ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ

Posted on 6 Δεκεμβρίου, 2022

Home ΑΡΘΡΑ Άρθρα ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ

Ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος Παραβάντσος

Τί εἶναι ὁ Ἑαυτός καί γιατί εἶναι

σημαντικός στήν ποιμαντική καθοδήγηση

Εἰσήγηση στό ἐτήσιο συνέδριο πνευματικῆς πατρότητας

Βόλος, 13-2-2015

Σεβασμιώτατε, ἀγαπητοί πατέρες καί σύνεδροι, τό θέμα τῆς εἰσηγησεώς μου ἔχει ἄμεση σχέση μέ τόν σύγχρονο τύπο πολιτισμοῦ, στόν ὁποῖο ἡ ἀνεξιχνίαστη Πρόνοια τοῦ Θεοῦ εὐδόκησε νά ζοῦμε. Ὁ κάθε πολιτισμός δημιούργησε ἱστορικά ἕναν ἰδιαίτερο τύπο ἀνθρώπου καί κάτι τέτοιο χρειάστηκε αἰῶνες γιά νά διαμορφωθεῖ. Εἶναι δηλαδή μία μακροπρόθεσμη καί ἰδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία. Μελετώντας τούς διάφορους πολιτισμούς καί τόν τύπο ἀνθρώπου πού διαμορφώνουν, κατανοοῦμε βαθύτερα τίς συνθῆκες καί τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς. Ἔτσι ὡς ποιμένες μποροῦμε νά ἀνταποκριθοῦμε πληρέστερα στό δυσκολότατο ἔργο τῆς καθοδήγησης, ἀλλά καί νά κατανοήσουμε βαθύτερα τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό μέσα στίς κοινωνικές καί ἱστορικές συνθῆκες πού ζοῦμε.

Στό ἐπίκεντρο τῆς σημερινῆς εἰσηγήσεως βρίσκεται ἡ ἔννοια τοῦ Ἑαυτοῦ. Ἐδῶ τήν κατανοοῦμε ὡς τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, ὡς τό ἐπίκεντρο τῆς ἐπιθυμίας, τῶν σκέψεων, τῶν πρωτοβουλιῶν, ὡς τό κέντρο τοῦ προσανατολισμοῦ τῆς ὕπαρξης, καθώς καί τῶν βασικῶν τάσεών της. Πρόκειται δηλαδή γιά τήν φαινομενολογική χρήση τοῦ ὅρου Ἑαυτός, χωρίς ὀντολογικές προεκτάσεις.

Ὁ Ἑαυτός στήν παραδοσιακή κοινωνία

Στίς παραδοσιακές ἀγροτικές κοινωνίες (προνεωτερικές) κυριαρχοῦσε ἡ κοινότητα τῶν ἀνθρώπων: οἱ παραδόσεις της, τά ἤθη καί ἔθιμα, οἱ ἀνάγκες ἐπιβίωσης καί συνοχῆς. Ἡ ἰδιαίτερη προσωπικότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου συνήθως διαμορφωνόταν μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη συλλογικότητα (σόι, χωριό, ἐνορία, “φυλή” {πχ. Κρητικοί, Πόντιοι}, γεωγραφικό διαμέρισμα, ἐπαγγελματική συντεχνία κ.ἄ.). Τίς περισσότερες φορές ὁ ἄνθρωπος τῆς παραδοσιακῆς-ἀγροτικῆς κοινωνίας ἀκολουθοῦσε μιά προδιαγεγραμμένη πορεία ζωῆς, τουλάχιστον κατά τούς βασικούς ἄξονές της: ἐπάγγελμα, γάμος, τεκνογονία, νομιμοφροσύνη πρός τήν πολιτισμική ταυτότητα τοῦ τόπου, ἀλλά καί πρός τούς δεσμούς αἵματος. Ἡ πολιτισμική ταυτότητα περιλαμβάνει τίς θρησκευτικές καί ἐθνικές παραδόσεις, καθώς καί τά τοπικά ἤθη καί ἔθιμα. Οἱ δεσμοί αἵματος, ἀλλά καί ἀγχιστείας, μαζί μέ τήν πολιτισμική ταυτότητα, ὑπῆρξαν πανίσχυροι καί βασικότατοι παράγοντες, πού διαμόρφωσαν τήν πορεία καί τόν χαρακτήρα τῶν ἀνθρώπινων κοινωνιῶν ἐπί χιλιάδες χρόνια.

Στά πλεονεκτήματα τῆς ἀγροτικῆς-παραδοσιακῆς κοινωνίας συγκαταλέγονται ἡ ἀλληλεγγύη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἡ σταθερότητα τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἡ…ἑτοιμοπαράδοτη πολιτιστική ταυτότητα, τό πνεῦμα τῆς αὐτοθυσίας, ἡ ἀναντίρρητη θρησκευτική πίστη, ἡ ἀπουσία ἔντονου ὑπαρξιακοῦ κενοῦ, τό φιλότιμο κ.ἄ. Στά μειονεκτήματα αὐτοῦ τοῦ τύπου κοινωνίας διακρίνουμε τόν τοπικισμό, τήν ἀποθέωση τῶν ἠθῶν καί ἐθίμων, τό ἀσφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον πού ἐμποδίζει τήν καλλιέργεια τῶν ἰδιαίτερων χαρισμάτων καί ἀναζητήσεων (ὅταν τά τελευταῖα αὐτά συγκρούονται μέ τήν παράδοση, ἀλλά καί τίς ἐπιθυμίες τῶν γονέων), τήν μή συνειδητοποιημένη πίστη (ἀπουσία ὥριμης ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἡ πίστη ὡς ἀξεσουάρ τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητας), τό.. φιλότιμο (ἀπουσία ὥριμων θεσμῶν) κ.ἄ. Διαπιστώνουμε ἐδῶ ὅτι ἡ ψυχική καί πολιτισμική ταυτότητα ἀγροτικοῦ τύπου εἶναι μιά συλλογική ταυτότητα καί ἀνάλογος εἶναι ὁ Ἑαυτός τόν ὁποῖο διαμορφώνει. Ὁ Ἑαυτός ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου εἶναι συλλογικός καί συνήθως δέν ἐνδιαφέρεται νά στραφεῖ στόν ἐσωτερικό του κόσμο, νά συνειδητοποιήσει τά συναισθήματά του, τίς βαθύτερες ἐπιθυμίες του, τά ἀνεκπλήρωτα ταλέντα-ἐφέσεις-κλίσεις του. Τέτοια ζητήματα εἴτε ἦσαν ἄγνωστα γιά τόν παραδοσιακό τύπο ἀνθρώπου ἤ, κι ὅταν σέ κάποιες περιπτώσεις ἔνιωθε σκιρτήματα σάν αὐτά πού προαναφέραμε, δέν τολμοῦσε νά τά ἐκφράσει στόν περίγυρό του, διότι θά ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τό σόι ἤ τήν κοινότητα, ὁπότε κινδύνευε νά χλευαστεῖ, νά ἀπομονωθεῖ κοινωνικά, ἀκόμη καί νά ἐξοστρακιστεῖ. Ἡ ἔννοια τῆς συστηματικῆς καί συνειδητῆς πνευματικῆς καθοδήγησης δύσκολα μπορεῖ νά γίνει ἀποδεκτή ἀπό τόν παραδοσιακό-ἀγροτικό τύπο Ἑαυτοῦ. Ἀφοῦ, ὅπως διαπιστώσαμε, ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δέν ἐνδιαφέρεται νά στραφεῖ στόν ἐσωτερικό του κόσμο, ἀφοῦ δέν αὐτοκαθορίζεται ἀλλά ἑτεροκαθορίζεται ἀπό τήν κοινότητα καί τήν παράδοσή της, δύσκολα μπορεῖ νά βρίσκεται σέ σταθερή καί ὥριμη σχέση ποιμαντικῆς καθοδήγησης. Πολλές φορές δέν ζεῖ  τήν ἐνορία ὡς τό εὐχαριστιακό σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀλλά σάν τή θρησκευτική διάσταση τῶν τοπικῶν ἠθῶν καί ἐθίμων. Βιώνει συνήθως τήν πολιτιστική “ὀρθοδοξία” ἐνῶ ἀγνοεῖ τήν Καινή Διαθήκη τῆς σωτηρίας. Ὁ συγκεκριμένος τύπος ἀνθρώπου μερικές φορές ρωτοῦσε καί ἐξακολουθεῖ νά ρωτάει τόν κληρικό τοῦ τόπου του σχετικά μέ ὁρισμένα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει. Οἱ ἐρωτήσεις του ὅμως δέν ἔχουν τό πνεῦμα τοῦ συνειδητοῦ μέλους τῆς ἐκκλησίας πού ρωτᾶ τόν ποιμένα του πῶς μπορεῖ νά ἑνωθεῖ πληρέστερα μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Τό πνεῦμα τῶν ἐρωτήσεων συνήθως ἀφορᾶ τήν ἐπίλυση πρακτικῶν-κοινωνικῶν ζητημάτων, τά ὁποῖα εἴτε δέν ὑπάρχει ἄλλος “παράγοντας” νά ἐπιλύσει εἴτε ἁπλῶς ὁ τοπικός παπάς εἶναι γεωγραφικά ἐγγύτερος (πχ. ἀπό τόν βουλευτή) ὥστε νά μπορέσει νά βοηθήσει.

Ὁ ἀγροτικός Ἑαυτός ἐνοχλεῖται ἔντονα ὅταν πληροφορηθεῖ ἀπό ὥριμο κήρυγμα ἤ τήν ποιμαντική ὅτι πρέπει νά ἀγωνιστεῖ κατά τῶν παθῶν του, μέ πρῶτα τά ψυχικά πάθη: ὑπερηφάνια, ἰδιοτέλεια, ματαιοδοξία, ζηλοφθονία κ.ἄ. Πῶς νά ἀπαρνηθεῖ αὐτά πού σύμφωνα μέ τό ἀμετακίνητο βίωμα αἰώνων συνθέτουν τό “καθαρό πρόσωπο” στήν παραδοσιακή κοινότητα; Τό πάθος τῆς οἴησης καί ἀλαζονείας τό θεωρεῖ σωστό, μπερδεύοντάς το μέ τήν “περηφάνια καί ἀξιοπρέπεια”. Ἐκεῖνο τῆς ἰδιοτέλειας (πχ. ἐπίμονη συσσώρευση περιουσίας) τό βλέπει θετικά ἐπειδή νιώθει “πετυχημένος”. Τήν ταπεινοφροσύνη τήν νομίζει χαρακτηριστικό τῶν “φουκαράδων”. Ὁ κατάλογος ἀνάλογων παρανοήσεων θά μποροῦσε νά εἶναι πολύ μακρύς. Βεβαίως στίς κοινωνίες αὐτές πάντοτε ὑπῆρξαν καλοπροαίρετοι καί ἀσκητικοί ἄνθρωποι μέ ἀγάπη γιά τόν Χριστό. Συνήθως κάτι τέτοιο προερχόταν εἴτε ἀπό τό δικό τους πνευματικό φιλότιμο (ὅπως θά ἔλεγε ὁ ὅσιος Παΐσιος) εἴτε ἀπό τή βαθιά πνευματική ἐπίδραση τῶν μοναστηριῶν καί τῶν γεροντάδων τῆς περιοχῆς τους.

Ποιά συστηματική ποιμαντική μπορεῖ κανείς νά ἀσκήσει μέ τέτοια δεδομένα;.. Ἀκανθῶδες τό ἐρώτημα, ἰδίως γιά ὅσους ἀπό ἐμᾶς ὑπηρετοῦμε στήν ὕπαιθρο ἐπί πολλά χρόνια, εἴτε ὡς ἱεροκήρυκες εἴτε ὡς ἐφημέριοι-πνευματικοί. Ἄν ὁ πνευματικός ἐπιχειρήσει νά ἐργαστεῖ πιό ὑπεύθυνα καί συστηματικά στό πλαίσιο τῆς ἀγροτικῆς κοινωνίας, ἄν δέν υἱοθετήσει τή γλοιώδη στάση πού λέει στόν καθένα αὐτό πού θέλει νά ἀκούσει, τότε εἶναι βέβαιο ὅτι θά συναντήσει ποικίλες ἀντιδράσεις ἀπό ἀρκετούς, ἀλλά θά πρέπει νά μήν πτοηθεῖ. Ὑπάρχουν πάντως περιπτώσεις ὅπου ὁ πόλεμος ἐναντίον ἑνός εὐσυνείδητου κληρικοῦ ἀπό τήν τοπική ἀγροτική νοοτροπία γίνεται τόσο ἄγριος, ὥστε νά ἀποτελεῖ μαρτύριο γιά τόν ποιμένα καί τήν οἰκογένειά του. Ἰσχυρίζομαι λοιπόν ὅτι ἡ βαθιά καί μεθοδική ποιμαντική τοῦ ἀγροτικοῦ Ἑαυτοῦ θά ἀφορᾶ συνήθως τή μειοψηφία τοῦ τοπικοῦ πληθυσμοῦ. Ὑπάρχουν ὅμως καί αὐξανόμενες ἐξαιρέσεις στόν κανόνα αὐτό, λόγω τῶν μεγάλων κοινωνικῶν ἀλλαγῶν. Μέ τόν ὑπόλοιπο πληθυσμό τῆς ἀγροτικῆς κοινότητας οἱ σχέσεις τοῦ κληρικοῦ θά εἶναι κοινωνικές καί πολιτιστικές.

Εὔλογα θά μποροῦσε νά ἀναρωτηθεῖ κανείς στό σημεῖο αὐτό: ἄν ἡ ἀγροτική κοινωνία ἦταν ὁ κυρίαρχος τύπος πολιτισμοῦ ἐπί χιλιάδες χρόνια καί συγχρόνως τό πλαίσιό της δέν εὐνοοῦσε τήν βαθιά καί ἐξατομικευμένη ποιμαντική, τότε πῶς στήν ἱστορία τῆς ἐκκλησίας ἔχουμε ἕνα πλῆθος ἁγίων, προερχόμενων ἀπό ἕνα τέτοιο ἱστορικό πλαίσιο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἄν προσέξει κάποιος τούς βίους τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας θά διαπιστώσει πώς οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς εἶχαν εἴτε καταγωγή εἴτε (τό κυριώτερο) παιδεία πού διέφερε κατά πολύ ἀπό τόν μέσο ὅρο τῆς ἐποχῆς τους. Ἀλλά τό πλῆθος ἄλλων ἁγιασμένων μορφῶν, πού κατάγονταν ἀπό τήν ἀγροτική κοινωνία καί δέν εἶχαν ἰδιαίτερη “κοσμική” παιδεία; Ἐδῶ ὑπεισέρχεται ἡ ἱστορική καί ἐκπολιτιστική διάσταση τοῦ μοναχισμοῦ. Οἱ ἱστορικές καταβολές τοῦ μοναχισμοῦ ἔχουν στόν πυρήνα τους τήν ἀντίδραση στή σταδιακή χαλάρωση καί “ἐκκοσμίκευση” τῆς Ἐκκλησίας, μετά τήν ραγδαία προσχώρηση στόν Χριστιανισμό μεγάλου πλήθους ἀνθρώπων, προερχόμενων ἀπό βαρβαρικά φύλα πού ἐβαπτίζοντο μαζικά. Ἡ φυγή στήν ἔρημο καί ἡ σταδιακή μετεξέλιξη τοῦ ἀναχωρητισμοῦ σέ κοινοβιακό μοναχισμό, ἡ προσχώρηση πλήθους χριστιανῶν, ἀνδρῶν καί γυναικῶν, στόν ἱστορικά πρωτοφανῆ καί ἐντελῶς ἀσυνήθιστο αὐτόν τρόπο ζωῆς, ἀποτέλεσε τήν πρώτη ἱστορική καί συλλογική μορφή ἐξατομίκευσης (individuation). Ἐξατομίκευση ἐδῶ σημαίνει πώς ἡ αὐτοσυνειδησία καί ὁ πόθος ἑνός μέλους τῆς Ἐκκλησίας νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό χωρίς συμβιβασμούς, γίνονται κριτήριο τόσο ἰσχυρό στόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὥστε νά ὑπερνικᾶ τίς ἀπαιτήσεις καί τίς σφοδρές ἀντιδράσεις τοῦ οἰκογενειακοῦ καί κοινωνικοῦ περίγυρου ἀπέναντι στή μοναχική ἀφιέρωση. Ἡ πνευματική αὐτή ἐξατομίκευση τῶν μοναχῶν ἐξηγεῖ σέ μεγάλο βαθμό τούς καρπούς πού πρόσφερε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἡ προνεωτερική ἱστορική περίοδος. Ἀποτέλεσε ἕνα πρώτης τάξεως διαχρονικό παράδειγμα τῆς ὑπέρβασης τοῦ πανίσχυρου κοινοτισμοῦ καί τῆς παραδόσεώς του, χάριν ἀνώτερων ἐσωτερικευμένων κριτηρίων. Παράλληλα, μεγάλη ἦταν ἡ ἐκπολιτιστική συμβολή τοῦ μοναχισμοῦ, διότι γιά τήν πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγροτικῆς περιόδου ἡ μόνη εὐκαιρία παιδείας, ἐπαφῆς μέ ὀργανωμένες βιβλιοθῆκες καί χειρόγραφα βιβλία (πανάκριβα καί δυσεύρετα τότε), εὐκαιρία μελέτης καί ἀκρόασης διαλέξεων, ὑπῆρχε μόνο μέ τήν ἔνταξή τους σέ κάποιο κοινόβιο μοναστήρι.

Ὁ Ἑαυτός στήν νεωτερική κοινωνία

Στόν δυτικό κόσμο οἱ μέσοι χρόνοι (μεσαίωνας) χαρακτηρίζονται ἀπό ἀμάθεια, φανατισμό, ὑπανάπτυξη, θρησκευτική καταπίεση, συγκρούσεις μεταξύ βασιλέων-ἡγεμόνων καί Βατικανοῦ κ.ἄ. Τό κίνημα τοῦ Διαφωτισμοῦ καί ἡ Ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν ἀποτέλεσαν μιά ἱστορική ἔκρηξη, ἡ ὁποία προσπάθησε νά τερματίσει τή σκοτεινή κατάσταση τῶν δυτικῶν λαῶν. Στούς ἑπόμενους τρεῖς αἰῶνες διαμορφώθηκε ἕνα τεράστιο ρεῦμα, ὅπου γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τῆς δυτικῆς Εὐρώπης τό ἄτομο ἐπιχείρησε νά ὑψωθεῖ πάνω ἀπό τό σύνολο, ἀπό τή συλλογικότητα πού καθόριζε τή ζωή του. Ὡς συλλογικότητα δέν ἐννοοῦμε μόνον τίς ἐπιμέρους κοινότητες-ὁμάδες, ἀλλά κυρίως τίς παραδόσεις τους. Ὁ δυτικός ἄνθρωπος σταδιακά μαθαίνει νά ἐπιδιώκει τήν ἐλευθερία γνώμης, νά διερωτᾶται καί νά ἀμφισβητεῖ, νά ἐπιλέγει καί νά διαμορφώνει τήν δική του πορεία, νά δίνει λιγότερη σημασία στούς δεσμούς αἵματος καί περισσότερη στούς κοινούς στόχους καί ὁράματα, νά αὐτοκαθορίζεται παρά νά ἑτεροκαθορίζεται. Στήν πορεία αὐτή ἄρχισε νά διαμορφώνεται νέος τύπος κοινωνίας καί ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐξελίχθηκε παράλληλα μέ τήν βιομηχανική ἐπανάσταση καί τήν συνακόλουθη ἀστυφιλία. Στήν πορεία τῶν τριῶν τελευταίων αἰώνων χαλάρωσαν αἰσθητά οἱ κοινοτικοί δεσμοί μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί ἐκεῖνοι μεταξύ ἀνθρώπου καί φύσης-γῆς. Ἡ κυρίαρχη κοσμοθεωρία μετατοπίστηκε ἀπό τήν θρησκεία στίς πολιτικές ἰδεολογίες. Ἡ ἔμφαση δόθηκε στή λογική καί στόν συστηματικό στοχασμό. Ἡ ἀντίληψη περί ἐλευθερίας ταυτίστηκε μέ τήν ἐξωτερική πάλη γύρω ἀπό τίς πολιτικές ἐλευθερίες καί τά ἐργασιακά δικαιώματα. Τονίστηκε ἡ σημασία τῶν θεσμῶν (νομοθεσία, πολιτικοί θεσμοί, δεοντολογία διαφόρων δημόσιων λειτουργιῶν, ἀλλά καί ἐπαγγελμάτων).

Ὅλες αὐτές οἱ ἐξελίξεις πού περιγράφτηκαν ἐντελῶς ἐπιγραμματικά, δημιούργησαν σταδιακά ἕνα ἱστορικό καί πολιτισμικό πλαίσιο πού ἀποκαλεῖται νεωτερικό (modern), ἐνῶ τό παραδοσιακό ὀνομάζεται προνεωτερικό (premodern).  Ὁ νεωτερικός τύπος Ἑαυτοῦ θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ αὐτοσυνείδητος Ἑαυτός, δηλαδή αὐτοκαθοριζόμενος ἀπό τήν αὐτοσυνειδησία του καί τήν ἐντονότατη ἀνάγκη του γιά πολύπλευρη αὐτονομία. Ὁ νεωτερικός αὐτοσυνείδητος Ἑαυτός ἔχει ριζικές διαφορές ἀπό τόν προνεωτερικό συλλογικό  Ἑαυτό. Ὁ νεωτερικός Ἑαυτός δέν πείθεται εὔκολα ἀπό τήν ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας, ἄν αὐτή δέν τοῦ δώσει πρῶτα στέρεες ἀπαντήσεις στά λογικά ἐρωτήματά του. Ἡ λογική του εἶναι συγχρόνως τό σημαντικό ὄπλο του καί τό ἀδύνατο σημεῖο του. Εἶναι σημαντικό ἐργαλεῖο διότι βοηθάει τόν νεωτερικό ἄνθρωπο νά ἀποφεύγει τίς δισειδαιμονίες καί τίς προλήψεις τῆς παραδοσιακῆς κοινωνίας, νά μήν δέχεται τά πράγματα ὅπως ἔρχονται, νά προσπαθεῖ νά τά κατανοήσει καί νά ἀποφασίσει ἐλεύθερα ποιά στάση θά τηρήσει κατά περίπτωση. Μιά τέτοια θεμελιώδης νοοτροπία ἔφερε πολλές φορές σέ δύσκολη θέση ἐκεῖνο τό εἶδος ποιμαντικῆς πού συνηθίζει νά ἀναμασάει τίς ἴδιες στερεότυπες ἀπαντήσεις καί πού ἀπορεῖ γιατί οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι δέν θεωροῦν αὐτονόητα ὅλα ὅσα ἡ ἴδια αὐτή ποιμαντική θεωρεῖ αὐτονόητα…

Ἡ ὥριμη καί προσεκτικά σχεδιασμένη ποιμαντική γνωρίζει πώς δέν ὑπάρχουν τυποποιημένες ἤ ὁριστικές ἀπαντήσεις στήν ἐποχή μας. “Δέν ὑπάρχουν” μέ διπλή ἔννοια: καί ἀπορρίπτονται ἀπό τή συντριπτική πλειοψηφία τῶν σκεπτόμενων ἀνθρώπων, ἀλλά καί δέν πρέπει νά ὑπάρχουν, ἀπό τήν ἄποψη τῆς ποιμαντικῆς καί θεολογικῆς δεοντολογίας.

Οἱ τυποποιημένες ἀπαντήσεις παραβλέπουν τή μοναδικότητα τοῦ κάθε προσώπου, καθώς καί τόν ἰδιαίτερο συνδυασμό τῶν συνθηκῶν ὑπό τίς ὁποῖες ζεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Τέτοιες “ἀπαντήσεις” εἶναι βέβαιο ὅτι θά ἀστοχήσουν ἀπέναντι σέ εὐαίσθητες πλευρές τοῦ συγκεκριμένου προσώπου κι αὐτό μπορεῖ νά ἔχει κρίσιμες καί μακροπρόθεσμες ἐπιπτώσεις. Οἱ ὁριστικές ἀπαντήσεις πάλι, ἐπιμένουν νά ἀγνοοῦν (νά ἀδιαφοροῦν;) τίς εὔθραυστες και ρευστές ἱστορικές συνθῆκες τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, καθώς καί τό συνεχές γίγνεσθαι τῆς κάθε συγκεκριμένης ζωῆς ἀπό τήν κούνια μέχρι τήν ἀναχώρησή μας ἀπό τά γήινα. Ἡ ἀποφυγή τῶν τυποποιημένων καί ὁριστικῶν ἀπαντήσεων ἀπαιτεῖ διαρκῆ μόχθο καί ἐγρήγορση, καθώς καί μιά στάση ἀνοιχτή στόν διάλογο μέ τόν σύγχρονο πολιτισμό καί τίς ἐπιμέρους μορφές του. Ἡ ἀποφυγή τυποποιημένων καί ὁριστικῶν ἀπαντήσεων ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς θεμελιώδεις (ἀρνητικές) ἀναγκαιότητες τῆς σύγχρονης ποιμαντικῆς στά πλαίσια τῆς (μετα)νεωτερικῆς ἐποχῆς μας.

Ἀκόμη καί στά δογματικά θέματα, ὅπου οἱ ἀπαντήσεις μοιάζουν πολύ πιό προδιαγεγραμμένες, χρειάζεται θεολογική ἑρμηνεία τέτοια πού νά συνδέεται μέ τίς ὑπαρξιακές ἀναζητήσεις τῶν πιστῶν. Ἄς πάρουμε τό τριαδικό δόγμα. Ἡ τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ ἄν δέν ἐξηγηθεῖ θεολογικά στούς πιστούς, παραμένει ἕνας ἀνεξιχνίαστος γρίφος, πού τελικά καταλήγει νά μοιάζει ἀδιάφορος γιά τήν καθημερινή ζωή τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐξήγηση τῆς Ποιμαντικῆς καλεῖται νά ἐπικεντρωθεῖ στήν κοινωνία τῶν τριαδικῶν Ὑποστάσεων, στήν ἄρρηκτη ἑνότητα θελήματος καί δράσης (ἐνέργειας) μεταξύ Τους καί στήν πραγμάτωση τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, ἑνότητας καί ἀγάπης μεταξύ τῶν μελῶν τοῦ εὐχαριστιακοῦ σώματος. Ἔτσι οἱ πιστοί συνειδητοποιοῦν πληρέστερα καί ἀμεσότερα τί σημαίνει ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐπίσης ἀρχίζουν νά σκέπτονται ὀντολογικά, ἀποφεύγοντας τήν προαιώνια παγίδα τῆς συναισθηματικῆς κατανόησης τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Ἡ τελευταία αὐτή θεμελιώνεται τριαδολογικά καί ὄχι βέβαια…συναισθηματικά.

Ἀναφέραμε προηγουμένως ὅτι ἡ λογική τοῦ νεωτερικοῦ αὐτοσυνείδητου Ἑαυτοῦ εἶναι συγχρόνως πλεονέκτημα καί μειονέκτημα. Ἀναφερθήκαμε ἤδη σέ ὁρισμένα ἀπό τά πλεονεκτήματα αὐτά ἔναντι  τοῦ προνεωτερικοῦ συλλογικοῦ Ἑαυτοῦ. Ἄς ἐξετάσουμε τώρα καί ὁρισμένα βασικά μειονεκτήματα τῆς νεωτερικῆς λογικῆς.

Εἶναι, νομίζω, κοινή διαπίστωση ὅτι ὁ προνεωτερικός Ἑαυτός ἦταν ἄνθρωπος καρδιᾶς, μέ τήν ἔννοια ὅτι τό ἐπίκεντρο τῶν βασικῶν ἐπιλογῶν του ἦταν περισσότερο τό θυμικό (ἐπιθυμία, συναίσθημα) καί ὄχι μιά μεθοδική, ἀποστασιοποιημένη, ὀρθολογική ματιά στά πράγματα. Ἄλλωστε καί ἡ βιβλική παράδοση ἔδωσε τήν πρωτοκαθεδρία στήν καρδιά (ἑβραϊκά: λέβ) ὡς τό ἀνθρωπολογικό ἐπίκεντρο τῆς ἐπιθυμίας καί τοῦ θελήματος. Ἀντίθετα ὁ νεωτερικός ἄνθρωπος ἔδωσε τά σκῆπτρα στόν ἐγκέφαλο, δηλαδή στή διανοητική  λειτουργία. Ἐπικεντρώθηκε στή σχέση αἰτίου καί ἀποτελέσματος, δηλαδή στήν αἰτιοκρατική λογική, ἀναζητώντας τήν ἀπόλυτη ἀντικειμενικότητα. Ἡ βιβλική πρωτοκαθεδρία τῆς καρδιᾶς ἐμπλουτίστηκε ἀπό τήν νηπτική παράδοση τοῦ μοναχισμοῦ, ὁ ὁποῖος τόνισε ὅτι ἡ κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά ἁμαρτωλά πάθη ἰσοδυναμεῖ μέ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς μέσω τῆς ἀδιάλειπτης νοερᾶς προσευχῆς, ἀλλά καί τῶν ὑπόλοιπων πνευματικῶν παλαισμάτων τοῦ χριστιανοῦ. Πρόκειται γιά τήν περίφημη ἡσυχαστική παράδοση τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ ὁποία βρῆκε τήν ἀποκορύφωσή της στόν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ.

Ὅλα αὐτά ἔχουν σημαντικές συνέπειες γιά τήν ποιμαντική. Ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ἀλλά καί οἱ σύγχρονοι πιστοί, εἴμαστε ὅλοι βαθύτατα ἐπηρεασμένοι ἀπό τό ὀρθολογικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, τό ὁποῖο ἀναπνέουμε  καθημερινά. Λειτουργοῦμε πολύ περισσότερο ἐγκεφαλικά, ἀπ’ ὅ,τι οἱ πιστοί ἄλλων ἐποχῶν. Αὐτό σημαίνει πώς ὅταν ἐπικοινωνοῦμε ποιμαντικά μέ τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει νά εἴμαστε ἐξοπλισμένοι θεολογικά καί εὐρύτερα, ὥστε νά ἀπαντήσουμε ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα στά καλοπροαίρετα ἐρωτήματα-ἐνστάσεις-ἀπορίες τους. Εἶναι βασικό νά κερδίσουμε τήν ἐμπιστοσύνη τους δείχνοντας ὅτι δέν ἀποφεύγουμε οὔτε ἀπορρίπτουμε τά ἐρωτήματά τους. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, θά πρέπει σταδιακά νά στρέψουμε τήν προσοχή τους καί στήν καλλιέργεια τῆς καρδιᾶς, ἀναλύοντας μέ ποικίλους τρόπους ὅτι ἡ σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου δέν βασίζεται τελικά στή λογική ἀλλά στήν ἀγάπη καί στήν πίστη-ἐμπιστοσύνη. Στό σημεῖο αὐτό εἶναι πολύ πιθανό νά συναντήσουμε μεγάλη ἀντίσταση ἀπό ὁρισμένους ἀνθρώπους. Ὁ μόνος τρόπος μέ τόν ὁποῖον προσεγγίζουν τά ζητήματα τῆς ὕπαρξης εἶναι αὐτός τῆς λογικῆς καί δυσκολεύονται ἀφάνταστα νά δεχθοῦν κάτι ἄλλο. Θά χρειαστεῖ ὑπομονή ἐτῶν, διάκριση καί ταπεινοφροσύνη ἐκ μέρους τοῦ ποιμένα, ὥστε νά γευτεῖ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος τήν ὁδό τῶν Πατέρων μας, τήν (νηπτική) ὁδό τῆς καρδιᾶς. Μέσα στό ποιμαντικό πλαίσιο τῆς ὑπομονῆς καί τῆς διακρίσεως ὁ κληρικός θά δείξει στόν συνάνθρωπο ὅτι ἡ ὁδός τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποτελεῖται ἀπό λογικά ἐπιχειρήματα, εἶναι θεϊκό πῦρ, δέν στοχεύει τόσο νά πείσει τόν ἐγκέφαλό μας, ὅσο νά ἑλκύσει τήν καρδιά μας, δηλαδή τή θέληση καί τήν ἐπιθυμία μας πρός Ἐκεῖνον.  Στό πλαίσιο αὐτό μία θεμελιώδης δυσκολία τοῦ νεωτερικοῦ Ἑαυτοῦ στήν πορεία του πρός τόν Χριστό εἶναι ἡ αὐτο-πραγμάτωση. Ἡ ἀσίγαστη ἐπιδίωξη τοῦ συγκεκριμένου τύπου ἀνθρώπου νά ἀναπτύξει στόν μέγιστο δυνατό βαθμό τίς δυνατότητες, τά χαρίσματα καί τά ταλέντα πού διαθέτει. Αὐτή καθεαυτήν ἡ ἐπιδίωξη εἶναι θετική, ὅμως ὅταν αὐτονομηθεῖ ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ κινδυνεύει νά μετατραπεῖ σέ αὐτοειδωλοποίηση καί λήθη τοῦ Θεοῦ. Καί στό σημεῖο αὐτό ἐπίσης ὁ πνευματικός θά πρέπει νά προχωρεῖ μέ ὑπομονετικό ρυθμό, χωρίς νά πιέζει τόν νεωτερικό Ἑαυτό. Σκοπός μας εἶναι ὁ τελευταῖος νά γευτεῖ βιωματικά τήν σχέση μέ τόν Κύριο καί μέ τήν Ἐκκλησία του. Τότε τό βίωμα αὐτό, μαζί μέ τήν κατάλληλη ποιμαντική, θά πληροφορήσει τήν καρδιά του πώς κάθε τί τό ἀνθρώπινο ὅταν ἀναφέρεται ἀποκλειστικά ἤ κυρίως στόν ἑαυτό μας (πχ. αὐτο-πραγμάτωση) κινδυνεύει νά μετατραπεῖ σέ παγίδα πού ἐγκλωβίζει τήν ὕπαρξη σέ ἕνα ἀσφυκτικά στενό πλαίσιο. Ἀντίθετα, κάθε τί πού ἐντάσσεται στή σχέση μέ τόν Σωτήρα καί Λυτρωτή διανοίγει μιά ὑπαρξιακή προοπτική πού εἶναι, κατά Χάριν, ἄναρχη (χωρίς ἀρχή, αἰώνια) καί ἀτελεύτητη, ὅπως χαρακτηριστικά τήν ἀποκαλεῖ ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ ὁμολογητής.

Ὁ μετανεωτερικός Ἑαυτός

Τό δράμα τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων καί τῶν ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων (κομμουνισμός-ναζισμός) τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἔστρεψαν ἕνα σημαντικό μέρος τῆς δυτικῆς διανόησης ἐναντίον τῶν ἰδεολογιῶν, καθώς καί ἐναντίον τοῦ ὀρθολογισμοῦ πού τίς ἐξέθρεψε. Τονίστηκε κατά κόρον ὅτι σέ κάθε σημαντικό ζήτημα δέν ὑπάρχει μία ἀποκλειστική ἀλήθεια ἀλλά πολλαπλές ὀπτικές γωνίες καί πώς τά πάντα εἶναι σχετικά καί ρευστά. Στή θέση τῶν ἰδεολογιῶν τοποθετήθηκαν τά ἀτομικά, ὑποκειμενικά βιώματα-ἐμπειρίες. Δόθηκε μεγάλη ἔμφαση στίς αἰσθήσεις καί στίς ἀπολαύσεις. Ἡ ραγδαία ἄνοδος τοῦ διαδικτύου ἔφερε στό προσκήνιο τήν ἠλεκτρονική εἰκόνα καί τήν διαφήμηση, πού σταδιακά ἀπέκτησαν τεράστια ἰσχύ.

Κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες ὁ Ἑαυτός, μετά τόν ἑτεροκαθορισμό του τῆς παραδοσιακῆς ἱστορικῆς περιόδου καί τήν αὐτοσυνειδησία τῆς νεωτερικῆς, κατέληξε σταδιακά στήν πολυδιάσπαση, στόν κατακερματισμό του. Καί αὐτό διότι ἡ πλημμυρίδα τῆς καθημερινῆς πληροφόρησης, ἡ ἐξασθένιση τῶν διαπροσωπικῶν δεσμῶν, ἡ ἀποθέωση τοῦ ὑποκειμενισμοῦ καί ἡ τρομερή ρευστότητα τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν (πολιτικῶν, ἐπαγγελματικῶν, οἰκογενειακῶν κλπ.) ἀποσταθεροποίησαν τόν νεωτερικό αὐτοσυνείδητο Ἑαυτό, δημιουργώντας τήν πολιτισμική περίοδο τῆς ὕστερης νεωτερικότητας ἤ μετα-νεωτερικότητας (late modernity – postmodernity). Ὁ Ἑαυτός τῆς μετανεωτερικότητας  θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ ὁ διασπασμένος Ἑαυτός (fragmented Self). Ὁ μεταμοντέρνος διασπασμένος Ἑαυτός ὄχι μόνο δέν ἀπαρνεῖται τίς ἀντιφάσεις του (ὡς ἕνα βαθμό ἀναπόφευκτες στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη), ἀλλά τίς θεωρεῖ   θεμιτές καί τίς ἐπιδιώκει κιόλας, ὅταν νιώθει εὐχαρίστηση ἀπό αὐτές. Τό εἶδος τῶν διαπροσωπικῶν δεσμῶν τοῦ διασπασμένου Ἑαυτοῦ εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικό. Ὁ προνεωτερικός Ἑαυτός διαμόρφωνε δεσμούς βασισμένους στή συγγένεια καί στήν κοινή πολιτιστική ταυτότητα (ἤθη-ἔθιμα), ἐνῶ ὁ νεωτερικός Ἑαυτός στήριζε τούς διαπροσωπικούς δεσμούς του στήν κοινή ἰδεολογία καί στούς θεσμούς. Ὁ μετανεωτερικός Ἑαυτός στηρίζει τούς δεσμούς του στήν ἠλεκτρονική δικτύωση τοῦ ἴντερνετ καί στούς πολλαπλούς ρόλους πού χαρακτηρίζουν τή σύγχρονη ζωή. Αὐτή ἡ πολλαπλότητα τῶν ρόλων καί ἡ ὑπερκινητικότητα τῆς σύγχρονης ζωῆς ἀποτελοῦν συγχρόνως αἴτιο καί ἀποτέλεσμα τῆς πολυδιάσπασης τοῦ μετανεωτερικοῦ Ἑαυτοῦ. Ἡ ὑπερκινητικότητα δέν εἶναι μόνο γεωγραφική, ἀποτελεῖ μιά διαρκῶς ἐντεινόμενη ὑπερδραστηριότητα καί διάχυση (διασκορπισμό) τῆς προσωπικότητας πρός τά ἔξω. Ὁ κάθε μετανεωτερικός ἄνθρωπος γίνεται ἕνας μικρός “ἀλάθητος πάπας” γιά τόν ἑαυτό του, δηλαδή ἐνδιαφέρεται γιά τήν προσωπική του “ἀλήθεια” (“νά εἴμαστε ὁ ἑαυτός μας”), ἀδιαφορώντας γιά τίς “ἀλήθειες” τῶν ἄλλων, ἄν αὐτές δέν τοῦ ταιριάζουν. Πρόκειται γιά τήν ἀποθέωση τοῦ ὑποκειμενισμοῦ καί τῆς ἀκοινώνητης μοναξιᾶς του…

Οἱ ποιμαντικές προεκτάσεις τοῦ μεταμοντέρνου διασπασμένου Ἑαυτοῦ εἶναι πολύ σημαντικές γιά τόν κληρικό. Ἐφόσον ἐκεῖνο πού προέχει γιά αὐτόν τόν τύπο Ἑαυτοῦ εἶναι ὁ ὑποκειμενισμός (τά εὐφρόσυνα συναισθήματα, οἱ συναρπαστικές ἐμπειρίες), εἶναι πολύ συχνό τό φαινόμενο διάφοροι ἄνθρωποι νά ἐκκλησιάζονται ἤ ἀκόμη καί νά προσέρχονται στήν ἐξομολόγηση ἐπειδή “ἡρεμοῦν” ἤ ἐπειδή “νιώθουν καλύτερα”. Ὁ στόχος τους δηλαδή δέν εἶναι νά ἀγωνιστοῦν γιά προσωπική σχέση μέ τόν Χριστό μέσα στούς κόλπους τοῦ εὐχαριστιακοῦ σώματος, ἀλλά νά βροῦν ἕνα ἡρεμιστικό καί ἀντικαταθλιπτικό ἀντίδοτο στά προβλήματα πού τούς πιέζουν. Ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας κρίνεται μέσα ἀπό τό μετανεωτερικό πρίσμα: “τί προσφέρουν τά μυστήρια, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, στήν προσωπική μου γαλήνη, εὐεξία, εὐτυχία;”. Πρόκειται γιά μορφή πολιτιστικοῦ ναρκισισμοῦ πού ἔχει διεισδύσει σέ ὅλες τίς πλευρές τῆς σύγχρονης ζωῆς. Τό ἀπόλυτο ἐπίκεντρο εἶναι ὁ Ἑαυτός καί ἡ εὐεξία του, τά σκαμπανεβάσματά του, οἱ ἐξάρσεις καί ὑφέσεις του, οἱ ἀρέσκειες καί οἱ ἀπαρέσκειές του. Ὅλα τά ἄλλα ἔρχονται δεύτερα, ἀκόμη κι ὁ Θεός ὁ Ἴδιος, ὁ ὁποῖος βιώνεται ἀπό τόν μετανεωτερικό Ἑαυτό σάν ἕνα χρήσιμο ἀξεσουάρ “πνευματικότητας” (spirituality) καί ὄχι ὡς ὁ σταυρωθείς καί ἀναστάς Σωτήρας τοῦ κόσμου..

Αὐτός ὁ πολιτιστικός ναρκισισμός, πού εἶναι ἕνα ἀπό τά κυριότερα χαρακτηριστικά τῆς ἐποχῆς μας, ἀποτελεῖ σέ πολλές περιπτώσεις ἕνα “σινικό τεῖχος” πού χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Στά μάτια τοῦ πνευματικοῦ τό ἐμπόδιο αὐτό μοιάζει ὁρισμένες φορές ἀνυπέρβλητο. Ὅμως, ὅπως ἔχουμε πεῖ καί παλαιότερα, ἡ ποιμαντική εἶναι ἡ τέχνη τοῦ (ἀνθρωπίνως) ἀνέφικτου, ἀλλά καί χαρισματικῶς ἐφικτοῦ. Ὁ ἔμπειρος πνευματικός βιώνει ταυτόχρονα καί τήν προσωπική του ἀδυναμία καί τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Οἱ πνευματικές “κεραῖες” του συλλαμβάνουν μέ ἔνταση τά μηνύματα τῆς ἐποχῆς. Νιώθει στό πετσί του τήν ἀσυμβατότητα πολλῶν ἀπό αὐτά τά μηνύματα μέ τήν Καινή Διαθήκη (= Νέα Σχέση) μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Κατανοεῖ τίς σοβαρές ἐπιπλοκές καί δυσκολίες τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, συγχρόνως ὅμως αἰσθάνεται εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό καί γιά τά πολλά θετικά τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἔχει ἀπείρως μεγαλύτερη πρόσβαση στά πατερικά κείμενα καί σέ κάθε λογῆς χριστιανικά βιβλία, σέ σύγκριση μέ παλαιότερες ἐποχές. Ἡ πλημμυρίδα τοῦ κοσμικοῦ πνεύματος στήν καθημερινή ζωή, κάνει ἀρκετούς ἀνθρώπους νά ἀναζητοῦν νόημα ζωῆς μέ ἄσβεστη δίψα καί μέ σαφῶς μεγαλύτερη γνησιότητα ἀπ’ ὅ,τι σέ παλαιότερες περιόδους. Ἡ ἄνθιση τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ αὐξανόμενη συνειδητοποίηση τῆς ἀξίας τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς, εἶναι ἐπίσης δύο ἐλπιδοφόρες ἐξελίξεις, ἀσχέτως ἄν συνοδεύονται ἀπό κάποια προβλήματα.

Συνυπολογίζοντας ὅλους αὐτούς τούς παράγοντες, ὁ πνευματικός ἀγωνίζεται νά ἀξιοποιήσει τά θετικά στοιχεῖα καί νά περιορίσει, ὅσο τό δυνατόν, τά ἀρνητικά. Ὅπως προανέφερα, κύριο μετανεωτερικό ἐμπόδιο γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι ἡ διαρκῶς αὐξανόμενη ἰδιώτευση τοῦ σύγχρονου Ἑαυτοῦ. Τό φαινόμενο δηλαδή ὅπου τά κύρια ζητήματα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης εἴτε θεωροῦνται ἰδιωτικά (δηλαδή ἀτομοκεντρικά) εἴτε χειραγωγοῦνται ἀπό ἰδιωτικά συμφέροντα. Αὐτή ἡ γενικευμένη ἰδιώτευση, ἡ ἄλλη πλευρά τῆς ὁποίας εἶναι ὁ πολιτιστικός ναρκισισμός, ἀποτελεῖ κατά τή γνώμη μου τόν ὑπ’ ἀριθμόν ἕνα ἀντίπαλο τῆς σταυροαναστάσιμης ζωῆς, ἀφοῦ ἀρνεῖται τόν πυρήνα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στή θέση τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων προωθεῖ τόν ἀτομοκεντρισμό καί τόν ὑποκειμενισμό, στή θέση τῆς ἔνταξής μας στό εὐχαριστιακό σῶμα τοῦ Κυρίου (στήν Ἐκκλησία) τονίζει πεισματικά ὅτι ὁ μεμονωμένος Ἑαυτός εἶναι τό ἄλφα καί τό ὠμέγα.

Ὅλη ἡ προσοχή τοῦ πνευματικοῦ, ἡ μακροπρόθεσμη στρατηγική του, θά πρέπει νά στοχεύει στήν ἐκκλησιοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἔξοδό του ἀπό τά σιδερένια δεσμά τῆς μοναχικῆς καί ἀτομοκεντρικῆς ἰδιώτευσης, πού κάνει τόν ἄνθρωπο εὔκολη λεία τῆς ἁμαρτίας ἀλλά καί τοῦ οἰκονομικοπολιτικοῦ “συστήματος”. Ὁ ἀγώνας αὐτός μοιάζει ἄνισος, δεδομένης τῆς τρομακτικῆς ἰσχύος τῆς ἠλεκτρονικῆς εἰκόνας καί τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας (καί προπαγάνδας τοῦ συστήματος). Ὅμως σ’ αὐτό ἀκριβῶς ἔγκειται καί τό μαρτύριο-μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως: ὅτι κηρύσσει “Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον” σέ μιά ἐποχή ὅπου αὐτό παρανοεῖται ὡς “τρέλλα καί ἀνοησία” καί συκοφαντεῖται ὡς “φανατισμός καί μισαλλοδοξία”.

Ἐπίλογος

Στήν πράξη τῆς καθημερινῆς ζωῆς δέν συναντοῦμε ποτέ σαφεῖς διαχωριστικές γραμμές καί ὅρια μεταξύ διαφόρων τύπων πολιτισμοῦ ἤ Ἑαυτοῦ. Συνήθως ἀντιμετωπίζουμε μικτές, σύνθετες περιπτώσεις.

Ὅταν ἐργαζόμαστε ποιμαντικά μέ τούς κατοίκους τῆς ὑπαίθρου, καί μάλιστα μεγαλύτερης ἡλικίας, τότε τό στοιχεῖο πού ἐπικρατεῖ κυρίως εἶναι ἐκεῖνο τοῦ συλλογικοῦ προνεωτερικοῦ Ἑαυτοῦ. Ἀκόμα κι στήν περίπτωση αὐτή ὅμως θά διακρίνουμε στοιχεῖα τετράγωνης λογικῆς (νεωτερικά, πχ. στή διαχείριση τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων), καθώς καί στοιχεῖα μετανεωτερικά πού προέρχονται κυρίως ἀπό τήν ἐπιρροή τῆς τηλεόρασης: πχ. ἡδονιστική ἀντίληψη τῆς ζωῆς, καλοπέραση.

Ὅταν συνεργαζόμαστε μέ κατοίκους τῶν ἀστικῶν κέντρων καί μάλιστα μορφωμένους, ἐκεῖ θά διακρίνουμε ἔντονα νεωτερικά στοιχεῖα ὀρθολογισμοῦ καί ἰδεολογίας. Ἀλλά καί στήν περίπτωση αὐτή ὑπάρχουν σχεδόν πάντα καί “νησίδες” προνεωτερικῶν στοιχείων, ὅπως ἡ ἀγάπη γιά τόν τόπο καταγωγῆς τους ἤ ἡ προσκόλληση σέ ὁρισμένους συγγενεῖς τους.

Τέλος, ὅταν ἐπικοινωνοῦμε μέ τή σύγχρονη νεολαία τοῦ Facebook, τοῦ Instagram καί τῶν selfies (αὐτοφωτογράφηση), τότε ὑπάρχουν ἔντονα μετανεωτερικά στοιχεῖα τῶν κοινωνικῶν δικτύων, τῆς πολλαπλότητας τῶν ρόλων καί τῆς ρευστότητας τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων. Συγχρόνως ὅμως συνυπάρχουν καί στοιχεῖα νεωτερικά, ἀκόμη καί προνεωτερικά, ὅπως ἡ ἀσφάλεια πού αἰσθάνονται οἱ νέοι στούς κόλπους τῆς οἰκογένειάς τους, κάτι πού ἀναζωπυρώθηκε ἀπό τήν οἰκονομική κρίση καί τήν τεράστια νεανική ἀνεργία.

Μέσα ἀπό τό θέμα τῆς ὁμιλίας προσπαθήσα νά δείξω τήν μεγάλη σημασία πού ἔχει γιά τήν ποιμαντική ἡ ἐπίγνωση τῶν σύγχρονων πολιτιστικῶν καί κοινωνικῶν δεδομένων. Χωρίς αὐτή τήν ἐπίγνωση ἡ σοβαρή καί μεθοδική ἐπικοινωνία τοῦ πνευματικοῦ μέ τούς ἀνθρώπους εἶναι μᾶλλον ἀδύνατη καί ἄν ἐπιχειρηθεῖ ἐνδέχεται νά ὁδηγήσει σέ πολλές παρεξηγήσεις καί ἐντάσεις. Ἐλπίζω λοιπόν νά πρόσθεσα ἕνα μικρό λιθαράκι στόν στόχο τῆς βαθύτερης κατανόησης τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Σᾶς εὐχαριστῶ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *