγή τοῦ ἐπίφοβου παράγοντα καί ταυτόχρονα μᾶς παρέχει τά βιολογικά ἐρεθίσματα πού ἐπιτρέπουν αὐτήν τήν ἀπόκρουση ἤ ἀποφυγή. Ἡ χαρά εἶναι καθεαυτήν πολλαπλά θετική (ἄρα αὐτοσκοπός) καί συγχρόνως ἐνεργοποιεῖ ψυχοβιολογικά ἀνακλαστικά πού εὐνοοῦν τήν θετική στάση ἀπέναντι στήν ζωή καί τόν πλησίον.

Τά προσωπικά μας συναισθήματα μᾶς πληροφοροῦν τί πραγματικά βιώνουμε ὡς θετικό ἤ ἀρνητικό, εὐχάριστο ἤ δυσάρεστο, ἐπιθυμητό ἤ ἀνεπιθύμητο. Γιά παράδειγμα, ἔστω ὅτι ἕνας πιστός νομίζει πώς ἔχει τήν ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης ἤ τῆς ὑπομονῆς, χωρίς αὐτό νά ἰσχύει. Ἄν ἔχει μάθει νά παρατηρεῖ προσεκτικά καί μεθοδικά τόν ἐσωτερικό του κόσμο, θά διαπιστώσει συναισθήματα θυμοῦ, ἀγανάκτησης ἤ ἀδημονίας ὅταν ἀντιμετωπίζει προσβλητικές ἤ κουραστικές καταστάσεις, τά ὁποῖα διαψεύδουν τήν διογκωμένη αὐτο-εικόνα του (self-image). Ἄρα τά συναισθήματα μποροῦν νά ἀποβοῦν πολύτιμες ψυχικές πληροφορίες, οἱ ὁποῖες φανερώνουν τήν βαθύτερη «ἀλήθεια» μας. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού ἡ ψυχοθεραπεία ἀποδίδει μεγάλη σημασία στά συναισθήματα καί δή στά ἀφανῆ: ἀποκαλύπτουν τόν βαθύτερο-πραγματικό ἑαυτό μας, τόν ὁποῖο πολλές φορές δέν ἐπιθυμοῦμε νά γνωρίζουμε!

Στ. Ποιμαντική καί Ὁμοούσιο

Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία στό ὀντολογικό ἐπίπεδο διέσωσε τήν ἀκεραιότητα τοῦ ψυχισμοῦ (παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τῶν Πατέρων) χάρη στό σπουδαῖο θεολογικό ἔργο ἑνός Μαξίμου Ὀμολογητοῦ ἤ ἑνός Γρηγορίου Παλαμᾶ. Ὅμως στό ψυχολογικό-λειτουργικό ἐπίπεδο ἡ ποιμαντική μας (δηλαδή ἡ ἄμεση ἐκκλησιαστική ἐφαρμογή τῆς θεολογίας) παρουσιάζει σοβαρή δυσκολία στό νά κατανοήσει τήν σημασία καί λειτουργία τῶν ψυχικῶν ἐνεργημάτων, ὅπως κατ’ ἐξοχήν εἶναι τά συναισθήματα. Συνέπεια τῆς δυσκολίας αὐτῆς τῆς ποιμαντικῆς μας (ἀλλά καί αἰτία της) εἶναι ἡ σύγχυση (ὁμοούσιας) φυσικῆς ἐνέργειας καί γνωμικοῦ θελήματος στόν ἄνθρωπο.

Ἐνδεικτικό τῆς διακρίσεως τῶν δύο αὐτῶν ὀντολογικῶν παραμέτρων εἶναι τό ἑπόμενο σημαντικό χωρίο τοῦ ἁγ. Μαξίμου: «Φθαρεῖσα πρότερον τοῦ κατά φύσιν λόγου τοῦ Ἀδάμ ἡ προαίρεσις, τήν φύσιν ἑαυτῇ συνέφθειρεν, ἀποθεμένη τῆς ἀπαθείας τήν χάριν καί γέγονεν ἁμαρτία· πρώτη μέν καί εὐδιάβλητος, ἡ πρός τήν κακίαν ἀπό τοῦ ἀγαθοῦ τῆς προαιρέσεως ἔκπτωσις· Δευτέρα δέ διά τήν πρώτην, ἡ τῆς φύσεως ἐξ ἀφθαρσίας εἰς φθοράν ἀδιάβλητος μεταποίησις. Δύο γάρ ἁμαρτίαι γεγόνασι ἐν τῷ προπάτορι κατά παράβασιν τῆς θείας ἐντολῆς· ἡ μέν διαβεβλημένη· ἡ δέ ἀδιάβλητος, αἰτίαν ἔχουσαν τήν διαβεβλημένην. Καί ἡ μέν προαιρέσεως ἑκουσίως ἀποθεμένης τό ἀγαθόν· ἡ δέ, φύσεως ἀκουσίως διά τήν προαίρεσιν ἀποθεμένης τήν ἀθανασίαν» (P.G. 90, 405 C). Στήν περίπτωση τοῦ Ἀδάμ-ἀρχετυπικοῦ ἀνθρώπου πρῶτα ἀλλοιώθηκε ἡ προαίρεσή του πρός τόν Θεό, ἁμάρτησε καί ἡ πτώση του συμπαρέσυρε τήν φύση του. Ὁ καταλογισμός τῆς ἁμαρτίας γίνεται πάντοτε στήν προαίρεση (διαβεβλημένη) καί οὐδέποτε στήν φύση, ἡ ὁποία ὑφίσταται τίς ἀστοχίες τῆς προαιρέσεως, μέ συνέπεια νά παρουσιάζει (ἀδιάβλητη) φθορά. Στή δεύτερη αὐτή περίπτωση τῆς ἀδιάβλητης φθορᾶς τῆς φύσεως ἀνήκουν πλεῖστα ψυχο-σωματικά νοσήματα καί γι’ αὐτό ἀποτελοῦν ἀντικείμενο τοῦ εἰδικοῦ. Ἡ διαφθορά τῆς προαιρέσεως ἀποτελεῖ τό κατ’ ἐξοχήν πεδίο τοῦ Πνευματικοῦ.

Αὐτό σημαίνει ὅτι πρωτογενῶς τά συναισθήματα δέν ἐλέγχονται ἀπό τήν ἐλεύθερη συνειδητή βούληση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀποτελοῦν προ-συνειδητά ψυχοσωματικά βιώματα πού ἐνεργοποιοῦνται στό ἐπίπεδο τῶν νευρώνων. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ἡ ἀποτελεσματικότητα τῶν ψυχοφαρμάκων εἶναι ἀνεξάρτητη τῆς ἀνθρώπινης βούλησης. Τά ψυχιατρικά φάρμακα στοχεύουν στά ὁμοούσια φυσικά ψυχο-εγκεφαλικά ἐνεργήματα τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι στό γνωμικό θέλημα. Ἀκόμη κι ἄν ἀδιαφορεῖ-ἀντιδρᾶ ὁ ἀσθενής ἀπέναντι στήν φαρμακευτική ἀγωγή (συχνό φαινόμενο στίς σοβαρές ψυχικές παθήσεις), τά ἀποτελέσματά της εἶναι πολλές φορές εὐεργετικά.

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τά συναισθήματα εἶναι φυσικά ἐνεργήματα τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας καί δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τήν ἐλεύθερη βούληση. Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτόν τά συναισθήματα ὡς φυσικές ἐνέργειες δέν μποροῦν νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο τῆς ἀσκητικῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, δέν ἐπιδέχονται ἄμεσες ἐπεμβάσεις τοῦ Πνευματικοῦ! Ὅλα αὐτά ἀπό ποιμαντική ἄποψη σημαίνουν ὅτι τό νά παροτρύνει ὁ Πνευματικός (ἤ ὁ ὁποιοσδήποτε ἄλλος) τόν πιστό, «μήν ἔχεις ἄγχος, δέν πρέπει νά θυμώνεις, μήν στενοχωριέσαι» καί τά ὅμοια, (καί μάλιστα χωρίς μακροχρόνια ἐργασία πάνω στήν προσωπικότητά του), ὄχι μόνο δέν ἔχει νόημα, ἀλλά καί φανερώνει ἀνθρωπολογική ἄγνοια καί ποιμαντική ἀφέλεια. Καί αὐτό διότι τά  προβλήματα συναισθηματικῆς δυσλειτουργίας δέν ξεπερνιοῦνται μέ ἠθικολογικές συστάσεις οὔτε μέ τήν κοινή λογική. Ἀπαιτοῦν βαθύτερους καί λεπτότερους χειρισμούς, καθώς καί μακροπρόθεσμη ἐργασία πάνω στό κάθε συγκεκριμένο πρόσωπο.

Ὅταν λοιπόν προσπαθεῖ κάποιος νά ἀντιμετωπίσει ζητήματα συναισθηματικῆς δυσλειτουργίας ἠθικολογικά ἤ πρακτικά, τότε πρόκειται γιά κλασική περίπτωση ὅπου συγχέονται ἡ Ὀντολογία μέ τήν Ἠθική.

Ὁ Πνευματικός θά ἀφιερώσει ἀρκετές συναντήσεις καί σημαντικό κόπο καί χρόνο γιά νά κατανοήσει τήν πρωτογενῆ αὐτή διάσταση τῶν συναισθημάτων ὡς φυσικῶν ἐνεργειῶν, οἱ ὁποῖες πιθανόν νά δυσλειτουργοῦν λόγω τραυμάτων ἤ ἄλλων ἀτυχημάτων τῆς ψυχικῆς ἀναπτυξης (πχ. θανάτων σημαντικῶν προσώπων). Αὐτό τόν βοηθᾶ σημαντικά νά ἀντιληφθεῖ τήν κάθε προσωπικότητα πού ἔχει ἀπέναντί του. Ὅταν προχωρήσει σέ βάθος μιά τέτοια διαδικασία, μόνον τότε μπορεῖ μέ προσοχή καί διάκριση νά ἐπέμβει στόν «δευτερογενῆ» συναισθηματικό κόσμο τοῦ ποιμαινόμενου, στόν ὁποῖο συμπεριλαμβάνεται (πέραν τῆς ψυχολογικῆς «πρώτης ὕλης» τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν καί δυσλειτουργιῶν) ἡ προαίρεση, ἡ γνωσιακή λειτουργία, τά κίνητρα καί κάθε τί πού σχετίζεται μέ τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία καί τήν ἀναζήτηση νοήματος. Δηλαδή θά προσπαθήσει νά κατανοήσει ποιά ἀπό τά συναισθήματα αὐτά καί σέ ποιόν βαθμό ἐξαρτῶνται ἀπό τήν προαίρεση καί τήν ἐλεύθερη βούληση (αὐτεξούσιο). Στόν βαθμό πού τά συναισθήματα γίνονται δεκτά καί παγιώνονται ἀπό τό αὐτεξούσιο, μεταλλάσσονται ἀπό φυσικά ἐνεργήματα σέ γνωμικό θέλημα καί ἐκεῖ πλέον ἔχει λόγο ἡ ἐκκλησιαστική ποιμαντική. Μιά τέτοια ποιμαντική ἐργασία σέ ἀρκετές περιπτώσεις εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολη καί ἐπίμοχθη, διότι ἡ μεταπτωτική φθορά τῶν φυσικῶν ἐνεργημάτων πολλές φορές διαπλέκεται δυσδιάκριτα μέ τό γνωμικό θέλημα καί τήν ἐμπάθειά του. Ἀποτελεῖ ὅμως ὅρο ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιά μιά ἄξια λόγου Ποιμαντική.

Ζ. Τελικοί στοχασμοί

Τό ζήτημα τοῦ Ὁμοουσίου ἀποτελεῖ θεμελιῶδες κεφάλαιο τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ἀνθρωπολογικές του προεκτάσεις εἶναι κρίσιμες γιά τήν Ποιμαντική. Στά βιώματα τοῦ ἀνθρώπου ἔχουμε τήν προβολή τοῦ Ὁμοουσίου ἀπό τό ὀντολογικό στό σωματο-ψυχο-κοινωνικό ἐπίπεδο τῆς καθημερινότητας.

  Στό βιβλίο του «Ἀδελφοί Καραμάζοβ» ὁ Ντοστογιέφσκι περιγράφει τόν συγκλονιστικό μονόλογο τοῦ μεγάλου ἱεροεξεταστῆ πρός τόν Χριστό. Στό προφητικό καί θεολογικότατο αὐτό κείμενο ὑπάρχουν νύξεις σχετικά μέ τό Ὁμοούσιο: «…θά ἱκανοποιοῦσες ὅ,τι ἀποζητάει ὁ ἄνθρωπος στή γῆ. Δηλαδή: ποιόν νά προσκυνήσει, σέ ποιόν νά ἐναποθέσει τή συνείδησή του καί μέ ποιόν τρόπο νά ἑνωθεῖ ἐπιτέλους μέ τούς συνανθρώπους του γιά ν’ ἀποτελέσουν ὅλοι μιάν ἀναμφισβήτητη, γενική καί ὁμονοοῦσα μυρμηγκοφωλιά. Γιατί ἡ ἀνάγκη τῆς παγκόσμιας συνένωσης εἶναι τό τρίτο καί τελευταῖο μαρτύριο τῶν ἀνθρώπων. Πάντα ἡ ἀνθρωπότητα, στή γενικότητά της, προσπαθοῦσε νά συνενωθεῖ σέ παγκόσμια κλίμακα… Ἄν ἀποδεχόσουν τόν κόσμο καί τήν πορφύρα τοῦ Καίσαρα, θά θεμέλιωνες τήν παγκόσμια αὐτοκρατορία καί θά δινες τήν παγκόσμια εἰρήνη». Ἡ διαστροφή τοῦ ὁμοούσιου  λόγου τῆς φύσεως  καί ἡ ἐπιδίωξη τῆς πανενότητας σέ ἰδεολογική καί ὄχι χριστοκεντρική βάση εἶχε ὡς κατάληξη τόν ὀλοκληρωτισμό τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.

Read More →

ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Παραβάντσoς

Ψυχοθεραπευτής

Ποιόν ρόλο ἐπιφυλάσσει ἡ μετανεωτερική

συνθήκη γιά τήν θρησκεία;

(Ψυχανάλυση καί πολιτισμική ἐξέλιξη)

Θεσσαλονίκη, Μάιος 2018

Εἰσαγωγή

Ἡ ἐποχή τῆς νεωτερικότητας διαμορφώθηκε ἀπό τόν δυτικό διαφωτισμό σέ χρονικό βάθος περίπου τριῶν αἰώνων. Γιά πρώτη φορά στήν ἀνθρώπινη ἱστορία ἀναδύθηκε ἕνα ἰσχύρό κίνημα ἀπόρριψης τῆς ἀντίληψης καί βίωσης τοῦ «ἱεροῦ» καί τοῦ «Θεοῦ» καί σταδιακά στή θέση τους τοποθετήθηκε ὁ ἐργαλειακός «ὀρθός λόγος» (instrumental reason), δηλαδή ἡ αἰτιοκρατική λογική. Πρόκεται γιά τό περίφημο φαινόμενο τῆς ἐκκοσμίκευσης (secularization). Ἡ τάση αὐτή κορυφώθηκε στόν 20ό αἰώνα, μέ ἀποτέλεσμα νά αὐξηθεῖ ραγδαία τό ποσοστό τῶν δυτικῶν ἀνθρώπων πού δηλώνουν «ἄθεοι» ἤ «ἀγνωστικιστές» καί νά πλεονάζει ἡ θρησκευτική ἀδιαφορία (πχ. στή δυτική και βόρεια Εὐρώπη διάφορες ἐνορίες ἔκλεισαν ἐλλείψει πιστῶν καί οἱ ἐγκαταστάσεις τους πουλήθηκαν, μετατρεπόμενες σέ…βενζινάδικα, ντίσκο κλπ.). Τό ἀποκορύφωμα ὑπῆρξε ὁ στρατευμένος-μαχητικός ἀθεϊσμός, ὁ ὁποῖος ἀπαίτησε τόν αὐστηρό διαχωρισμό κράτους καί θρησκείας, τήν ἀποβολή τῆς τελευταίας ἀπό τόν δημόσιο χῶρο καί τήν ἀναγωγή της σέ ἀποκλειστικά «ἰδιωτική» πολιτισμική ἐπιλογή τοῦ καθενός. Ἀκραία ἐκδήλωση αὐτῶν ὑπῆρξε ὁ ἀλήστου μνήμης «ὑπαρκτός σοσιαλισμός», ὁ ὁποῖος ἐδίωξε ἀνελέητα τήν χριστιανική Ἐκκλησία (στή Σοβιετική Ἕνωση αὐτό ἀφοροῦσε κυρίως τήν Ὀρθόδοξη) μέ ἐξορίες στά γκουλάγκ, τουφεκισμούς, κατεδαφίσεις χιλιάδων ναῶν, μονῶν καί προσκυνημάτων, τοποθέτηση κατασκόπων τῆς μυστικῆς ἀστυνομίας στίς τάξεις κλήρου καί πιστῶν, δήμευση τοῦ πλείστου μέρους τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καί πολλά ἄλλα.

Μετά τήν ὀδυνηρή κατάρρευση τῶν μαζικῶν ἰδεολογιῶν καί «ὀραμάτων γενικῆς εὐτυχίας» τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα και τήν ἀνάδυση τοῦ μετανεωτερικοῦ πλαισίου (κυρίως μετά τό 1980), ὁ ρόλος τῆς θρησκείας ἀπροσδόκητα φάνηκε νά ἀλλάζει. Νέο καί ἀνανεωμένο ἐνδιαφέρον ἐμφανίστηκε στίς δυτικές κοινωνίες ὄχι τόσο γιά τίς παραδοσιακές θρησκεῖες ἤ χριστιανικές ἐκκλησίες, ὅσο γιά τήν «πνευματικότητα», ἔννοια ἐλαστική καί παμπεριεκτική. Ὁ ὑλικά κορεσμένος και πνευματικά κουρασμένος δυτικός καταναλωτής, ἀφοῦ εἶδε τίς αὐταπάτες του σχετικά μέ τά χιλιαστικά ἰδεολογικά ὁράματα νά συντρίβονται, ἀναζήτησε ἐξωθεσμικές «πνευματικές» ἐμπειρίες-βιώματα, ἱκανές νά τόν ἀνανεώσουν καί νά προσφέρουν ἕνα κάποιο νόημα στήν τρομακτική ρευστότητα τῆς μεταμοντέρνας συνθήκης. Ἐκτός δυτικοῦ πολιτισμικοῦ χώρου ὑπῆρξε ἀναθέρμανση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τήν Ὀρθοδοξία στήν Ἀνατολική Εὐρώπη, ἀλλά κυρίως ἀνάδυση τοῦ ριζοσπαστικοῦ Ἰσλάμ ὡς ἀντίβαρου στόν γεωπολιτικό καί πολιτισμικό ἐπεκτατισμό τῆς Δύσης.

Ποιά εἶναι ὅμως ἡ θέση τῆς θρησκείας στή σύγχρονη μετανεωτερική συνθήκη; Πλῆθος ἀπόψεων, προφορικῶν καί γραπτῶν, ἀναφέρονται καί διακινοῦνται κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες. Ἄλλες ἐγκυρότερες, ἄλλες λιγότερο, ἄλλες εὐθύβολες καί ἀκριβεῖς, ἄλλες στήν περιφέρεια τοῦ ἐξειδικευμένου αὐτοῦ θέματος. Ἐπέλεξα ὡς ἰδιαίτερα σημαντικές καί ἀντιπροσωπευτικές γιά τό θέμα μας τίς ἀπόψεις τοῦ διάσημου ψυχαναλυτῆ Χάιντς Κόχουτ (Heinz Kohut, Βιέννη 1913 – Σικάγο 1981), αὐστριακοῦ ἑβραϊκῆς καταγωγῆς, ὁ ὁποῖος δημιούργησε ὁλόκληρη σχολή ψυχαναλυτικῆς σκέψεως, τήν Ψυχολογία τοῦ Ἑαυτοῦ (Self Psychology). Τό μέγιστο μέρος τῆς ἐπιστημονικῆς του δράσης καί ζωῆς τό πέρασε στό Σικάγο. Ἐπηρέασε ἔντονα τήν ἀμερικανική ψυχανάλυση στίς δεκαετίες τοῦ 1960 καί 70 καί ὑπῆρξε πολυμαθέστατος καί ἀγχίνους, ἕνας «ἀναγεννησιακός ἄνθρωπος». Ταυτόχρονα, ἡ τελική φάση τῆς ζωῆς του συνέπεσε μέ τήν μετάβαση τῆς ἀμερικανικῆς κοινωνίας ἀπό τήν νεωτερική στήν μετανεωτερική συνθήκη, γεγονός τό ὁποῖο ἐπηρέασε τήν σκέψη του. Συνέβη ὅμως καί τό ἀντίστροφο: ἡ ψυχαναλυτική καί ἐπιστημολογική συμβολή του συνέβαλε (ὅπως θά διαπιστώσουμε) στήν μεταμοντέρνα συνθήκη, κυρίως στόν κλινικό χῶρο ἀλλά ὄχι μόνο σ’ αὐτόν.

Ὁ Κόχουτ λίγο καιρό πρίν πεθάνει ἔδωσε μιά συνέντευξη στόν θεολόγο Robert Randall σχετικά μέ τήν θρησκεία, ἡ ὁποία περιέχει σημαντικές ἀναφορές πάνω στό θέμα. Οἱ ἀναφορές αὐτές εἶναι λακωνικές ἀλλά πυκνές καί μεθοδικά δομημένες. Στηρίζονται στό ψυχαναλυτικό του πλαίσιο καί στήν συνακόλουθη μεταψυχολογία καί κοσμοθεωρία του. Θά ἀποφύγουμε τήν λεπτομερή ἀνάλυση τῆς ψυχαναλυτικῆς του προσέγγισης καί θά ἑστιάσουμε στήν θεώρησή του περί θρησκείας, ἐπεξηγώντας μόνο ἐκεῖνες τίς ψυχαναλυτικές ἔννοιες πού εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητες γιά τήν κατανόηση τῶν ἀπόψεων τοῦ Κόχουτ .

Κύριο μέρος

Ὁ ἀμερικανός θεολόγος Ράνταλ τονίζει: «Ἡ ἀντίληψη τοῦ Κόχουτ περί θρησκείας ὑπῆρξε περισσότερο παροδική συνέπεια παρά πρωταρχική ἐπιδίωξη, ἐπειδή ἡ θρησκεία, σύμφωνα μέ τά λεγόμενά του, δεν ἦταν ἀνάμεσα στίς προτεραιότητές του. Καθώς σχηματοποιήθηκε τό πλαίσιο τῆς Ψυχολογίας τοῦ Ἑαυτοῦ, τό ἴδιο διαμορφώθηκε ἡ στόχευση καί ἡ ἀκρίβεια μέ τίς ὁποῖες μποροῦσε νά θεωρήσει ὅλες τίς ἀνθρώπινες δραστηριότητες, μεταξύ τῶν ὁποίων ἔδωσε ἐλάχιστη προσοχή στή θρησκεία μέχρι πρόσφατα».

Ὁ Κόχουτ προερχόταν ἀπό οἰκογένεια Αὐστριακῶν Ἑβραίων, πλήρως ἀφομοιωμένων στά κεντροευρωπαϊκά πρότυπα. Κατέφυγε στίς Η.Π.Α. τό 1939 λόγω τῆς ἐπικράτησης τῶν Ναζί στήν Αὐστρία. Οἱ συνεργάτες καί ὁ βιογράφος του τονίζουν ὅτι καί στήν Ἀμερική παρέμεινε ἐξίσου ἀπόμακρος ἀπέναντι στίς ἰουδαϊκές παραδόσεις. Σέ ὥριμη ἡλικία ἄρχισε νά συχνάζει σέ κάποια φιλελεύθερη-συγκριτιστική προτεσταντική  σύναξη (ἀπό αὐτές πού ἀφθονοῦν στήν Ἀμερική) χωρίς νά προσχωρήσει στόν Προτεσταντισμό.

Ἡ κύρια ἐνασχόληση καί συμβολή του ὑπῆρξε τό κλινικό πεδίο τοῦ ναρκισσισμοῦ. Ἡ μελέτη αὐτή, ὅπως συμβαίνει πάντα στήν ψυχανάλυση, ξεκινᾶ ἀπό τήν βρεφική ἡλικία.

«..γιά νά ἀναπτυχθεῖ ὁ ψυχικός Ἑαυτός τοῦ βρέφους-παιδιοῦ θά πρέπει νά ἱκανοποιοῦνται τρεῖς θεμελιώδεις ἀνάγκες του: α) ἡ ἀνάγκη νά ἔχει ποικίλες ἐπιβεβαιώσεις τῆς ἀξίας καί μοναδικότητάς του ἀπό τούς γονεῖς (καθρεφτισμός, mirroring), β) ἡ ἀνάγκη νά ἔχει στή ζωή του μιά σημαντική προσωπικότητα (ἀρχικά οἱ γονεῖς) πού νά μπορεῖ νά τήν ἐξιδανικεύει (idealizing) καί γ) ἡ ἀνάγκη νά εἶναι κανείς σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους (κοινή φύση, twinship), νά πιστεύει δηλαδή ὅτι ἔχει ἐπαρκῆ κοινά χαρακτηριστικά μέ τό κοινωνικό περιβάλλον του. Ὡς ψυχικό Ἑαυτό ὁ Κόχουτ ὀνομάζει τόν ‘πυρήνα τῆς προσωπικότητας’, ὁ ὁποῖος εἶναι τό κέντρο τῶν ἀνθρώπινων ἐμπειριῶν καί πρωτοβουλιῶν, καθώς καί τά βιώματα (ψυχική εἰκόνα) πού ἔχει ὁ καθένας γι’ αὐτόν τόν ψυχικό πυρήνα».

Οἱ γονεῖς ἤ κηδεμόνες παρέχουν ἀρχικά αὐτές τίς τρεῖς θεμελιώδεις λειτουργίες ὥστε νά ἀναπτυχθεῖ σταδιακά ὁ ψυχικός Ἑαυτός. Σέ ὁλόκληρη τήν διαδρομή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς χρειάζεται κανείς ἀνάλογες ἐμπειρίες πού νά τροφοδοτοῦν καί νά στηρίζουν τον Ἑαυτό, ἔχοντας ὅμως μετεξελιχθεῖ σέ ὥριμα βιώματα, ἀντίστοιχα τῆς ἀναπτυξιακῆς φάσης τοῦ ψυχισμοῦ (mind). Ἡ ἀνάγκη ἐξιδανίκευσης μεταλλάσσεται φυσιολογικά σέ γνήσια ἰδανικά κατά τήν φάση τῆς ἐνηλικίωσης. Ἡ ἀνάγκη ἐπιβεβαίωσης τῆς «κοινῆς φύσης» ὡριμάζει σέ ὑγιή κοινωνικότητα καί αἴσθηση τοῦ ἀνήκειν, ἐνῶ ἡ ἀνάγκη καθρεφτισμοῦ σέ ρεαλιστικές-δημιουργικές φιλοδοξίες. Πέρα ὅμως ἀπό τόν σπουδαῖο ρόλο γονέων-κηδεμόνων, πλῆθος ἄλλων παραγόντων συμβάλλουν στήν ἀνάπτυξη τοῦ Ἑαυτοῦ. Ὅλοι αὐτοί οἱ συντελεστές περιγράφονται ἀπό τόν Κόχουτ μέ τόν ὅρο «ἑαυτοαντικείμενα» (selfobjects), ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ καί τόν ἀκρογωνιαῖο λίθο τοῦ πλαισίου του. Πῶς ὅμως μποροῦμε νά περιγράψουμε τόν πολύπλοκο αὐτόν ὅρο;

Ἕνας ἐκ τῶν κορυφαίων συνεργατῶν του ἀναλύει: «Συχνότατα ἡ λειτουργία ἑνός ἑαυτοαντικειμένου ἐπιτελεῖται ἀπό ἕνα πρόσωπο, ὅμως θά πρέπει νά θυμόμαστε ὅτι τό ἑαυτοαντικείμενο εἶναι ἡ λειτουργία, ὄχι τό πρόσωπο…Κάθε ἐμπειρία πού προάγει τόν συγκροτημένο-λειτουργικό Ἑαυτό ἤ πού συντηρεῖ τήν ἀδιάσπαστη συνέχεια ἑνός τέτοιου Ἑαυτοῦ θεωρεῖται ἐμπειρία ἑαυτοαντικειμένου. Οἱ ἐμπειρίες ἑαυτοαντικειμένου μποροῦν νά ἐπιτελοῦνται ὄχι μόνον ἀπό ἀντικείμενα, ἀλλά ἐπίσης ἀπό σύμβολα ἤ ἰδέες πού ἀναπαριστοῦν ἀντικείμενα… Τά ἑαυτοαντικείμενα κατά ἀκρίβεια δέν εἶναι οὔτε ὁ Ἑαυτός οὔτε τά ἀντικείμενα, ἀλλά ἡ ὑποκειμενική πλευρά μιᾶς λειτουργίας πού ἐπιτελεῖται ἀπό μία σχέση. Ὡς τέτοιες οἱ σχέσεις ἑαυτοαντικειμένου ἀναφέρονται σέ μιά ἀσυνείδητη ἐνδοψυχική ἐμπειρία καί δέν περιγράφουν την διαπροσωπική σχέση μεταξύ τοῦ Ἑαυτοῦ καί ἄλλων ἀντικειμένων».

Στήν μακροσκελή αὐτή περιγραφή πού διατυπώθηκε ἀπό ἕναν ἀπό τούς στενότερους συνεργάτες τοῦ Κόχουτ, διαβλέπει κανείς μέσα ἀπό τά μεταψυχολογικά στοιχεῖα της τήν μετατόπιση τοῦ ἐπιστημολογικοῦ παραδείγματος ἀπό τό διαπροσωπικό (σχολή τῶν Σχέσεων Ἀντικειμένου τῶν Winnicott, Fairbairn κ.ἄ.) στό ἀτομοκεντρικό τῆς ναρκισσιστικῆς ἰσορροπίας καί συνοχῆς (ὁμοιόστασης). Τά πάντα πρέπει νά ἐξυπηρετοῦν τόν τελευταῖο αὐτόν σκοπό ἤ τουλάχιστον νά στοχεύουν ἐκεῖ: στήν συνολική εὐεξία τοῦ ψυχικοῦ Ἑαυτοῦ.

Ὁ Κόχουτ στά κείμενά του ἀναφέρεται στόν Ἔνοχο Ἑαυτό καί στόν Τραγικό Ἑαυτό. Ὁ Ἔνοχος Ἑαυτός ἀντιστοιχεῖ πολιτισμικά στόν νευρωτικό ἄνθρωπο τῆς νεωτερικῆς ἐποχῆς, ἐνῶ ὁ Τραγικός ἀντιστοιχεῖ στόν κατακερματισμένο ἄνθρωπο τῆς μετανεωτερικῆς.

Στήν πρώτη περίπτωση τοῦ Ἔνοχου Ἀτόμου ἔχουμε τήν πάλη του μέ τίς ἐνορμήσεις (drives: λίμπιντο καί ἐπιθετικότητα), μέσα στό πολιτισμικό πλαίσιο κανόνων καί νόμων. Ἡ ἐνδοψυχική σύγκρουση καί ἡ παραγόμενη ἐνοχή γιά παραβιάσεις τῶν κοινωνικῶν-πολιτισμικῶν κανόνων κατά τήν ἱκανοποίηση τῶν ἐνορμήσεων εἶναι αὐτό ἀκριβῶς πού χαρακτηρίζει τό ἄτομο τῆς περιόδου αὐτῆς. Ἡ προσέγγιση αὐτή στηρίζεται κυρίως στό «ἐνεργειακό» ἐπιστημολογικό παράδειγμα τῆς φροϋδικῆς Ψυχανάλυσης.

Σύμφωνα μέ τόν Κόχουτ ἡ κλινική πράξη τῶν τελευταίων δεκαετιῶν δείχνει σαφῶς μιά μετατόπιση τῆς ψυχοπαθολογίας ἀπό τήν νεύρωση στήν δυσλειτουργία τοῦ Ψυχικοῦ Ἑαυτοῦ, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μέ τήν πολυδιάσπασή του, μέ τήν ἀπουσία συνοχῆς ἀλλά καί διαχρονικῆς ἀντοχῆς του. Αὐτές οἱ δυσλειτουργίες μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἐπηρεάζονται καί ἐπιδεινώνονται ἔντονα ἀπό τίς πολλαπλές ταυτότητες καί τήν ἐν γένει κοινωνική καί πολιτισμική ρευστότητα, τήν ὁποία προωθεῖ μέ κάθε τρόπο ὁ ὕστερος (χρηματιστηριακός) καπιταλισμός τύπου καζίνο, ἡ πολιτισμική λογική του πού εἶναι ἡ μεταμοντέρνα συνθήκη, ἡ ραγδαία διείσδυση τῆς ψηφιακῆς τεχνολογίας σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τοῦ ἀνθρώπινου βίου, οἱ ἐξοντωτικοί ρυθμοί τῆς καθημερινότητας, ἡ διάχυτη ἀνασφάλεια καί ἀβεβαιότητα καί πολλά ἄλλα. Αὐτή ἡ ψυχοπαθολογία πού διαμορφώνεται ἀπό τίς πολλαπλές ταυτότητες καί καταλήγει στούς ἀλληλοσυγκρουόμενους ρόλους, καθιστᾶ βαθύτερο τό πρόβλημα τοῦ Τραγικοῦ Ἀτόμου σέ σύγκριση μέ αὐτό τοῦ Ἐνοχικοῦ. Μέσα σ’ αὐτό τό πλαίσιο ὁ Κόχουτ συνιστᾶ τήν παντί σθένει στήριξη τῆς λειτουργικότητας-συνοχῆς-διαχρονίας τοῦ Ἑαυτοῦ. Ἕνας ἀπό τούς σημαντικούς πολιτισμικούς παράγοντες πού καλοῦνται ἀπό τό ψυχαναλυτικό σύστημα τοῦ Κόχουτ νά στηρίξουν τόν Ψυχικό Ἑαυτό εἶναι ἡ θρησκεία.

Γιά τόν Κόχουτ τρία εἶναι τά θεμελιώδη πεδία μετουσίωσης (δημιουργικῆς μεταλλαγῆς τῶν ἐνορμήσεων) καί ἐξύψωσης τοῦ ἀνθρώπου: ἡ Ἐπιστήμη, ἡ Τέχνη καί ἡ Θρησκεία. Πρόκειται γιά τά τρία κορυφαῖα ἑαυτοαντικείμενα. Στό πλαίσιο τῆς Ψυχανάλυσης θεμελιῶδες «ἐργαλεῖο» γιά τόν ἴδιο εἶναι ἡ ἐνσυναίσθηση (empathy).

Ἐνσυναίσθηση εἶναι γενικά ἡ δυνατότητα ἑνός ἀνθρώπου νά βάζει ψυχικά τόν ἑαυτό του στήν θέση ἑνός συνανθρώπου του, προκειμένου νά κατανοήσει βιωματικά τήν ἐμπειρία τοῦ συνανθρώπου αὐτοῦ: «πῶς θά ἔνιωθα ἄν εἶχα καρκίνο, ἄν ἔπαιρνα διαζύγιο, ἄν ἤμουν μακροχρόνια ἄνεργος» κλπ. Αὐτό προσπαθεῖ κανείς νά τό πράξει μέ τήν δύναμη τῆς φαντασίας  του, τοποθετώντας τόν ἑαυτό του στήν κατάσταση τοῦ Ἄλλου. Ἀποτελεῖ ἐπίπονη καί πολλές φορές ἐπώδυνη προσπάθεια βιωματικῆς κοινωνίας μέ τόν συνάνθρωπο, γιαυτό καί δέν τήν συναντᾶ κάποιος συχνά στό κοινωνικό περιβάλλον. Ἡ σημασία της εἶναι πολύ μεγάλη γιά τήν βαθιά ἐπικοινωνία καί γιά τήν γνήσια διαπροσωπική ἐπαφή. Ὁ Κόχουτ ὑπαινίσσεται ὄχι μόνο τήν κοινωνική-καθημερινή ἐνσυναίσθηση, ἀλλά κυρίως τήν ἐπιστημονική τοιαύτη τῶν ἐπαγγελματιῶν ψυχικῆς ὑγείας, πού ὁ ἴδιος πιστεύει ὅτι χρησιμεύει καί ὡς μέθοδος συλλογῆς ψυχαναλυτικῶν στοιχείων γιά τήν κατάσταση τοῦ ἀσθενοῦς. Διά τῆς ἐνσυναίσθησης ὁ εἰδικός ἔρχεται σέ βιωματική ἐπαφή μέ τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀσθενοῦς. Εἶναι ἄλλο νά διακρίνει διανοητικά τήν κατάθλιψη, τό ἄγχος, τήν ἀνασφάλεια τοῦ ἀσθενοῦς καί τελείως ἄλλο νά βιώσει ἕνα μέρος ἀπό τά συναισθήματα ἤ σύνδρομα αὐτά. Μέσω τῆς βίωσης αὐτῆς ὁ ψυχοθεραπευτής συλλέγει ψυχοδυναμικά στοιχεῖα.

Σύμφωνα μέ τόν Ράνταλ ὁ Κόχουτ «θεωρεῖ ὡς στόχο τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰδικότερα, νά βοηθήσει τούς ἀνθρώπους νά διευρύνουν τήν περιεκτική ἐνσυναίσθησή τους πρός τόν συνάνθρωπο. Συνεπῶς παρακινεῖ τήν θρησκεία καί τήν Ψυχολογία τοῦ Ἑαυτοῦ νά δημιουργήσουν μιά ρεαλιστική συνεργατική σχέση γιά τό κοινό ἔργο τους τοῦ ἐμπλουτισμοῦ καί τῆς σωτηρίας τῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ καταφατική στάση ἀπέναντι στή θρησκεία δέν σημαίνει καί ἰσότητα μεταξύ τῶν δύο… Ἡ θρησκεία προορίζεται νά εἶναι ἀρωγός  στούς στόχους τῆς Ψυχολογίας τοῦ Βάθους.. Ὁ Κόχουτ μοχθεῖ γιά τήν ἐπικράτηση ἑνός ‘νέου τύπου ἀνθρωπισμοῦ μέ τή μορφή τῆς ἐπιστημονικῆς ἐνσυναίσθησης’.. Γιά τόν Κόχουτ αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἀνταπόκριση μέσω τῆς ἐνσυναίσθησης, περισσότερο ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, θά ἐμποδίσει ἤ θά ἀντισταθμίσει τήν τύπου Κάφκα ἀλλοτρίωση καί ἀπανθρωποποίηση τῆς κοινωνίας. Ἀκριβῶς αὐτή ἡ διεύρυνση τῆς περιεκτικῆς ἐνσυναίσθησης, περισσότερο ἀπό τήν θρησκευτική ἤ ἠθική πειθώ.. θά μειώσει πραγματικά τήν ἐπιθετικότητα».

Γιά τόν Κόχουτ τό ἀναμφισβήτητο κοσμοθεωρητικό πρωτεῖο κατέχει ὁ οὐμανισμός. Ὡς κορύφωση τοῦ οὐμανισμοῦ καί τῶν ἐπιτευγμάτων του θεωρεῖ τήν Ψυχανάλυση καί ὡς αἰχμή τοῦ δόρατος τῆς τελευταίας γιά τήν ἐπιβίωση τοῦ Ἀνθρώπου καί τοῦ πολιτισμοῦ θεωρεῖ τήν ἐνσυναίσθηση. Τήν θρησκεία θεωρεῖ ὡς σημαντική θεραπαινίδα τῶν οὐμανιστικῶν στόχων τῆς Ψυχανάλυσης, ἀλλά σέ καμμία περίπτωση ὡς ἰσότιμο ἑταῖρο. Τίς χριστιανικές προδιαγραφές ζωῆς (πχ. ἀγάπη πρός τόν πλησίον, συγχωρητικότητα, μετάνοια κλπ) τίς θεωρεῖ θετικές καί θεμιτές ἀλλά ἀναποτελεσματικές ἐν συγκρίσει πρός τίς ψυχαναλυτικές μεθόδους πού κατ’ αὐτόν εἶναι καί οἱ μόνες ἀποδοτικές. Σπουδαία ἠθική, κοινωνική καί φιλοσοφική σημασία ἔχει ἡ ἱεράρχηση τῶν ἀξιῶν του καί ἰδίως τό ὅτι θεωρεῖ τήν ἐνσυναίσθηση ἀνώτερη τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης καί τῆς ἔμπρακτης ἀλληλεγγύης. Πρόκειται γιά βαρυσήμαντη καινοτομία στό πεδίο τῶν «ἀξιῶν», μέ σοβαρές κοινωνικο-πολιτικές προεκτάσεις: κυριότερη εἶναι ἡ ἀπόδοση τοῦ πρωτείου στό μεμονωμένο ἄτομο, δηλαδή στόν ἀκραῖο ὑποκειμενισμό, ἔναντι τῶν σχέσεων κοινωνίας.

Οὐσιαστικά ἀπορρίπτει τήν δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ὑπερνικήσει τά πάθη του καί ἀποδέχεται μόνο τήν φροϋδική ἄποψη περί μετουσίωσης τῆς ἐπιθετικότητας καί τῆς  «Ἀρχῆς τῆς ἡδονῆς» μέσω τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης, τῆς θρησκείας καί κάθε ἄλλης δημιουργικῆς δραστηριότητας (ἑαυτοαντικείμενα) πού συντελεῖ στήν  (σχετική) ἐξημέρωση τῆς «θηριώδους βιοδομῆς» τοῦ ἀνθρώπου. Διατηρεῖ τόν μεταφυσικό μηδενισμό τῆς Νεωτερικότητας καί τά πρωτεῖα ἑνός ἀντίστοιχου οὐμανισμοῦ, ἀλλά πολύ πιό ἐξελιγμένον καί εὐέλικτο.

Ἡ πίστη του στήν Ψυχανάλυση εἶναι τόσο μεγάλη πού δίνει τά πρωτεῖα στήν «ἐπιστημονική» ἐνσυναίσθηση, τήν στιγμή πού μεταξύ τῶν εἰδικῶν ψυχικῆς ὑγείας ὑπάρχουν σημαντικές ἀποκλίσεις σχετικά μέ ἐξειδικευμένες πλευρές τοῦ πολύπλοκου αὐτοῦ θέματος. Προτείνει στίς θρησκεῖες νά δώσουν ἔμφαση στήν «ἐπιστημονική» ἐνσυναίσθηση καί νά ὑπηρετήσουν τήν εὐεξία τοῦ ψυχικοῦ Ἑαυτοῦ, παραβλέποντας ὅτι μιά τέτοια ἐνσυναίσθηση ἀπαιτεῖ τίς εἰδικές συνθῆκες τῆς ψυχαναλυτικῆς/ψυχοθεραπευτικῆς σχέσης καί τῆς αὐστηρῆς δεοντολογίας της, πού ἐλάχιστη ὁμοιότητα ἔχουν μέ τήν ἀνθρώπινη καθημερινότητα.

Ἡ θέση του περί ὑπεροχῆς τῆς ἐνσυναίσθησης ἔναντι τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης καί ἀλληλεγγύης συνάδει καί μέ μίαν ἄλλη ἐπιστημολογική θέση του περί «ἀλήθειας καί πραγματικότητας».

«Ἡ πλήρης ἑνοποίηση τῶν ἰδανικῶν μου μπορεῖ νά ἐπιτρέψει στούς μελλοντικούς ψυχαναλυτές νά γίνουν οἱ ρυθμιστές μιᾶς ἀλλαγῆς στήν ἱεράρχηση τῶν ἀξιῶν ὅλων τῶν ἐπιστημονικῶν κλάδων πού σχετίζονται μέ τόν ἄνθρωπο, μέσω μιᾶς μεταβολῆς τοῦ ἐπίκεντρου ἀπό τήν ἠθική τῆς ‘ἀλήθειας καί πραγματικότητας’ στήν ἐξιδανίκευση τῆς ἐνσυναίσθησης, ἀπό τήν καύχηση.. τῆς ἀσυμβίβαστης λογικότητας στήν ἐπιστημονικά ἐλεγχόμενη ἐπέκταση τοῦ Ἑαυτοῦ..».

Τό ἀπόσπασμα αὐτό διακηρύσσει ἀπερίφραστα ὅτι ἡ «ἐπιστημονική» ἐνσυναίσθηση θά πρέπει νά προηγεῖται τῆς ἀναζήτησης τῆς «ἀλήθειας καί πραγματικότητας» στήν ἐπιστήμη. Μετά τήν σταδιακή ἀπόρριψη τῆς ὀντολογικῆς Ἀλήθειας ἀπό τόν Διαφωτισμό, στήν μετανεωτερική ἐποχή ἔχουμε πλέον τόν ὑποβιβασμό καί τῆς (νεωτερικῆς) ἐπιστημονικῆς ἀλήθειας χάριν τῆς ἐπιβίωσης τοῦ Ἑαυτοῦ. Ὁ ὑποβιβασμός αὐτός ἐνδύεται τό κύρος τῆς (μετανεωτερικῆς) «ἐπιστημονικῆς» Ψυχανάλυσης (φανερή μιά ἐνδογενής ἀντίφαση περί ἐπιστημονικότητας) καί τό θεμέλιο τῶν «ἀξιῶν» παύει νά εἶναι ὑπερατομικό καί διαπροσωπικό. Τό ἐπιστημολογικό καί πολιτισμικό ἐπίκεντρο πλέον εἶναι ἡ εὐεξία τοῦ ὑποκειμενικοῦ Ἑαυτοῦ καί τῶν ἑαυτοαντικειμένων του. Στόν βωμό αὐτῆς τῆς ἱεράρχησης θυσιάζονται ἡ διαπροσωπική καί κοινωνική ἀλληλεγγύη, καθώς καί ἡ (ἐπιστημονική) ἀλήθεια. Ἀμφότερα ὑποκαθιστῶνται ἀπό τήν ἐνσυναίσθηση. Μέσα στό μεταψυχολογικό καί ἐπιστημολογικό πλαίσιο τοῦ Κόχουτ ὁ ρόλος τῆς θρησκείας-χρήσιμης-θεραπαινίδας-τοῦ-Ἑαυτοῦ προδιαγράφεται μέ σαφήνεια, τό ἴδιο καί τά ὅρια τοῦ ρόλου αὐτοῦ.

Ὁ Ράνταλ ἀναφέρει: «Ἡ θρησκευτική ἔνταση γύρω ἀπό τόν ‘Ἔνοχο Ἄνθρωπο’, δηλαδή γύρω ἀπό τήν ἁμαρτωλή ἠθική φύση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἀνάγκη του γιά μετάνοια καί ἀπολυτρωτική ἀγάπη, δέν γίνεται θετικά ἀποδεκτή ἀπό τόν Κόχουτ. Πράγματι, αὐτό τό εἶδος θρησκείας ἀντιδιαστέλλεται ἀπό τίς ἀνάγκες καί τά διλήμματα τοῦ Τραγικοῦ (σ.τ.σ. μετανεωτερικοῦ) Ἀνθρώπου καί συχνά ὑποτιμᾶται.. ὅπως θεωρεῖ ὁ Κόχουτ, ἡ θρησκεία εἶναι στήριγμα γιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ὄχι τό μέσο τῆς σωτηρίας (σ.τ.σ. τοῦ Ἑαυτοῦ)».

Στό μετανεωτερικό πλαίσιο ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας ἤ τῆς ὑπαρξιακῆς ἀστοχίας (ἁμαρτίας) προσλαμβάνει ἕναν ἀποκλειστικά ἀτομοκεντρικό καί ψυχολογικό χαρακτήρα. Ἡ «διακονία» αὐτοῦ τοῦ πλαισίου εἶναι ὁ μόνος ρόλος τῆς θρησκείας πού γίνεται ἀνεκτός καί ἐπιθυμητός ἀπό τό σύστημα. Ἔξω ἀπό τό πλαίσιο αὐτό ἡ θρησκεία «ὑποτιμᾶται καί ἀντιδιαστέλλεται» ἀπό τίς θεωρούμενες ὡς πραγματικές ἀνάγκες τοῦ μετανεωτερικοῦ Ἀτόμου. Παύει νά εἶναι «πολιτικά ὀρθή» καί ἀντιμετωπίζει τήν δυσμένεια τοῦ συστήματος ἤ ἀκόμη καί ποινικές διώξεις, κυρίως βάσει διαφόρων «ἀντιρατσιστικῶν» νόμων. Ἐπίσης ἀντιμετωπίζει τίς χρόνιες ἐπιθέσεις τῶν καθεστωτικῶν ΜΜΕ καθώς καί τῶν ἀντίστοιχων «διανοουμένων». Στήν Ἑλλάδα τῆς κρίσης τό δημόσιο ἐνδιαφέρον καί τά μοναδικά θετικά δημόσια σχόλια σχετικά μέ τήν «Ἐκκλησία»-θεσμικό-ὀργανισμό ἀφοροῦν σχεδόν ἀποκλειστικά στά συσσίτια τῶν ἐνοριῶν, στά εὐαγῆ ἱδρύματα καί στήν ἐν γένει κοινωνική δράση. Συγχρόνως τό σύστημα, «πολυμερῶς καί πολυτρόπως» ἐκπέμπει τό σῆμα: «μή διανοηθῆτε νά ξεφύγετε ἀπό τό πλαίσιο αὐτό».

Ὁ Ἑαυτός καί ἡ ἐπιβίωση-εὐεξία του ἀντιμετωπίζονται ἀπό τόν Κόχουτ ὡς οἱονεί ἀνιστορικά ζητήματα σέ μιά μᾶλλον νατουραλιστική προοπτική. Καί αὐτό κατά τήν γνώμη μου ὀφείλεται ὄχι στήν ἔλλειψη παιδείας ἤ εὐρύτητας πνεύματος, ἀλλά στήν ἱεράρχηση τῶν κριτηρίων καί τῶν προτεραιοτήτων του. Ἐνῶ συλλαμβάνει ὀρθά τήν πολιτισμική μετατόπιση τῆς ψυχοπαθολογίας ἀπό τήν νεύρωση στήν δυσλειτουργία τοῦ Ἑαυτοῦ, δέν ἑστιάζει ἐπαρκῶς στούς ἱστορικούς καί κοινωνικούς παράγοντες πού προκάλεσαν τήν σημαντική αὐτή ἀλλαγή. Παραχωρώντας τά πρωτεῖα στήν ἐνσυναίσθηση καί ὑπερτονίζοντάς την, καθιστᾶ (ἀνεπίγνωστα, νομίζω) τό ἀνθρωπολογικό θέμα τελείως ὑποκειμενικό καί ἐξατομικευμένο. Ἡ ἱστορική εἰρωνεία τοῦ πράγματος εἶναι ὅτι ὁ ψυχαναλυτής μας ἀπεβίωσε τό 1981, δηλαδή στό μεταίχμιο μεταξύ δύο πολιτισμικῶν φάσεων καί δέν ἔζησε ἀρκετά γιά να διαπιστώσει ὅτι ἡ τεχνική-ψηφιακή ἐπανάσταση τῆς μετανεωτερικότητας ὄχι μόνο δέν προάγει τήν ἐνσυναίσθηση, ἀλλά ἀντίθετα τήν περιορίζει πολύ ἔντονα! Ἡ ὑπερβολική ἐπικέντρωση τοῦ Κόχουτ στήν ἐνσυναίσθηση «βολεύει» τά μέγιστα τό μετανεωτερικό σύστημα, τό ὁποῖο ἀπό τήν ἴδια τήν φύση του μειώνει στό ἐλάχιστο τήν σημασία τῆς ἱστορικῆς ταυτότητας καί ἐπαναφέρει ἀνανεωμένη καί ἐκσυγχρονισμένη τήν (φροϋδική!) «ἀρχή τῆς (καταναλωτικῆς) ἡδονῆς».

Τέλος, ἡ ἐνσυναίσθηση σέ καμμία περίπτωση δέν μπορεῖ νά ἔχει οἰκουμενική ἐφαρμογή, ἐφόσον ἀπευθύνεται στόν δυτικό μετανεωτερικό-ψυχολογικό-ἄκρως-ἐξατομικευμένο Ἑαυτό, ὁ ὁποῖος δέν ὑφίσταται στίς κοινωνίες καί στούς πολιτισμούς πού παραμένουν προνεωτερικοί (πχ. τό μέγιστο μέρος τῆς Ἀφρικῆς, ἡ πλειοψηφία τῶν χωρῶν τοῦ μουσουλμανικοῦ κόσμου, πολλές κοινωνίες τῆς Ἀσίας κ.ἄ.).

Σκέψεις γιά τίς πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις

τοῦ θέματός μας

Ἡ λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» ἀποτελεῖ τήν νέα δυτική οὐτοπία. Κατά τόν 20ό αἰώνα κορυφώθηκαν οἱ δύο προηγούμενες δυτικές οὐτοπίες, ὁ ἐθνικισμός καί ὁ κομμουνισμός. Ἡ πρώτη διαμόρφωσε τά φασιστικά καθεστῶτα, ἡ δεύτερη τόν «ὑπαρκτό σοσιαλισμό». Καί οἱ δύο προσέλαβαν ὁλοκληρωτικό-μεσσιανικό χαρακτήρα (ἄν καί μέ ὁρισμένες δομικές διαφορές), προκάλεσαν ποταμούς αἱμάτων καί κατέρρευσαν μέσα σέ σωρούς ἐρειπίων. Μετά τήν κατάρρευση τοῦ «σοσιαλιστικοῦ» στρατοπέδου ὁ διεθνής καπιταλισμός αἰσθάνθηκε παντοδύναμος καί διάφοροι καθεστωτικοί διανοούμενοι στήν Ἀμερική ἄρχισαν νά ὀνειρεύονται τό… «τέλος τῆς Ἱστορίας» (τό ὁποῖο κατ’ ἐπέκταση σημαίνει τό τέλος τοῦ Ἀνθρώπου). Τό ἀντι-ιδεολογικό ρεῦμα ὤθησε τά πράγματα στήν ἀποθέωση τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ψηφιακῆς τεχνολογίας, ἡ διείσδυση τῆς ὁποίας στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη προσλαμβάνει πλέον συγκλονιστικές διαστάσεις.

Ἡ γνωστή δήλωση τῆς ἱέρειας τοῦ νεοφιλελευθερισμοῦ Μάργκαρετ Θάτσερ ὅτι «αὐτό πού ἀποκαλοῦμε ἀνθρώπινη κοινωνία δέν ὑπάρχει, ὑπάρχουν μόνον ἄνδρες, γυναίκες καί παιδιά», δηλαδή ὑπάρχουν μόνο μεμονωμένα ἄτομα καί ὄχι κοινωνικοί δεσμοί, ἀποτελεῖ τήν ἐπιτομή τῆς βαρβαρότητας ἀλλά καί τόν ὑπέρτατο στόχο-πόθο τῶν Ἀγορῶν. Τό μοναχικό, ἀνέστιο, ναρκισσιστικό ἄτομο εἶναι τό θεμέλιο τοῦ συστήματος, διότι καί βαθύτατα ἀνασφαλές εἶναι (συνεπῶς εὔκολα χειραγωγήσιμο), ἀλλά καί διότι πρόθυμα καταναλώνει μέχρι…τελικῆς πτώσεως γιά νά πληρώσει τό βαθύ κενό τῆς ἀπουσίας γνήσιων κοινοτικῶν δεσμῶν καί ὑπερατομικοῦ νοήματος. Ἀπό τήν στιγμή πού ἡ χριστιανική ἀγάπη καί γενικότερα ἡ ἔμπρακτη ἀλληλεγγύη θεωροῦνται «κατώτερες» ἀπέναντι στήν ἐνσυναίσθηση, τό σύστημα συρρικνώνει διαρκῶς τό κοινωνικό κράτος ἐνῶ συγχρόνως παρέχει ἄφθονο ψυχολογισμό, π.χ. μιά ἐκτεταμένη διείσδυση τῶν κινημάτων αὐτοβοήθειας, τήν δημιουργία πολλῶν κατακερματισμένων καί ἑτερόκλητων «συλλογικοτήτων» ἀντί τῶν γνήσιων κοινωνικῶν δεσμῶν κ.ἄ. Πολλές ἀπό αὐτές τίς μετανεωτερικές συλλογικότητες ἔχουν τό κοινό χαρακτηριστικό ὅτι στήν οὐσία στρέφονται κατά τῆς κοινωνίας, μέσω τῆς ὑστερικῆς προβολῆς ἑνός ἀκτιβισμοῦ, ὁ ὁποῖος διδάσκει αὐταρχικά στούς «ἰθαγενεῖς» τί εἶναι πολιτικά «ὀρθό»-ἐπιτρεπτό καί τί ὄχι: π.χ. ὁρισμένες Μή Κυβερνητικές Ὀργανώσεις, φιλοζωικοί σύλλογοι, οἰκολογικές ὀργανώσεις κ.ἄ. Ὁ κοινός τους αὐταρχικός ἀκτιβισμός συμπληρώνεται ἀπό ἀντίστοιχη νομοθεσία, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ μέ βαρειές ποινές ὅσους παραβιάσουν τήν λογική τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν. Ἡ νομοθετική συνεργασία τους μέ τίς δυτικές κυβερνήσεις (ὅπως καί ἡ πλουσιοπάροχη χρηματοδότησή τους) ἀποτελεῖ τεκμήριο τῆς συμπόρευσής τους μέ τό σύστημα. Δέν βρίσκονται σέ πραγματικό διάλογο μέ τήν κοινωνία καί τίς ἀνάγκες της, ἀποτελοῦν φορεῖς τῆς ἀκραῖα ἀτομοκεντρικῆς λογικῆς τοῦ ὕστερου χρηματιστηριακοῦ καπιταλισμοῦ, ἐνῶ ἀπορρίπτουν μέ χαρακτηριστική ἀλαζονεία τίς ὅποιες διαμαρτυρίες τῶν τοπικῶν κοινωνιῶν. Προκαλοῦν δέ συστηματικό καί προμελετημένο κοινωνικό διχασμό.

Ἡ νεωτερική ἐξατομίκευση ἔδωσε τήν θέση της στόν μετανεωτερικό ναρκισσισμό καί ἄκρο ὑποκειμενισμό. Κυριάρχησε ἡ δίψα καί συνεχής ἀναζήτηση (ἐκλαϊκευμένη και ἐκχυδαϊσμένη) αὐτοῦ πού ὁ Κόχουτ ἀποκάλεσε «ἑαυτοαντικείμενα» (selfobjects), τέτοια πού νά σταθεροποιοῦν καί νά ἐνδυναμώνουν τόν Ἑαυτό. Αὐτά μποροῦν νά εἶναι σχεδόν τό ὁ,τιδήποτε: ἀπό τό διαδίκτυο καί τά κατοικίδια ζῶα μέχρι συμμετοχή σέ κινήματα New Age καί ἀπό τόν ἀκραῖο ὑποκειμενισμό τῆς σύγχρονης τέχνης («τέχνη εἶναι ὁ,τιδήποτε ἕνας δημιουργός ἐκλαμβάνει ὡς τέτοια») μέχρι αὐταρχικά-ἀντικοινωνικά κινήματα (π.χ. σπισιστές [sic] πού βιαιοπραγοῦν καταπολεμώντας τήν “κρεοφαγία”). Ἕνας σημαντικός κοινός παρονομαστής τοῦ πολύχρωμου μωσαϊκοῦ τῶν ἑαυτοαντικειμένων εἶναι ἡ τεράστια σημασία τους γιά τό μοναξιασμένο ἄτομο, ἡ λατρευτική ἀποδοχή καί ἡ ἱερότητα μέ τήν ὁποία  περιβάλλονται.  Οἱ νομοθετικές ρυθμίσεις καί ἡ κατανομή τῶν πόρων στόν δυτικό κόσμο τείνουν ἀκριβῶς νά ἱκανοποιοῦν καί νά τροφοδοτοῦν τίς ψυχολογικές «ἀνάγκες» τῶν καταναλωτῶν γιά πολυποίκιλα ἑαυτοαντικείμενα, ἐνῶ συγχρόνως περιορίζουν δραστικά τήν ἔμμεση-ἀντιπροσωπευτική «δημοκρατία»: π.χ. μέ τήν συνεχή αὔξηση τοῦ ρόλου τῶν (μή ἐκλεγμένων) «ἀνεξάρτητων» Ἀρχῶν, ἀλλά κυρίως μέ τήν ὑποταγή τῆς πολιτικῆς στό μεγάλο διεθνές κεφάλαιο, τό ὁποῖο ἐπηρεάζει καθοριστικά ἀκόμη καί τήν ἔκβαση τῶν ἐκλογῶν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στήν ἥπειρό μας εἶναι ἡ πανίσχυρη μή ἐκλεγμένη γραφειοκρατία τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σημαντικό παράγοντα ἀπώθησης καί ὄχι ἕλξης τῶν εὐρωπαίων πολιτῶν πρός τό εὐρωπαϊκό ἐγχείρημα.

Ὁ Κόχουτ λόγω τοῦ ψυχαναλυτικοῦ σολιψισμοῦ του τροφοδότησε ἀνεπίγνωστα τήν νέα δυτική οὐτοπία, τήν ὁποία δέν ἔζησε ἀρκετά ὥστε νά τήν γευτεῖ σέ πλήρη ἄνθιση. Τό μεταψυχολογικό καί ἐπιστημολογικό πλαίσιό του δέν κατάφερε νά ξεφύγει ἀπό τήν ἱστορική δυστοκία τῆς δυτικῆς σκέψης γύρω ἀπό τήν κοινωνική ὀντολογία, καθώς ἐπίσης σχετικά μέ τήν ἰσορροπία μεταξύ ἀτόμου καί ὁμάδας, πολίτη καί κράτους, ἀτομισμοῦ καί κολλεκτιβισμοῦ (καί ὑπέρβαση αὐτῶν).

Ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση διαθέτει μακραίωνα κριτήρια καί μεθοδολογία σχετικά μέ τό κοινωνικό ἄθλημα καί τήν ὀντολογία τοῦ προσώπου-ὑποστάσεως. Τό ὑπόβαθρό της εἶναι ἀποφασιστικῆς σημασίας γιά τήν ἀπάρνηση τῆς μετανεωτερικῆς ἀτομοκεντρικῆς βαρβαρότητας καί παν-σχετικισμοῦ, καθώς καί γιά ἕνα νέο κοινωνικό πρόταγμα.  

Read More →

ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Κύριε, μέ ἔταξες νά ζῶ σέ μιά ἐποχή ὅπου σχεδόν τά πάντα μοιάζουν ἐντελῶς ἀντίθετα πρός τό ἅγιο θέλημά Σου καί πρός τίς ἐντολές Σου. Ἀκόμη καί ὁ ἀέρας πού ἀναπνέω φαίνεται νά εἶναι ἄδειος ἀπό τήν παρουσία Σου, ἐπειδή ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι σέ ἐξορίσαμε ἀπό τήν ζωή μας. Σέ παρακαλῶ λοιπόν,

-Φώτισέ με νά βιώσω ὅτι ἡ σχέση μου μαζί Σου δέν εἶναι νομικίστικη οὔτε φοβική, ἀλλά βαθύτατα ἀγαπητική

-Δίδαξέ με νά βιώσω ὅτι ἡ σωτηρία πού προσφέρεις στό ἀνθρώπινο πλάσμα Σου δέν σχετίζεται μέ μιά ἀποστειρωμένη ἐξωτερική συμπεριφορά, ἀλλά μέ τά βάθη τῆς ὑπάρξεως

 -Εὐλόγησέ με ὥστε νά γευτῶ τήν ματαιοπονία τῆς ἀναφορᾶς καί ἀναμονῆς τῶν πάντων ἀπό τόν θνητό-ἁμαρτωλό ἑαυτό μου

 -Εὐδόκησε νά γευτῶ τήν ἐσταυρωμένη ἀγάπη Σου, πού δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ στείρους συναισθηματισμούς καί ἀπομονωμένη κοινωνική ἀγαθοεργία

 -Φύλαξέ με ἀπό τήν ἀποβλάκωση τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ἠλεκτρονικῆς εἰκόνας, ὥστε νά διακρίνω στούς ἀδελφούς / ἀδελφές μου τήν δική Σου Εἰκόνα

 -Λύτρωσέ με ἀπό κάθε ναρκισσιστική περιχαράκωση στόν ἀνασφαλή καί φιλοτόμαρο ἑαυτό μου, ὥστε νά ἀποκτήσω πείρα τῆς κοινωνίας μέ Σένα καί μέ τόν συνάνθρωπο, δηλαδή τήν Εἰκόνα Σου

 -Ἀπομάκρυνε κάθε αὐτάρκεια καί ματαιοδοξία ἀπό τόν ἐσωτερικό μου κόσμο, ὥστε νά βιώσω πώς τίποτα δέν ἔχει νόημα χωρίς Ἐσένα, τό ὑπέρτατο-ἔνσαρκο Νόημα

-’Eμπέδωσε μέσα μου τήν αἴσθηση ὅτι ἡ Ἀγάπη Σου δέν μπορεῖ νά συνυπάρχει μέ τήν ἐγωκεντρική αὐτο-αγάπη μου. Ὁ ἀληθινός ἑαυτός μου βρίσκεται σέ Σένα.

Read More →

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ

Ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος Παραβάντσος

Τί εἶναι οἱ λογισμοί;

Προλεγόμενα μιᾶς σύγχρονης ἀνθρωπολογικῆς

προσέγγισης τῆς νηπτικῆς ἔννοιας τῶν λογισμῶν

Θεσ/νίκη, Νοέμβριος 2012

Ἡ ἔννοια τῶν λογισμῶν εἶναι ἡ κεντρικότερη στή νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ νήψη (sobriety) στά κείμενα αὐτά (μέ προεξάρχουσα τήν Φιλοκαλία) νοεῖται κυρίως ὡς ἡ ἀσκητική τοῦ πιστοῦ ἔναντι τῶν λογισμῶν. Ὁ ἅγ. Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος ἀναφέρει: «Νήψη εἶναι μιά μόνιμη σταθεροποίηση τοῦ λογισμοῦ (σσ. δηλαδή τοῦ νοῦ) καί στάση του στήν πύλη τῆς καρδιᾶς· βλέπει καί ἀκούει τούς κλέφτες λογισμούς νά ἔρχονται..». Ὅπως εἶναι φυσικό, ὑπάρχει πληθώρα ἀναφορῶν στό ζήτημα καί ἡ προσέγγιση τῶν λογισμῶν στά πατερικά κείμενα εἶναι πολυδιάστατη καί πολυποίκιλη. Ὁ μελετητής τους εὔκολα ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ἔννοια τῶν λογισμῶν εἶναι σύνθετη καί τό περιεχόμενό της ἀνθρωπολογικό. Προξενεῖ ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι ἀκόμη καί σήμερα, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, δέν ὑπάρχουν σύγχρονες μονογραφίες ὅπου νά ἀναλύεται τό ἀνθρωπολογικό περιεχόμενο τῶν λογισμῶν χρησιμοποιώντας τά θεωρητικά καί κλινικά κριτήρια τῶν ψυχολογικῶν ἐπιστημῶν. Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι καί ὁ λόγος πού μᾶς ὤθησε νά ἀσχοληθοῦμε εἰσαγωγικά μέ τό σπουδαῖο αὐτό θέμα, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ πρόσφορο πεδίο ἐρευνητικῆς ἐργασίας μέ σημαντικές ἐφαρμογές στήν ποιμαντική καί ἀσκητική πράξη τῆς ἐκκλησίας μας.

Πῶς ἑρμηνεύεται ὁ ὅρος «λογισμός» στή σύγχρονη λεξικογραφία; Τό Λεξικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης τοῦ Ἰωαν. Σταματάκου (σελ. 582) ἀναλύει τόν ὅρο ὡς ἑξῆς: «α. λογαριασμός, ὑπολογισμός, β. μελέτη, νοερά ἐξέτασις, σκέψις, συλλογισμός, συμπέρασμα». Τό (μονοτονικό) Λεξικό τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Γλώσσας τοῦ Γεωρ. Μπαμπινιώτη (σελ. 1019) ἑρμηνεύει: «1. (λαϊκ.) σκέψη, στοχασμός, 2. ἡ σκέψη πού ἀπασχολεῖ κάποιον ἔντονα, ἡ ἔγνοια…». Οἱ ὁρισμοί αὐτοί βεβαίως εἶναι συνοπτικοί, ἀλλά ἐντούτοις περιέχουν κάποια στοιχεῖα πού εἶναι κοινά μέ τήν νηπτική ἔννοια τοῦ ὅρου.

Τό (μοναδικό στό εἶδος του) πατρολογικό λεξικό τῆς Ὀξφόρδης (A Patristic Greek Lexicon) τοῦ G. W. Lampe παραθέτει (σελ. 806) τίς ἀκόλουθες ἔννοιες τοῦ ὅρου στήν πατερική γραμματεία: 1. συλλογισμός (argument), 2. σκέψη, ἐνέργεια τῆς φαντασίας (thought, imagining), 3. ἔννοια, ἑρμηνευτική ἀρχή (notion, principle of interpretation), 4. στάση, διάθεση (attitude, disposition), 5. λόγος, νοῦς-ψυχισμός (reason, mind), 6…, 7. ἐξομολόγηση (confession). Παρατηροῦμε ἀμέσως ὅτι στή χριστιανική γραμματεία ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου διευρύνθηκε σημαντικά σέ σύγκριση μέ τήν ἀρχαία ἑλληνική ἔννοιά του. Ἡ τελευταία αὐτή ἐπικεντρωνόταν ἀποκλειστικά στή διανοητική διάσταση τοῦ ὅρου. Κατά τή χριστιανική ἐποχή προστέθηκαν σημαντικά ἀνθρωπολογικά στοιχεῖα ὅπως ἡ φαντασία ἤ σύνθετα ψυχικά φαινόμενα ὅπως ἡ στάση καί ἡ διάθεση. Στίς μέρες μας ἐπικρατεῖ σύγχυση γύρω ἀπό τόν ὅρο, πού ἡ πλειοψηφία τόν ταυτίζει λαθεμένα μέ τήν ἁπλή σκέψη.

Ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός διακρίνει τίς ἑξῆς κατηγορίες λογισμῶν: «..ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν λογισμοί: ὁ ἀνθρώπινος, ὁ δαιμονιώδης καί ὁ ἀγγελικός. Ὁ ἀνθρώπινος εἶναι ἡ ἁπλή ἔννοια πού ἔρχεται στό νοῦ, π.χ. ἄνθρωπος, χρυσάφι ἤ κάποιο ἄλλο αἰσθητό κτίσμα. Ὁ δαιμονιώδης εἶναι σύνθετος ἀπό νόημα καί πάθος. Γιά παράδειγμα, ἡ ἔννοια “ἄνθρωπος”, ὅταν συνδέεται μέ παράλογη φιλία… ἤ πάλι μέ ἄκριτο μίσος, δηλαδή μνησικακία ἤ κατάκριση. Ὅμοια, ἡ ἔννοια τοῦ χρυσοῦ, ὅταν συνδέεται μέ τή φιλαργυρία… Ὁ ἀγγελικός τέλος λογισμός εἶναι ἡ ἀπαθής θεωρία τῶν πραγμάτων, δηλαδή ἡ ἀληθινή γνώση..». Ἡ προέλευση τῶν λογισμῶν εἶναι ποικίλη καί πηγάζει εἴτε ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση εἴτε ἀπό τούς δαίμονες εἴτε ἀπό τή Θεία Χάρη. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται ὑπό τήν ἐπήρεια τῶν παθῶν ἀκόμη καί οἱ ἀνθρώπινοι λογισμοί τείνουν νά ἀλλοιώνονται ἀπό τούς ἐμπαθεῖς-δαιμονιώδεις.

Ὡς ἀνθρώπινοι θεωροῦνται οἱ λογισμοί ἐκεῖνοι πού δέν περιέχουν ψυχική φόρτιση, θετική ἤ ἀρνητική, πρός τό ἀντικείμενό τους. Ἀντικείμενο τῶν λογισμῶν μπορεῖ νά εἶναι ὁ,τιδήποτε: πρόσωπο, πράγμα, ἔννοια ἤ κατάσταση. Ὡς φόρτιση ἐννοοῦμε τήν θετική ἤ ἀρνητική στάση, διάθεση, θέληση, προαίρεση καί, κυρίως, ἐπιθυμία. «Κάθε πράξη ξεκινᾶ ἀπό τήν ἐπιθυμία καί κάθε ἐπιθυμία ἀπό τόν λογισμό. Γι’ αὐτό πρέπει νά προσπαθήσουμε νά ἀποσπάσουμε τόν ὀφθαλμό τῆς ψυχῆς ἀπό τά μάταια καί νά ἔχουμε τήν καρδιά μας γεμάτη καλούς λογισμούς, γιά νά μή μείνη σέ αὐτήν χῶρος γιά τούς κακούς». Ἡ σύνδεση λογισμῶν καί ἐπιθυμίας εἶναι στενότατη καί ἀμφίδρομη. Οἱ λογισμοί ἄλλοτε ἐξάπτουν προϋπάρχουσες ἐπιθυμίες, οἱ ὁποῖες ἐνδέχεται νά εἶναι λανθάνουσες (latent)-ἀνεπίγνωστες σέ μᾶς. Ἄλλοτε πάλι πιέζουν τόν νοῦ καί τήν καρδιά-θέληση-ἀγαπητική δύναμη νά στραφοῦν σέ ὁρισμένο ἀντικείμενο, μέ σκοπό νά δημιουργήσουν ἐμπαθῆ προσκόλληση στόν ἐσωτερικό μας κόσμο καί ἐμπλοκή στόν πνευματικό ἀγώνα. Ἀγωγός τῆς δημιουργίας λογισμῶν εἶναι πάντοτε οἱ αἰσθήσεις. «Οἱ λογισμοί πού διά τῶν αἰσθήσεων  εἰσέρχονται στήν καρδιά ἀπό τά εὐχάριστα καί τερπνά ἐρεθίσματα καί ἐξάπτουν τήν ἐπιθυμία, εἶναι βαθιά ριζωμένοι μέσα μας καί ἔχουν τήν ἴδια μ’ ἐμᾶς ἡλικία, διότι ξεκινοῦν ἀπό τίς αἰσθήσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐνεργοποιημένες ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς μας». Ἐξ οὗ καί ἡ μεγάλη ἀσκητική δυσκολία πού παρουσιάζει ἡ νηπτική πάλη μέ τούς λογισμούς. Χαρακτηριστικό εἶναι τό παράδειγμα ἀπό τή ζωή τοῦ ἁγ. Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη: «Μιά φορά μοῦ ἦρθε ὁ λογισμός ν’ ἀγοράσω λίγα φρέσκα ψάρια… Ὁ λογισμός μέ παρέσυρε σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε καί στήν ἐκκλησία, τήν ὥρα τῆς λειτουργίας, εἶχα τά ψάρια στό νοῦ μου. Τότε κατάλαβα μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ πώς αὐτό ἦταν ἐνέργεια τοῦ ἐχθροῦ (σ.σ. διαβόλου)… Τρεῖς μέρες βασανιζόμουν ἀπ’ αὐτό τό λογισμό καί μόλις πού κατόρθωσα νά ἀπελευθερωθῶ μέ τήν προσευχή καί τά δάκρυα. Τόσο δύσκολο εἶναι νά παλαίψης ἀκόμα καί μέ τέτοιους μηδαμινούς λογισμούς».

 Ἐκτός ἀπό τήν θεμελιώδη σχέση λογισμῶν καί ἐπιθυμίας, μία ἄλλη σημαντικότατη διάσταση τοῦ θέματος εἶναι ἡ σχέση λογισμῶν καί φαντασίας. Εἶναι τόσο στενή ἡ σχέση αὐτή πού, ὅπως διαπιστώσαμε ἤδη, τό πατρολογικό λεξικό ταυτίζει μιά ἀπό τίς ἔννοιες τῶν λογισμῶν μέ τήν ἐνέργεια τῆς φαντασίας. «Ὅταν μή δυνηθῇ τήν μνήμην κινῆσαι ἐν τῇ προσευχῇ ὁ φθονερός δαίμων, τότε τήν κρᾶσιν τοῦ σώματος ἐκβιάζεται εἰς τό ποιῆσαι ξένην τινά φαντασίαν τῷ νῷ καί μορφῶσαι αὐτόν» (Ὅταν ὁ φθονερός δαίμονας δέν μπορέσει νά διαταράξει τήν προσευχή μας φέρνοντας στόν νοῦ διάφορες ἀναμνήσεις, τότε πιέζει τόν ὀργανισμό μας ὥστε νά προκαλέσει κάποια ἀλλόκοτη φαντασίωση στόν νοῦ μας καί νά τόν διαμορφώσει ἀνάλογα). Ἐξαιρετική γιά τό θέμα τῆς φαντασίας παραμένει ἡ ἀνάλυση τοῦ ἀρχιμανδρίτη Σωφρονίου στό βιβλίο του γιά τόν ἅγιο Σιλουανό. Ἀφιερώνει ὁλόκληρο κεφάλαιο μέ τίτλο «Τά εἴδη τῆς φαντασίας καί ὁ ἀγώνας ἐναντίον της». «Ἡ πνευματική προσευχή δέν εἶναι οὔτε καλλιτεχνική δημιουργία, οὔτε ἐπιστημονική ἐργασία, οὔτε φιλοσοφική ἔρευνα καί στοχασμός, οὔτε ἀφηρημένη διανοητική θεολογία.. Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν διάφορες μορφές ἐκδηλώσεως τῆς φανταστικῆς ἐνέργειας (σσ. imagining) τοῦ ἀνθρώπου…πού πρέπει νά τίς ξεπεράσουμε, γιατί ἀλλιῶς εἶναι ἀδύνατο νά φτάσουμε στήν τέλεια προσευχή, τήν αὐθεντική θεολογία καί τήν ἀληθινά θεάρεστη ζωή». Ποιά εἶναι ὅμως τά εἴδη τῆς φαντασίας πού, μέσω τῶν λογισμῶν, ἀλλοιώνουν τήν πνευματική πορεία τοῦ χριστιανοῦ; Τό πλέον συνηθισμένο εἶδος ἀφορᾶ στά σωματικά πάθη καί στίς φαντασιώδεις εἰκόνες τους στόν νοῦ. «Ὁ ἀσκητής παλαίβει πρῶτα-πρῶτα μ’ ἐκεῖνο τό εἶδος τῆς φαντασίας πού συνδέεται μέ τήν ἐνέργεια τῶν χονδρῶν σαρκικῶν παθῶν. Γνωρίζει πώς κάθε πάθος ἔχει τή μορφή του ἐπειδή ἀνήκει στή σφαίρα τοῦ κτιστοῦ κόσμου, πού ἀναπόφευκτα ὑπάρχει στήν α ἤ β μορφή καί παρέχει τήν α ἤ β εἰκόνα… Τό ἄλλο εἶδος φαντασίας μέ τό ὁποῖο παλαίβει ὁ ἀσκητής ὀνομάζεται συνήθως ὀνειροπόληση-ρεμβασμός.. (σσ. Τό τρίτο εἶδος ἀφορᾶ) τήν ἱκανότητα τῆς μνήμης καί τῆς παραστάσεως.. τότε ὁ νοῦς ἀναζητεῖ μέ τή νόηση τή δυνατότητα ἔμπρακτης πραγματοποιήσεως τῆς α ἤ β ἰδέας.. Τέλος, ἕνα ἀκόμη εἶδος φαντασίας.. εἶναι οἱ ἀπόπειρες τοῦ λογικοῦ νά διεισδύση στά μυστήρια τοῦ εἶναι καί νά συλλάβη τόν Θεῖο κόσμο». Διαπιστώνουμε ὅτι ἡ τεράστια σημασία πού ἀποδίδει ἡ ὀρθόδοξη ἀσκητική παράδοση στό θέμα τῶν λογισμῶν ἔχει ἐξαιρετικό ἀνθρωπολογικό βάθος καί περιλαμβάνει τίς σπουδαιότερες ὀντολογικές σταθερές ὅπως ἡ ἐπιθυμία ἤ ἡ θέληση. Ὁ χριστιανός «..ζητεῖ τόν Ποιητή του Θεό στό ὑπερβατικό Εἶναι Του. Γι’ αὐτό στήν πράξη τῆς νοερῆς προσευχῆς ἀγωνίζεται ἐναντίον μυριάδων εἰκόνων κάθε εἴδους: ἐναντίον τῶν ἐποπτικῶν, ὅσων ἔχουν δηλαδή τήν α ἤ β ἐξωτερική μορφή, περίγραμμα, ἔκταση στό χῶρο ἤ τό χρόνο, χρῶμα κλπ., καί ἐναντίον τῶν διανοητικῶν εἰκόνων, δηλαδή τῶν ἐννοιῶν· ἀγωνίζεται ἐναντίον τους, γιά νά προσεύχεται στό Θεό γυμνός ἀπό κάθε τι, “ἐνώπιος ἐνωπίῳ”, πρόσωπο πρός Πρόσωπο”.

Ψυχολογική θεώρηση

Μποροῦμε νά ἐξετάσουμε τήν μακραίωνη αὐτή ἀσκητική ἐμπειρία καί δογματική συνείδηση ἀπό τήν ἄποψη τῆς σύγχρονης κλινικῆς θεωρίας καί πράξης; Πιστεύουμε πώς αὐτό μπορεῖ νά γίνει, στόν βαθμό πού δέν ἐπιχειρεῖ νά ἑρμηνεύσει ψυχολογικά εἴτε τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (κατ’ οὐσίαν τήν Θεία Χάρη) εἴτε τίς κτιστές τῶν δαιμόνων (ἐκπεσμένων πνευμάτων), πράγμα πού ἄλλωστε βρίσκεται πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἐπιστήμης. Θά ἐπικεντρωθοῦμε στήν ἀνθρωπολογική πλευρά τῶν λογισμῶν.

Ἡ γνωστική (cognitive) διάσταση τῶν λογισμῶν. Ξεκινοῦμε ἀπό τό ζήτημα αὐτό ἐπειδή εἶναι καί τό πλέον προφανές ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα μας. Αὐτό φαίνεται κατ’ ἀρχήν ἀπό τούς ποικίλους ὁρισμούς τῶν λογισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπικεντρώνονται γύρω ἀπό τίς ἔννοιες «ἐπίμονη σκέψη, μελέτη, νοερή ἐξέταση» κ.ἄ. Γιά τή γνωστική ψυχολογία ἡ ἀνθρώπινη «συμπεριφορά δέν προσδιορίζεται ἁπλῶς καί μόνο ἀπό τίς προφανεῖς ἰδιότητές της, ἀλλά ἀπαιτεῖ ἑρμηνεία στό ἐπίπεδο τῶν ψυχικῶν γεγονότων, τῶν ψυχικῶν παραστάσεων, πεποιθήσεων, προθέσεων κλπ». Στήν πατερική ἀνάλυση τοῦ θέματος τονίζεται ὅτι οἱ λογισμοί συνοδεύονται ἀπό ψυχικές (ἀνα)παραστάσεις (ἐποπτικές εἰκόνες), οἱ ὁποῖες ἔχουν σχῆμα, χρῶμα, ἔκταση, ἐφόσον προέρχονται ἀπό τόν κτιστό κόσμο. Ἐπίσης οἱ λογισμοί ἔχουν ὡς τελικό σκοπό νά διαμορφώσουν τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά μέσω τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας, ἡ ὁποία διεγείρεται ἀπό τίς παραστάσεις αὐτές μέσω τῆς φαντασίας. Συνεπῶς ἔχουμε τήν ἀκόλουθη ἀλληλουχία: εἴσοδος ἀπέραντης ποικιλίας ψυχοσωματικῶν ἐρεθισμάτων μέσω τῶν αἰσθήσεων, νοερή μελέτη καί προσέλκυση τῆς προσοχῆς τοῦ νοῦ-πνεύματος στίς ἀναπαραστάσεις τῶν (ἐμπαθῶν-ἐνήδονων) ἐρεθισμάτων ἤ/καί ἀναμνήσεων, σχηματισμός τῶν λογισμῶν, διέγερση τῆς ἐπιθυμίας, διαμόρφωση τῆς θελήσεως ἀπό τήν ἐπιθυμία, ἐνεργός συμπεριφορά-διάπραξη τοῦ πάθους. Βεβαίως ἡ ἀλληλουχία αὐτή εἶναι περιγραφική καί δέν ἀποτελεῖ «ἀμετάθετο φυσικό νόμο».

Σχετικά μέ τό γνωστικό στοιχεῖο εἶναι σαφές ὅτι ἡ νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖ πώς κατά τήν πάλη μέ τούς λογισμούς παλεύει ὁ νοῦς τοῦ χριστιανοῦ μέ τόν νοῦ τῶν πεπτωκότων πνευμάτων. «Παλαίβει νοῦς μέ νοῦ.. ὁ νοῦς μας μέ τό νοῦ τοῦ ἐχθροῦ.. Ὁ ἐχθρός ἔπεσε ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τή φαντασία κι ἐκεῖ μᾶς τραβᾶ κι ἐμᾶς… Νά πολεμᾶς τούς ἐχθρούς μέ τήν ταπείνωση. Ὅταν δῆς πώς κάποιος ἄλλος νοῦς παλαίβει μέ τό νοῦ σου, νά ταπεινώσης τόν ἑαυτό σου καί θά πάψη ὁ πόλεμος». Ὁ στόχος τῶν δαιμόνων εἶναι νά κυριαρχοῦν τά πάθη στόν ἄνθρωπο. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιά παραμορφωμένη, συγκεχυμένη καί φθοροποιό εἰκόνα-βίωμα-λειτουργία σχετικά μέ τόν ἑαυτό του, τόν συνάνθρωπο, τή δημιουργία καί τόν Θεό. Ἡ συγκλονιστική αὐτή πάλη τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ μέ τόν δαιμονικό συνιστᾶ μεταξύ ἄλλων καί γνωστική πάλη, δηλαδή ἀγώνα γιά τό εἶδος τῆς γνώσεως πού θά ἐπικρατήσει ἐντός μας: εἴτε ἡ «γνώση» τῶν παθῶν εἴτε ἐκείνη τῆς Χάριτος. «Οἱ λογισμοί, ἄλλοι διακόπτουν καί ἄλλοι διακόπτονται. Διακόπτουν οἱ πονηροί λογισμοί τούς ἀγαθούς. Καί διακόπτονται ἀπό τούς ἀγαθούς, οἱ πονηροί λογισμοί.. Γιά παράδειγμα· ἔχω ἕνα λογισμό φιλοξενίας γιά χάρη τοῦ Κυρίου, ἀλλά ὁ λογισμός αὐτός μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ διαβόλου διακόπτεται, γιατί ὁ πονηρός μοῦ ὑποβάλλει νά φιλοξενήσω γιά χάρη τῆς φιλοδοξίας. Ἀντίθετα, ἔχω λογισμό φιλοξενίας γιά νά ἐπιδειχθῶ στούς ἀνθρώπους. Ἀλλά ἔρχεται καλύτερος λογισμός καί τόν διακόπτει κατευθύνοντας τήν ἀρετή τῆς φιλοξενίας στόν Κύριο..».

Τό ζήτημα τῆς ἐπιθυμίας καί τῆς φαντασίας. Ἡ Καινή Διαθήκη χρησιμοποιεῖ τό ρῆμα ἐπιθυμεῖν 16 φορές καί τό οὐσιαστικό ἐπιθυμία 38 φορές, ἄλλοτε μέ τή σωτηριολογική καί ἄλλοτε μέ τήν ἐμπαθή ἔννοια τοῦ ὅρου. «Ἡ ὑπέρτατη τελειότητα γιά τόν βουδισμό εἶναι ἡ “κατάπνιξη τῆς ἐπιθυμίας”. Πόσο μακριά ἀπ’ αὐτό τό ὄνειρο βρίσκονται οἱ ἄνθρωποι τῆς Βίβλου.. ἡ Βίβλος εἶναι γεμάτη ἀπό τήν ταραχή καί τή διαμάχη πού προκαλεῖ κάθε μορφή ἐπιθυμίας… Στή ρίζα κάθε ἐπιθυμίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει ἡ οὐσιαστική του ἔνδεια καί ἡ βασική του ἀνάγκη νά κατέχει τή ζωή μέσα στήν πληρότητα καί στήν ἀνάπτυξη τῆς ὑπάρξεώς του». Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο ἐκφράζει τήν ἔντονη ἐπιθυμία Του νά συμφάγει μέ τούς μαθητές Του: «ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τό πάσχα φαγεῖν μεθ’ ὑμῶν πρό τοῦ με παθεῖν» (Λουκ. 22:15). Ἡ ἐπιθυμία ἀποτελεῖ ὀντολογική σταθερά, δηλαδή θεμελιώδη ὅρο καί προϋπόθεση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. «Οἱ ρίζες τῆς ἐπιθυμίας χάνονται στίς πρῶτες ἐμπειρίες τοῦ παιδιοῦ, ὅταν αὐτό ἱκανοποιεῖ τίς βιολογικές του ἀνάγκες…καί δέχεται τήν ἀγάπη τῆς μητέρας, χωρίς νά τά ἔχει ζητήσει, ἀφοῦ στερεῖται ἀκόμη τοῦ λόγου… Τό μνημονικό ἴχνος αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας ἐγωκεντρικότητας καί παντοδυναμίας συντηρεῖ μιά διαρκή νοσταλγία τῆς καταστάσεως ἐκείνης, στήν ὁποία τό παιδί ἀποτελεῖ “τό μοναδικό ἀντικείμενο ἐπιθυμίας τοῦ Ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἱκανοποιεῖ τίς ἀνάγκες του… Τό ὑποκείμενο ζητάει ἀκατάπαυστα , χωρίς περιορισμούς, τήν (συνεχή) παρουσία καί ἀγάπη τοῦ Ἄλλου, πράγμα ἀδύνατον νά ἐκπληρωθεῖ”».

Κάθε προσπάθεια ἀποφυγῆς καί παράκαμψης τῶν οὐσιαστικῶν ἐρωτημάτων καί περιπετειῶν τῆς ἐπιθυμίας διαστρέφει καί ἐγκλωβίζει τόν ἄνθρωπο. Σέ περιόδους θεολογικῆς παρακμῆς τῆς ἐκκλησίας ἐμφανίστηκαν ὁρισμένες ἀσκητικές τάσεις, οἱ ὁποῖες συνέχεαν τήν ἐπιθυμία καί τό φυσικό θέλημα μέ τά πάθη. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν τά μέλη τῶν ὁμάδων αὐτῶν νά ἀγωνίζονται γιά τή συντριβή τῆς ἐπιθυμίας καί τοῦ φυσικοῦ θελήματος, μέ ἀποτέλεσμα εἴτε τήν βαρειά ψυχοπαθολογία εἴτε τήν ἀποκοπή ἀπό τό Σῶμα τῆς ἐκκλησίας καί τήν ἐκκοσμίκευση. Ἄλλωστε ἡ ἐκκοσμίκευση ἔλαβε στή Δύση μαζικό καί κοσμοϊστορικό χαρακτήρα ἔχοντας, μεταξύ ἄλλων, ὡς αἰτία καί τήν θεμελιώδη αὐτή ἀνθρωπολογική σύγχυση. Ἀκόμη καί πολιτισμικές ἤ κοινωνικές ἐξελίξεις ἐντελῶς πρόσφατες, ὅπως ἡ «σεξουαλική ἐπανάσταση» ἤ ἡ ἐξέγερση τοῦ Μάη 1968 στή Γαλλία, δηλώθηκαν ρητά ἀπό τούς διανοητικούς πρωτεργάτες τους ὡς ἐξεγέρσεις τῆς ἐπιθυμίας. Αὐτό εἶναι καί τό θεμελιῶδες ἀνθρωπολογικό καί κοινωνικό χαρακτηριστικό τῆς μετανεωτερικῆς ἐποχῆς μας. «Τό ἄτομο ἐνδέχεται νά προσπαθήσει νά ζήσει σέ κατάσταση παραίτησης ἤ νά χάσει τόν ἑαυτό του στίς ποικίλες ἀπολαύσεις πού τοῦ προσφέρονται· ἀλλά ὅσο κι ἄν προσπαθήσει, γνωρίζει πώς ἡ ἀνυπαρξία ἐπιθυμίας, ἡ ἐξάλειψη κάθε ἐπιθυμίας εἶναι ἔνα ἀκατόρθωτο ὄνειρο…Τό σύνολο τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας ὠθεῖται ἀπό τήν ἐπιθυμία».

Πῶς ὅμως παρεμβάλλεται ἡ φαντασία στήν ἐπιθυμία; «…ἀπό τή στιγμή πού ἡ ἀγάπη στό ξεκίνημα τῆς ζωῆς φανερώθηκε μέ ὅρους σωματικῆς φροντίδας, ἄρχισαν πλέον ἀνεπιστρεπτί νά διαπλέκονται αἴτημα (σσ. ἀπεριόριστης ἀγάπης), ἐπιθυμία καί ὁρμή. Ἡ ἐπιθυμία ἐμφανίζεται μέ ὅρους τῆς ὁρμῆς… δέν ὑπάρχει ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας ἀλλά τό δανείζεται ἀπό τήν ὁρμή.. Ὁ τρόπος δια τοῦ ὁποίου τό ἀντικείμενο τῆς ὁρμῆς μεταμφιέζεται σέ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας εἶναι ἡ φαντασίωση. Περιεχόμενό της ἀποτελεῖ τό ἀντικείμενο τῆς σωματικῆς ὁρμῆς ἤ τῆς ναρκισσιστικῆς λίμπιντο (σεξουαλικό, γευστικό, δόξα, δύναμη, χρήματα κ.ἄ.)..». Σ’ αὐτή τή διαπλοκή ἐπιθυμίας καί ὁρμῆς ἔγκειται τό μεταπτωτικό πρόβλημα, δηλαδή ἡ διαστροφή τῆς ἐπιθυμίας. «Ἐπειδή ἡ ἐπιθυμία εἶναι κάτι οὐσιαστικό καί ἀνεκρίζωτο, μπορεῖ νά ἀποτελέσει γιά τόν ἄνθρωπο ἕνα μόνιμο καί ἐπικίνδυνο πειρασμό» ὅταν δέν χαλιναγωγεῖται ἀπό τήν ἄσκηση. «Ἡ φαντασίωση συχνά εἶναι συνειδητή, συχνότερα ἀσυνείδητη. Λειτουργία της εἶναι νά χαρίζει τήν αἴγλη στίς ἀπολαύσεις (σωματικές ἤ ναρκισσιστικές), πού τίς καθιστᾶ τόσο ἑλκυστικές… (σσ. Οἱ πρωτόπλαστοι) εἶχαν δεῖ πολλές φορές τό δένδρο, ἀλλά τώρα τό ἔβλεπαν μέ ἄλλη ἐπένδυση, σάν νά τό ἀντίκρυζαν γιά πρώτη φορά. Εἶχε προηγηθεῖ τό ὅραμα τῆς ναρκισσιστικῆς ἀπολαύσεως..». Ἡ ὅραση εἶναι ὁ κορυφαῖος δίαυλος τῆς φαντασίωσης. Ἐξ οὗ καί ἡ τεράστια σημασία τῆς εἰκόνας στόν σύγχρονο πολιτισμό, πού ἐπενδύει ἀμύθητα ποσά σ’ αὐτήν.

Ἡ σχέση λογισμῶν καί ψυχοπαθολογίας

Ἀπό τή συνοπτική παρουσίαση τοῦ θέματος δέν θά μποροῦσε νά ἀπουσιάζει τό ζήτημα τῆς σχέσης λογισμῶν καί ψυχικῆς διαταραχῆς. Εἶναι γνωστό ὅτι μέχρι τόν 19ο αἰώνα (ὁπότε ξεκίνησε ἡ δημιουργία τῆς σύγχρονης ψυχολογίας-ψυχιατρικῆς) οἱ ψυχικές διαταραχές θεωροῦντο θρησκευτικά φαινόμενα σέ ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς προνεωτερικούς πολιτισμούς. Στή Δυτική Εὐρώπη ἡ θεώρηση τῆς ψυχικῆς διαταραχῆς ὡς ἀσθένειας τῆς φύσεως προχώρησε μέ βραδεῖς ρυθμούς κατά τόν 19ο αἰ. καί μέ ταχύτατους κατά τόν 20ό . Δυστυχῶς ἀκόμη καί σήμερα ἕνα σημαντικο ποσοστό ἐκκλησιαστικῶν στελεχῶν καί πιστῶν ἐξακολουθεῖ νά συγχέει τά ἐφάμαρτα πάθη μέ τίς ψυχικές διαταραχές (θεωρώντας τά πρῶτα ὡς ἀποκλειστικά αἴτια τῶν δεύτερων), συνεχίζει νά θεωρεῖ ἐσφαλμένα ὅτι τά παθολογικά συμπτώματα ἔχουν τήν προέλευσή τους στούς ἐμπαθεῖς λογισμούς. Ποῦ ὀφείλεται αὐτή ἡ στάση; «Κατά κανόνα, ἡ χρησιμοποιούμενη ἀνθρωπολογική ὁρολογία τῆς Ἐκκλησίας μας προέρχεται ἀπό τούς Μέσους Χρόνους ἤ καί παλαιότερα, εἶναι δηλαδή προνεωτερική (premodern). Χρησιμοποιεῖ ὅρους μέ ἔντονο νεοπλατωνικό παρελθόν (π.χ. παθητικό ἤ θυμοειδές μέρος τῆς ψυχῆς) ἤ ἄλλους πού εἶναι δυσνόητοι στόν σύγχρονο ἄνθρωπο (π.χ. λογισμοί), καθώς δέν παρουσιάζουν παρά ἐλάχιστη ἀντιστοιχία μέ τίς προσλαμβάνουσες..παραστάσεις του…Αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο. Οἱ ἱστορικές περιπέτειες τῶν ὀρθοδόξων λαῶν δέν τούς ἐπέτρεψαν νά διαλεχθοῦν μεθοδικά..μέ τήν νεωτερικότητα, ἔτσι ὥστε νά διαμορφώσουν δική τους συγκροτημένη πολιτισμική καί ἀνθρωπολογική ἀντιπρόταση». Ὧστε οἱ λόγοι εἶναι ἱστορικοί καί πολιτισμικοί. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ σύγχυση φυσικῆς ἐνέργειας καί γνωμικοῦ θελήματος (προαιρέσεως) στόν ἄνθρωπο. Τό νόημα τῆς ἁμαρτίας ἔγκειται στήν κακή χρήση-ἀστοχία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας-γνωμικοῦ θελήματος-προαιρέσεως. Ἀντίθετα, τά φυσικά ψυχοσωματικά ἐνεργήματα ἀποτελοῦν ὀντολογικά πρωτογενεῖς ἐκδηλώσεις τῆς φύσεως καί ἡ ποιότητά τους διαμορφώνεται ἀπό τήν βιολογική κληρονομικότητα καί ἀπό τήν ποιότητα τῆς παρεχόμενης φροντίδας καί τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων τοῦ οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντος. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἐπιλέξει κανέναν ἀπό τούς δύο αὐτούς κρίσιμους παράγοντες, οὔτε τήν κληρονομικότητα οὔτε τούς γονεῖς καί οἰκείους του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ φυσικές ψυχοσωματικές ἐνέργειες δέν σχετίζονται μέ τήν προαίρεση (ἦθος) τοῦ ἀτόμου καί συνεπῶς δέν ὑπόκεινται στήν ποιμαντική τῆς ἐκκλησίας, ἀλλά στόν βαθμό πού πάσχουν-δυσλειτουργοῦν, ἀντιμετωπίζονται ἀπό τούς εἰδικούς. Οἱ ψυχικές διαταραχές ἀποτελοῦν νόσους τῶν φυσικῶν ἐνεργημάτων καί συνήθως δέν προέρχονται ἀπό ἐφάμαρτους λογισμούς. Ἡ σύγχυση φυσικῶν ἐνεργειῶν καί γνωμικοῦ θελήματος εἶναι σύγχυση ὀντολογίας (ἤ ψυχολογίας, πού ἀποτελεῖ τήν ὀντολογική προβολή στήν καθημερινότητα) καί ἠθικῆς. Αὐτό βέβαια ὀφείλεται καί στό γεγονός ὅτι ἡ διάκριση αὐτῶν τῶν ἀνθρωπολογικῶν παραγόντων εἶναι σέ πολλές περιπτώσεις ἰδιαίτερη λεπτή καί δυσχερής.

Πολύ διαφωτιστικά εἶναι διάφορα συγκεκριμένα παραδείγματα γιά τή σχέση λογισμῶν καί ψυχοπαθολογίας, πού παρουσιάζει ὁ π. Β. Θερμός σέ παλαιότερη μελέτη του. «Τό μίσος πού ὁ παρανοϊκός ἄρρωστος αἰσθάνεται πρός τούς φανταστικούς διῶκτες του διαφέρει ριζικά ἀπό τό μίσος ὡς πνευματικό μέγεθος πού αἰσθάνεται κάποιος πρός ἐκεῖνον πού γίνεται ἐμπόδιο στίς ἄνομες ἐπιθυμίες του ἤ στούς ναρκισσιστικούς του στόχους.. Οἱ διωκτικές ἰδέες δέν ἀποτελοῦν “κακούς λογισμούς”. Ἡ θλίψη τοῦ καταθλιπτικοῦ, ἐπίσης, ἀποτελεῖ μιά πρωτογενή διαταραχή τοῦ συναισθήματος καί διαφέρει σαφῶς ἀπό τή θλίψη τῆς ἀκηδίας ἤ τήν φυσιολογική θλίψη ἐκείνου πού ματαιώνεται ἤ πληγώνεται. Οἱ τελευταῖες εἶναι πνευματικῆς τάξεως καί ἐκπορεύονται ἀπό τήν πνευματική ἀμέλεια καί τό πάθος τῆς φιλαυτίας. Ὁμοίως καί τό ἄγχος τοῦ μεθοριακοῦ ἀσθενοῦς ὡς πρός τήν ἐγκατάλειψη δέν ὀφείλεται σέ ὀλιγοπιστία, ἀλλά σέ πρωτογενή ἀποτυχία τῆς συναισθηματικῆς καί ἀναπαραστατικῆς λειτουργίας τῆς ἐσωτερικεύσεως τοῦ μητρικοῦ ἀντικειμένου. Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ προκλητικότητα τῆς γυναίκας μέ ὑστερική δομή προσωπικότητας δέν ὀφείλεται στό πάθος τῆς φιληδονίας (μόνο), ἀλλά στό γεγονός ὅτι γνωρίζει μόνο αὐτόν τόν τρόπο νά ρυθμίζη τήν ναρκισσιστική της ἰσορροπία..».

Ἐνῶ μορφολογικά τά συμπτώματα τῆς ψυχικῆς παθολογίας μοιάζουν μέ λογισμούς, ἡ βαθύτερη αἰτιολογία καί ποιότητά τους παραπέμπει σέ ριζικά διαφορετική ἀξιολόγηση. Ὁ ὑπερτονισμός τοῦ θείου δώρου τῆς ἐλευθερίας στόν ἄνθρωπο (δηλαδή τοῦ αὐτεξουσίου), ἡ ἀπουσία συστηματικοῦ διαλόγου μέ τά ἐπιτεύγματα τῆς νεωτερικότητας καί ἡ ἔντονη ἐξιδανίκευση τῶν ἁγίων (σέ σημεῖο πού ὁρισμένες φορές ἔχει κανείς τήν αἴσθηση ὅτι πρόκειται γιά ὑπερανθρώπους), δημιούργησαν σέ ἀρκετά μέλη τῆς ἐκκλησίας τήν ἐντύπωση πώς μπορεῖ κανείς μέσω τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καί τῆς Χάριτος νά τροποποιεῖ καί νά διαμορφώνει τά βιώματά του καί τόν χαρακτήρα του κατά τό δοκοῦν. Πρόκειται γιά θεμελιώδη πλάνη, ἡ ὁποία συγχέει τήν φύση μέ τό πρόσωπο. Κανείς δέν μπορεῖ νά…διατάξει (!) ἤ νά ἀπαιτήσει ἀπό τόν ἑαυτό του νά ἀλλάξουν τά συναισθήματα, οἱ ἐπιθυμίες ἤ ἡ δομή τοῦ χαρακτήρα του. Ἡ ψυχοπαθολογία ἀποτελεῖ περιορισμό τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου καί στό πλαίσιο αὐτό θά πρέπει νά κινεῖται φιλάνθρωπα ἡ ποιμαντική τῆς ἐκκλησίας μας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὅμως ἀκόμη καί ἡ βαρύτερη ψυχοπαθολογία δέν ἐξαλείφει ποτέ τή μοναδικότητα τοῦ προσώπου, οὔτε ἐκμηδενίζει τό αὐτεξούσιό του καί σ’ αὐτό ἔγκειται τό μεγαλεῖο τοῦ «κατ’ εἰκόνα» καί ἡ ἐσχατολογική ἐλπίδα μας, διαρκῶς παροῦσα στή ζωή τῆς Εὐχαριστίας.

Read More →